Η ανυπακοή

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Εγώ σαν ζώδιο είμαι δίδυμος και λίγο καρκίνος, οπότε μέσα μου λένε υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί χαρακτήρες.
Ένας ήρεμος, ευγενικός, καλός και εργατικός, και ένας άλλος, επαναστάτης, ανυπάκουος και ανατρεπτικός.
Αυτά όλα παιδιόθεν.
Η μαμά μου η Πελαγία καμία σημασία δεν έδινε στον πρώτο καλό χαρακτήρα μου, τον οποίο θεωρούσε δεδομένο για παιδί της, αλλά προσπαθούσε πάση θυσία να τιθασεύσει τον άλλο τον κακό, κατά την άποψή της, εαυτό μου.
Μια κουβέντα βέβαια ήταν αυτό μια και την ευθύνη την έφεραν τα άστρα και η ημερομηνία γέννησής μου, λέμε τώρα!
Με συμβουλές, με τιμωρίες και με ξύλο σαν όπλα δινόταν ο αγώνας από μέρους της, με πείσμα και ξεροκεφαλιά αμυνόμουν εγώ από μέρους μου.
Όταν έβαζα κάτι στο μυαλό μου που μου άρεσε, το έκανα αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεών μου.
Επίσης με ήθελε καλό και ευγενικό κοριτσάκι που δεν θα έκανα κακά πράγματα, δεν θα έλεγα κακά λόγια και θα έκανα παρέα με παιδιά από “νοικοκυρεμένες οικογένειες”.
Και εδώ μου φαίνεται ότι εκτός από τα άστρα παίζουν το ρόλο τους και κάποια γονίδια, δεν ξέρω ποια, αλλά υποπτεύομαι ότι ήταν από την πλευρά του μπαμπά μου, που με έσπρωχναν προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Πολύ μου άρεσε να πηγαίνω σε απαγορευμένα σπίτια που δεν υπήρχαν κανόνες καθαριότητας και καλής συμπεριφοράς όπως την εννοούσε η μαμά μου και να παίζω με τα “κακά” παιδιά που ήταν λίγο βρώμικα και βρίζανε και λίγο, αλλά που αγαπιόμαστε και ταίριαζα μια χαρά μαζί τους και πέρναγα πολύ όμορφα και κατά την γνώμη μου ήταν και πάρα μα πάρα πολύ καλά παιδιά.
Σε ένα τέτοιο σπίτι λοιπόν πήγαινα πολλές φορές κρυφά, γιατί είχα μία φιλενάδα και παίζαμε πολύ όμορφα, αλλά και για έναν άλλο λόγο τώρα τελευταία.
Η μαμά της είχε κάνει ένα μωράκι και εγώ πολύ τα αγαπούσα τα μωρά.
Μου άρεσε να το πιάνω αγκαλιά, αλλά και να το κουνάω στην κούνια του που κρεμόταν από γάντζους στο ταβάνι.
Γιατί μάλλον μέσα στα καλά ή στα… κακά που διέθετα, είχα ανεπτυγμένο και το ένστικτο της μητρότητας, αυτό παρμένο από την μαμά μου σίγουρα.
Έτσι μία μέρα της είπα της μαμάς μου ψέματα, ότι θα πάω στην γιαγιά μου στην Αγία Μαρίνα, λοξοδρόμησα, και να σου η καλή σου στο σπίτι της φιλενάδας μου.
Είχα υπ’ όψη μου να καθίσω λίγο να δω το μωρό και μετά γρήγορα να φύγω.
Αλλά ξεχάστηκα, νύχτωσε και όταν το κατάλαβα, το μοιραίο είχε συμβεί και ήταν πια αργά να διορθωθεί.
Γιατί όταν πήγα στην Αγία Μαρίνα πληροφορήθηκα με κάπως τρομακτικό οφείλω να ομολογήσω τρόπο από την γιαγιά μου, του στύλ, «θα σε σκοτώσει η Πελαγία άμα σε δει», ότι είχε πάει από εκεί η μάνα μου, δεν με βρήκε και άρχισε τις αναζητήσεις σε πιθανά κατά την άποψή της μέρη, σε φίλους και γνωστούς, πλην όμως εις μάτην και μετά κατάλαβε πού ήμουν, αλλά δεν ήρθε να με βρει, παρά με περίμενε στο δικό της γήπεδο.
Με την ψυχή στο στόμα και την αγωνία στο κόκκινο έτρεξα όσο γινόταν πιο γρήγορα στο σπίτι μας, όμως η αυλόπορτα ήταν κλειδωμένη από μέσα και αναγκάστηκα να χτυπήσω την κεντρική την πόρτα και να αντιμετωπίσω αμέσως και κατά μέτωπο τον εχθρό.
Η πόρτα δυστυχώς δεν άνοιξε, ο εχθρός δεν εμφανίστηκε, αλλά μια σκληρή και παγωμένη φωνή ακούστηκε από μέσα να βγάζει την καταδικαστική ετυμηγορία.
-Κατινούλα να φύγεις από το σπίτι. Εγώ δεν θέλω κακά παιδιά εδώ μέσα που δεν με ακούνε και λένε και ψέματα και με κάνουν ρεζίλι στον κόσμο να τα ψάχνω.
Βαρύ το κατηγορητήριο και τα κρίματά μου, αλλά να φύγω και να πάω πού;
Ξανακούστηκε ποτέ να διώξει μαμά το παιδί της από το σπίτι τους μέσα στα άγρια μεσάνυχτα;
Μεσάνυχτα δεν ήταν, αλλά έτσι μου φαινόταν και τι να κάνω τώρα το κακόμοιρο;
Δεν μου περνούσε καν από το μυαλό να απομακρυνθώ, να πάω στης γιαγιάς μου, ή στης φίλης μου της Μαίρης ή στης θείας μου της Μαρίας της Πρίδαινας που ήταν και ακριβώς απέναντι και με αγαπούσε πολύ ο μπάρμπα Μιχαήλος ο άντρας της, που με έλεγε όταν πήγαινα, “καλώς ντ’ καλή τσι τ’ χρυσή ντ’ κουπέλα μ’ “.
Πώς να πάω όμως, και τι να πω; Ότι με έδιωξε η μαμά μου από το σπίτι;
Καλύτερα να άνοιγε η γη να με καταπιεί.
Και ήταν πια και πολύ νύχτα όπως σας είπα και έκανε και κρύο και ντρεπόμουνα μήπως περάσει και κανένας άνθρωπος και με ρωτήσει τι έκανα έξω μόνη μου τέτοια ώρα και τι να του πω Παναγίτσα μου;
Ότι έφταιγε η άκαρδη η μαμά μου που δεν με συγχώρησε;
Σαν την κακιά μητριά του παραμυθιού την έβλεπα εκείνη τη στιγμή και δεν την αγαπούσα καθόλου μα καθόλου και ήμουν πολύ πολύ δυστυχισμένη.
Και πήγα και χώθηκα ένα κουβαράκι σε μία γωνίτσα, στην πλευρά της πόρτας της θείας μου της Μαρίας που δεν φωτιζόταν πολύ καλά από το φανάρι του δρόμου και περίμενα να έρθει ο από μηχανής θεός μου, ο μπαμπάς μου ο αγαπημένος, που μου είχε αδυναμία και ήξερα εγώ ότι θα με συγχωρούσε.
Και έβλεπα το φως της λάμπας στο παράθυρό μας και στα άλλα σπίτια και σκεφτόμουν πόσο τυχεροί ήταν αυτοί που μένανε μέσα και ότι έτσι πρέπει να ένιωθε και το κοριτσάκι με τα σπίρτα σε άλλο παραμύθι, μόνο του και παγωμένο, μόνο που αυτό ήταν και λίγο καλύτερα από μένα γιατί είχε και σπίρτα.
Και με πιάσανε τα κλάματα και λυπόμουνα τον εαυτό μου που θα πέθαινα από το κρύο και αργούσε και ο μπαμπάς μου.
Και κάποτε στον κάποτε τον είδα από μακριά να έρχεται και ξεδιπλώθηκα λίγο να με δει να με γνωρίσει και εκείνος τίποτα.
Μόνο ανέβηκε τα σκαλιά και έβγαλε το κλειδί να ανοίξει την πόρτα.
Και έβαλα τα μεγάλα μέσα, τα δυνατά αναφιλητά και τρόμαξε ο μπαμπάς μου που με είδε και με γνώρισε και “τί κάνς κουρτσέλι μ’ όξου μέσ’ του κρύου στα σκουτνά τέτοια ώρα” με ρώτησε, και εγώ έτρεξα και χώθηκα στην αγκαλιά του και ήξερα ότι αυτό ήταν, σώθηκα, και δεν θα είχα το δραματικό τέλος του…κοριτσάκι με τα σπίρτα.
Και του είπα ότι ήμουν κακό παιδί και γι’ αυτό με έδιωξε η μαμά μου από το σπίτι και μπήκαμε μέσα και ο μπαμπάς μου της είπε με κάποιο ύφος, λίγο να, σαν να την μάλωνε, “βρε Πελαγία του μουρό!”, αλλά σε μένα είπε να ζητήσω συγνώμη και να υποσχεθώ ότι θα είμαι καλό παιδί και δεν θα το ξανακάνω.
Και εγώ το υποσχέθηκα, αλλά κατά βάθος ήξερα ότι δεν έκανα δα και τίποτα και δεν ήμουνα καθόλου κακό παιδί και στην πρώτη ευκαιρία, πάλι θα το ξαναέκανα.
Και τα ψέματα τα είπα γιατί δεν θα με άφηνε να πάω να παίξω με το μωράκι αν της το ζητούσα.
Ποιος λοιπόν έφταιγε, όχι πες τε μου, ποιος;
Ο διδυμοκαρκίνος, ή η “παράξενη” η μαμά μου που όλο κανόνες ήτανε, και μη και μη;

Γραγουδά-Γεωργή Κατερίνα

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook