«Κυρία Παπαπαύλου με ακούτε; Πως νιώθετε;»
Η Μαρία άνοιξε αργά αργά τα μάτια της. Ένιωθε το σώμα της μουδιασμένο και τα βλέφαρα της βαριά. Κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να τα κρατήσει ανοιχτά, όση ώρα ο γιατρός την ενημέρωνε για την κατάσταση της υγείας της.
«Σταματήσαμε την αιμορραγία εγκαίρως. Δυστυχώς όμως ήταν πολύ αργά για το μωρό σας»
Τα μάτια της Μαρίας βούρκωσαν. Τι ακριβώς της έλεγε ο γιατρός; Γιατί το πρόσωπο του ήταν τόσο σκυθρωπό; Και το μωρό της, που ήταν το μωρό της;
«Τι εννοείτε; Που είναι το μωρό μου; Γιατί δεν το ακούω να κλαίει;»
«Κυρία Παπαπαύλου, το μωρό σας δεν τα κατάφερε. Ήταν ήδη νεκρό όταν διακομιστήκατε στο νοσοκομείο μας. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα άλλο για να το σώσουμε. Λυπάμαι πολύ»

Η Μαρία κοίταξε βουβή τον γιατρό με τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμια από τα μάτια της. Η κραυγή που ξέφυγε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα από το στόμα της, στοίχειωσε όσους την άκουσαν, εκείνη την ημέρα στο νοσοκομείο.

——

26 χρόνια αργότερα…

Ο Πέτρος Λαμπρόπουλος, διακεκριμένος χειρούργος, πάνω στον τομέα της γυναικολογίας και της μαιευτικής, βγήκε από το πολυτελέστατο ξενοδοχείο με ένα πλατύ χαμόγελο στο στόμα. Λίγες ώρες πριν, είχε βραβευτεί για το σπουδαίο έργο που προσέφερε όλα αυτά τα χρόνια, στον χώρο της ιατρικής επιστήμης. Επιτέλους, μπορούσε να αποσυρθεί στην μικρή βίλα που διατηρούσε στην Εκάλη και να απολαύσει τους κόπους μια ζωής, μια ζωής που είχε τα πάνω και τα κάτω της, όσο κι αν αυτά τα τελευταία, προσπαθούσε να ξεχάσει τόσα χρόνια.

Κατέβηκε τα πέτρινα σκαλιά και περίμενε τον σοφέρ του. Όταν το όχημα σταμάτησε μπροστά του, άνοιξε την πίσω πόρτα και μπήκε μέσα. Βολεύτηκε στην θέση του κι είπε στον οδηγό να ξεκινήσει.

Κοίταξε για άλλη μια φορά το βραβείο του. Το κομψό γυάλινο αγαλματίδιο σήμαινε τόσα πολλά για εκείνον. Είχε κάνει αρκετές θυσίες, είχε πατήσει πάνω από πολλά πτώματα για να καταφέρει να φτάσει εδώ που είχε φτάσει. Και όλα άξιζαν τον κόπο. Και με το παραπάνω.

Σήκωσε ασυναίσθητα το κεφάλι του και παρατήρησε πως ο οδηγός είχε πάρει λάθος δρόμο. Ξερόβηξε για να του τραβήξει την προσοχή.
«Χρειάζεστε κάτι κύριε;» τον ρώτησε ο νεαρός οδηγός.
«Είσαι σίγουρος ότι πάμε σωστά από εδώ για την Εκάλη; Νομίζω ότι έπρεπε να πάρεις την προηγούμενη έξοδο»
Ο οδηγός μείωσε ταχύτητα και σταμάτησε στο κόκκινο φανάρι.
«Μα δεν πάμε στην Εκάλη κύριε Λαμπρόπουλε»
Ο νεαρός έλυσε την ζώνη που φορούσε, έβγαλε ένα λευκό μαντίλι από την τσέπη του και με μία αιφνιδιαστική και άψογα υπολογισμένη κίνηση, γύρισε προς τα πίσω και σκέπασε το πρόσωπο του Πέτρου, με το μαντίλι που κρατούσε.
«Ήρθε η ώρα να πληρώσεις για τα εγκλήματα σου, γιατρέ» τον άκουσε ο Πέτρος να λέει, προτού χάσει τις αισθήσεις του.

***

Ταπ… ταπ… ταπ…

Ο ήχος του νερού που έσταζε κάπου εκεί κοντά, ήταν το πρώτο πράγμα που αντιλήφθηκε ο διάσημος χειρούργος, όταν βρήκε τις αισθήσεις του. Το δεύτερο ήταν, πως κάποιος τον είχε δέσει χειροπόδαρα πάνω σε ένα σκληρό κρεβάτι. Κοίταξε ολόγυρα του. Ο μικρός χώρος όπου βρισκόταν έμοιαζε με χειρουργείο. Το μόνο που διέφερε, ήταν ο τοίχος που είχε καλυφθεί από πάνω μέχρι κάτω από φωτογραφίες, δικές του, των συνεργατών του και σχεδόν όλων των πελατών που είχε μέχρι σήμερα.

«Πώς σου φαίνεται η έρευνα μου;» τον ρώτησε μια φωνή στα δεξιά του.

Ο Πέτρος γύρισε το κεφάλι του προς τα εκεί. Είδε τον νεαρό άντρα να βγαίνει από τις σκιές και να τον πλησιάζει. Φορούσε ρόμπα χειρουργείου, σκουφάκι στα μαλλιά και τα απαραίτητα γάντια στα χέρια.

«Ποιος είσαι; Γιατί με έφερες εδώ πέρα; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;»
«Ξέρω και πολύ καλά μάλιστα. Όπως ξέρω επίσης και με τι μέσα έφτασες εδώ που έφτασες μέχρι σήμερα. Βλέπεις, δυσκολεύτηκα λίγο, όμως κατάφερα να ανακαλύψω την μικρή σας σπείρα. Δεν καλύπτατε και τόσο καλά τα ίχνη σας, γιατρέ μου»

Κρύος ιδρώτας άρχισε να λούζει τον Πέτρο. Η καρδιά του άρχισε να βροντοχτυπά στο στήθος του από την αγωνία. Το σκοτεινό κομμάτι του παρελθόντος του, εκείνο που είχε προσπαθήσει να το θάψει καλά, είχε τελικά βγει στο φως.
«Δεν έκανα τίποτα κακό» ψέλλισε.
«Δεν έκανες τίποτα κακό; Έκλεβες νεογέννητα μωρά και τα πουλούσες για μερικές ψωροχιλιάδες στην μαύρη αγορά και μου λες ότι δεν έκανες τίποτα κακό; Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να διαλύσεις τόσες ζωές; Ποιος;»
Ο νεαρός ούρλιαζε πάνω από το κεφάλι του, ενώ οι γροθιές του, χτυπούσαν μανιασμένα, το πλάι του κρεβατιού όπου ήταν δεμένος ο Πέτρος.

«Μα, δεν τα επιθυμούσαν αυτά τα μωρά. Δεν είχαν αποφασίσει ακόμα αν ήθελαν να τα κρατήσουν.»
«Κι είπες να πάρεις εσύ την απόφαση για εκείνους; Αυτό δεν έκανες;»
«Τα πήρα από οικογένειες που ίσως δεν θα τα αγαπούσαν ποτέ τους και τα έδωσα σε άλλες, πολύ καλύτερες. Τους πρόσφερα ένα σίγουρο μέλλον»
ήταν η σειρά του Πέτρου να φωνάξει.

Ο νέος άπλωσε το ένα του χέρι και σήκωσε το μανίκι του άλλου, μέχρι τον αγκώνα. Μια άσχημη ουλή ξεκινούσε από τον καρπό, έφτανε μέχρι ψηλά τον πήχη του και χανόταν κάτω από το μανίκι.

«Σε έχουν κάψει ποτέ με σίδερο; Δεν νομίζω. Αυτή ήταν η τιμωρία μου κάθε φορά που παράκουγα την μητέρα μου. Εκείνη που θα μου προσέφερε ένα σίγουρο, καλύτερο μέλλον» ο άγνωστος άντρας, πήρε μια βαθιά ανάσα προτού συνεχίσει. «Ο ‘πατέρας’ μου την χώρισε όταν ήμουν πέντε. Δεν άντεξε την τρέλα της. Τις παρανοϊκές πράξεις της. Έκλεισε την πόρτα πίσω του, χωρίς να ενδιαφερθεί δευτερόλεπτο για το τι θα συνέβαινε σε εμένα. Έτσι εκείνη είχε το ελεύθερο, να κάνει πάνω μου, ότι διεστραμμένο της περνούσε από το μυαλό. Πότε ήταν το πυρωμένο σίδερο, πότε η χλωρίνη και τα άλλα καθαριστικά που με έβαζε να πίνω με το ζόρι. Της άρεσε να κρύβει μικρά κομμάτια γυαλιού και καρφίτσες μέσα στο φαγητό μου. Όταν αρνιόμουν να φάω, με τάιζε με το ζόρι και δεν σταματούσε μέχρι να δει αίμα να στάζει από το στόμα μου. Κι αυτά είναι μόνο λίγα από τα βασανιστήρια που πέρασα κοντά της, μέχρι που τελικά βρήκα το θάρρος να κάνω αυτό που έπρεπε. Την γλίτωσα από την μιζέρια της κι επιτέλους ελευθερώθηκα»
«Τι, τι της έκανες;»
«Την σκότωσα φυσικά. Όπως το ίδιο θα συμβεί σε εσένα και σε όσους σε βοήθησαν όλα αυτά τα χρόνια στις παράνομες, αγοραπωλησίες. Ετοιμάσου, γιατί θα πονέσει πολύ»

Ο άντρας, φόρεσε την μάσκα και έπιασε το νυστέρι που βρισκόταν στο τραπεζάκι αριστερά του.
«Ξεκινάμε» είπε στον Πέτρο.

***

Η Μαρία Παπαπαύλου καμάρωνε το ταψί με το παστίτσιο που μόλις είχε βγάλει από το φούρνο, όταν άκουσε το κουδούνι της εξώπορτας. Έβγαλε την ποδιά που φορούσε, την πέταξε πάνω στον πάγκο και πήγε να ανοίξει.

Ένας ψηλός, μελαχρινός νεαρός, με όμορφα γαλάζια μάτια, την κοιτούσε σοβαρός.

«Θα θέλατε κάτι;» τον ρώτησε.
«Είστε η Μαρία Παπαπαύλου, του Νικήτα και της Ελένης; Μητέρα του Γιώργου, της Έφης και της Ελένης Παπαπαύλου; Ο σύζυγός σας, ο Κώστας, πέθανε πριν από 5 χρόνια σε εργατικό ατύχημα;»
«Ναι, αυτή είμαι» του είπε η Μαρία αποσβολωμένη και λιγάκι τρομαγμένη, «τι θα θέλατε;»
«Νομίζω ότι είστε η μητέρα μου»…