Η ανταλλαγή

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Άνοιξε το πορτατίφ που ήταν δίπλα στο κρεβάτι του και ανακάθισε. Κοίταξε το ξυπνητήρι του η ώρα τρεις το πρωί πολύ νωρίς για να χτυπήσει πολύ νωρίς για να ξυπνήσει. Κι όμως ήταν εκεί ξύπνιος με μάτια ορθάνοιχτα, κόρες διεσταλμένες, λαχανιασμένος και μισοιδρωμένος και προσπαθούσε να καταλάβει αν αυτό που μόλις είχε ζήσει είχε γίνει στον ύπνο του ή στον ξύπνιο του. Κοίταξε τις παλάμες του μέσα και έξω αλλά δεν έβλεπε τίποτα, περίεργο όμως γιατί το ένιωθε, ένιωθε κάτι γλιστερό και κρύο να περονιάζει την σπονδυλική του στήλη και να του σηκώνεται η τρίχα κάγκελο. Τράβηξε την κουβέρτα του ψηλά, άνοιξε τη θέρμανση, έκλεισε το πορτατίφ και ξανακοιμήθηκε.

Στις 7 το πρωί το ξυπνητήρι χτύπησε και αυτή τη φορά σηκώθηκε χωρίς ανατριχίλες και περίεργα συναισθήματα. Το προηγούμενο βράδυ ήταν πράγματι φρικτό αλλά πιθανότατα να έφταιγαν τα ποτά που είχε καταναλώσει μετά το γραφείο σε εκείνο το μπαράκι που μαζεύονταν όλοι και όπου εδώ και μήνες προσπαθούσε να πλησιάσει το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά. Την παρατηρούσε εδώ και μήνες όπως καθόταν νωχελικά δήθεν συνεσταλμένα στον ξεθωριασμένο δερμάτινο καναπέ του μπαρ. Πάντα είχε παρέα και κάθε φορά ήταν διαφορετική, πότε φίλες πότε φίλο πότε πατέρα πότε μητέρα, ποτέ δεν ήταν όμως μόνη. Την έβλεπε και ξεροστάλιαζε όπως δίπλωνε απαλά τους λευκούς της αστραγάλους και έπειτα που ανασήκωνε το πόδι της ίσα για να το σταυρώσει με το άλλο και έβλεπε για λίγο το εσωτερικό των μηρών της τόσο όσο να νιώσει το στομάχι του να σφίγγεται κουβάρι από τον πόθο. Και εκείνη τον κοιτούσε φευγαλέα μερικές φορές αν και ποτέ κατάματα, με τα μεγάλα της μάτια γεμάτα περιέργεια! Αλλά κάθε φορά που εκείνος αποφάσιζε να πάει κοντά της μέχρι να φτάσει εκείνη είχε εξαφανιστεί!

Σηκώθηκε βαριεστημένα σέρνοντας τα πόδια του, ένιωθε κουρέλι, τον πονούσαν τα πάντα και όλα του φάνταζαν τρομερά κουραστικά για να τα κάνει. Μα καλά πόσο είχε πιει; Δε θυμόταν να είχε πιει παραπάνω από δύο ποτά! Κι όμως ένιωθε τόσο βαρύς! Έφτασε επιτέλους στη βρύση την άνοιξε και έβαλε το κεφάλι του κάτω από το παγωμένο νερό για λίγα δευτερόλεπτα. Το παγωμένο νερό έτρεξε στα μηνίγγια του και τα πάγωσε, του έκανε καλό , τον ξυπνούσε, τον ξανάνιωνε. Έκλεισε τη βάνα σφιχτά και σήκωσε το πρόσωπό του στον καθρέπτη. Κοίταξε για λίγα λεπτά το βρεγμένο είδωλό του στο σπασμένο καθρέπτη. Σπασμένο ; Μα τι στο καλό συμβαίνει ;

Ο καθρέπτης του μπάνιου του ήταν σπασμένος σε μικρά μικρά κομματάκια τόσο μικρά που έβλεπε χιλιάδες, μπορεί και μυριάδες ειδωλάκια επάνω του. Αλλά δεν μπορούσε όμως να θυμηθεί πότε έσπασε αυτός ο καθρέπτης! Βέβαια σκέφτηκε το προηγούμενο απόγευμα θα το περνούσε η αδερφή του με το φίλο της στο σπίτι του οπότε μπορεί να έγινε κανένα ατύχημα ,άλλωστε δεν ήταν και η πρώτη φορά που του κατέστρεφαν το σπίτι μέσα από τους φωνακλάδικους και ζημιάρικους καβγάδες τους. Πήγε με αργό βήμα στην κουζίνα, ακόμη δεν είχε συνέλθει. Άναψε το μάτι, έβαλε να ψήσει καφέ και έκατσε να περιμένει απέναντι από τη κλειστό παράθυρο που κοιτούσε στο φωταγωγό. Και τότε το είδε.
Είδε την αντανάκλασή του στο κλειστό παράθυρο. Μα δεν μπορεί, δεν μπορεί να είναι εκείνος αυτός ο άντρας που βλέπει τώρα απέναντι. Κοιτάζει την ημερομηνία στην εφημερίδα και μετράει σιωπηλά, ξαναμετράει φωναχτά, αλλά όσο και να το μετράει δε του βγαίνουν τα νούμερα. Και τα νούμερα δεν κάνουν ποτέ λάθος! Σε ένα μήνα θα κλείσει τα τριαντακοστά τρίτα του χρόνια! Είναι ακόμη νέος, όμορφος και δυνατός δεν μπορεί λοιπόν, κάποια φάρσα ; Κάποιο λάθος θα ‘χει γίνει!

Φτάνει βιαστικά στο δωμάτιό του, ψάχνει να βρει το κοστούμι του η ώρα έχει περάσει και θα αργήσει πάλι στο γραφείο! Μα που είναι το κουστούμι του επιτέλους; Τα χέρια του τρέμουν και τα γόνατά του χτυπούν μεταξύ τους τόσο που ακούγονται οι αρθρώσεις τους. Το δωμάτιό του είναι παγωμένο λες και είναι ψυγείο μα δε θυμάται να άνοιξε το παράθυρο. Έχει αρχίσει να τρέμει για τα καλά , χτυπούν τα δόντια του και η όρασή του θολή, και όπως στα τυφλά ψάχνει το κουστούμι του μέσα στη ντουλάπα ένα υπόλευκο χέρι τον πιάνει από το λαιμό και τον τραβάει μέσα βίαια.
Μυρίζει καμένος καφές , τα φώτα τρεμοπαίζουν για λίγο και μετά ένα ραδιόφωνο ακούγεται από το τέλος του διαδρόμου του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας να παίζει κάποια ξεχασμένη μελωδία από το παρελθόν. Ένα κόκκινο κεφάλι ίσα που ξεπροβάλλει από το διαμέρισμά του, είναι ένα κορίτσι νέο, γεμάτο σφρίγος και ζωντάνια και λάμψη, κοιτάζει τα χέρια της στον ήλιο, δείχνει χαρούμενη , ενθουσιασμένη και γελά γαργαριστά. Φοράει μπλε ανδρικό κουστούμι με ανοιχτό το πουκάμισο, ανοιγμένο τόσο όσο να φαίνεται το σφριγηλό νεανικό της στήθος, γραβάτα δε φορά.

Μετά από μερικές μέρες βρέθηκε στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου ένας άνδρας ηλικιωμένος να είναι κρεμασμένος από μία κόκκινη σατέν γραβάτα στον ανεμιστήρα του δωματίου του και να γυρνά γύρω γύρω το άψυχο κουφάρι του σα καρουζέλ. Κανείς δεν έμαθε πως βρέθηκε εκεί και ποιος άραγε να ήταν αυτός ο γέρος. Άλλωστε όλοι νόμιζαν ότι εκεί έμενε μόνο ένας νέος τριαντατριών ετών … σχεδόν!

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook