H αρκούδα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Άνοιξε τα μάτια της. Πάλι είχε δει το ίδιο όνειρο. Τον τελευταίο καιρό το έβλεπε συνέχεια. Μια αρκούδα καφέ, τεράστια, που την κοιτούσε. Για κάποιο περίεργο λόγο δεν ήταν τρομακτική, παρόλο το μέγεθός της. Και κάθε φορά που την έβλεπε, ένιωθε ηρεμία. Δεν την φοβόταν. Είχε διαβάσει πολλά για τις αρκούδες. Από την πρώτη φορά που ήρθε στον ύπνο της. Ήξερε ότι στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία σχέση με τα χαριτωμένα λούτρινα που πουλάνε στα παιχνιδάδικα. Πολλοί άνθρωποι δεν κατάφεραν να βγουν ζωντανοί μετά από μια τέτοια συνάντηση. Εκείνη όμως άκουγε το κάλεσμα. Ήθελε να δει μια αρκούδα.

Την προηγούμενη βδομάδα πήγε στον ζωολογικό κήπο. Ήξερε ότι εκεί έχουν αρκούδες, και πίστεψε ότι μια συνάντηση μαζί τους θα την λύτρωνε. Όμως μόνο θλίψη της προξένησε αυτή η επίσκεψη. Οι αρκούδες, φυλακισμένες και περιορισμένες σε ελάχιστο χώρο, μόνο φυσικές δεν ήταν. Είχαν μάθει μάλιστα να κάνουν κόλπα για να παρακινήσουν τους επισκέπτες να τους ρίξουν τροφή, πορτοκάλια και μανταρίνια. Και η αλήθεια είναι ότι αρκετοί πήγαιναν προετοιμασμένοι και δεν τους αρνούνταν μια μικρή λιχουδιά. Όχι όμως εκείνη. Δεν είχε πάρει τίποτα μαζί της, έτσι δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει το μικρό αρκουδάκι που έκανε τούμπες μπροστά της. Μετά από λίγη ώρα, απομακρύνθηκε από κοντά της, ψάχνοντας ίσως κάποιον που θα είχε πεσκέσια στην τσέπη του. Έφυγε με σκυμμένο το κεφάλι. Όχι, σίγουρα δεν ήταν αυτό το συναίσθημα που βίωνε στον ύπνο της.

Το όνειρο με την αρκούδα είχε αρχίσει να της γίνεται έμμονη ιδέα. Το συζήτησε και με τον ψυχαναλυτή της. Ούτε η απάντησή του την κάλυψε. Ουσιαστικά της είπε ότι η αρκούδα συμβολίζει τους φόβους της. Και πρέπει να έρθει αντιμέτωπη με τον εαυτό της. Να νικήσει τα σκοτάδια της. Όμως εκείνη τα αγαπούσε τα σκοτάδια της. Ήταν κομμάτια του μυαλού της. Δεν χανόταν ποτέ μέσα τους. Ήξερε ακριβώς πως να κινηθεί στα τυφλά, χωρίς ποτέ να χάνει την επαφή με την πραγματικότητα. Μετά από τόσα χρόνια φόβου και αγωνίας, είχε μάθει πια να ελέγχει τον εαυτό της. Ακουμπούσε πάντα με τις άκρες των δακτύλων της το κενό, αλλά δεν επέτρεπε στον εαυτό της να πέσει μέσα.

Σε μια στιγμή υπερβολικής αυτοπεποίθησης, σκέφτηκε να κανονίσει ένα ταξίδι μέχρι τον Εθνικό Δρυμό στην Πίνδο, όπου είχε διαβάσει ότι είναι από τους τελευταίους βιότοπους της καφέ αρκούδας στην Ελλάδα. Εκεί ζουν ελεύθερες μέσα στη φύση, και αν κατάφερνε να συναντήσει μία, σίγουρα θα ήταν τελείως διαφορετικά από ότι στον ζωολογικό κήπο. Η ιδέα δεν της φάνηκε άσχημη. Ήδη κανόνιζε μες στο μυαλό της τις λεπτομέρειες. Θα έπρεπε να ζητήσει άδεια από τη δουλειά της, και αυτή τη περίοδο είχε αυξημένες υποχρεώσεις. Είχε όμως ένα μικρό υπόλοιπο ημερών, και παραδόξως ακόμα και ο τραπεζικός της λογαριασμός δεν ήταν μηδενικός. Όσο το σκεφτόταν, τόσο φάνταζε υλοποιήσιμο.

Με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη, άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε έξω. Χρειαζόταν λίγο δροσερό αέρα να την χτυπήσει στο πρόσωπο. Ο ενθουσιασμός έκανε τα μάγουλά της να φλέγονται. Κοίταξε αφηρημένα τον ουρανό. Και τότε κατάλαβε. Ένωσε νοερά τα αστέρια. Ναι, αυτό ήταν. Η μεγάλη και η μικρή άρκτος. Εκείνος της τα είχε δείξει, ένα βράδυ που είχαν ξενυχτήσει στην παραλία, μιλώντας για τα πάντα. Πόσο χαζή ήταν. Πόσο ξεκάθαρα της είχε μιλήσει το υποσυνείδητό της , κι εκείνη προγραμμάτιζε ταξίδια στα βουνά. Σήκωσε το τηλέφωνο. Η απάντηση ήρθε αμέσως από την άλλη πλευρά. Σαν να ήταν πάνω από την συσκευή. Σαν να περίμενε το τηλεφώνημά της, κι ας ήταν τόσο αργά. «Θέλω να κοιμόμαστε μαζί, κάθε βράδυ». Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα άλλο. Η απάντηση ήταν μονολεκτική, αλλά ουσιαστική, και ήξερε ότι θα άλλαζε όλη της τη ζωή. «Έρχομαι».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook