Η αρπαγή της ανεμελιάς

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τέλος δεκαετίας του 80. Στις γειτονιές της Ελλάδας, πιτσιρίκια παίζουν ελεύθερα μέχρι να δύσει ο ήλιος , ίσως και πιο αργά. Οι γονείς χωρίς αρνητική σκέψη συνεχίζουν στο σπίτι την καθημερινή τους ρουτίνα. Δεν υπάρχουν πλατείες, παιδικές χαρές και πυλωτές χωρίς παιδικές φωνές και γέλια. Όχι μόνο δεν σκέπτεται κανείς ότι μπορεί το παιδί του να πάθει κάτι κακό πέραν των γρατζουνιών στα γόνατα, αλλά δεν υφίσταται καν σαν έννοια ο κίνδυνος ανηλίκων. Κανένα κανάλι δεν μιλά για απαγωγές, παιδεραστία και όσα τραγικά συνθέτουν την σημερινή πικρή καθημερινότητα. Η μαμά στέλνει το 10χρονο στο φούρνο για ψωμί, ο μπαμπάς ζητά από τον πιτσιρίκο να πεταχτεί για τσιγάρα και η ζωή κυλά ήρεμα.

Μια τέτοια ανέμελη μεσοαστική οικογένεια ζει σε κάποια γειτονιά μιας μεγαλούπολης. Με δυο ήσυχα γλυκά κοριτσάκια καμάρι όλου του σογιού. Η μια μόλις 9 ετών η άλλη, μεγάλη πια στα 12. Τα απογεύματα κατεβαίνουν σε μια πλατεία τρία τετράγωνα από το σπίτι τους και συναντούν τους συμμαθητές τους σμίγοντας σε ένα ατελείωτο παιχνίδι. Με την πρώτη σκοτεινιά, μόνα τους, δίχως να βγει κανένας να τα γυρέψει, επιστρέφουν σπίτι. Παίρνουν το κόκερ σπάνιελ της οικογένειας , του βάζουν αλυσιδίτσα και ξαναβγαίνουν να κάνουν τον γύρο του τετραγώνου και να επιστρέψουν πάλι.

Κάθε μέρα η ίδια και απαράλλακτη ακολουθία. Μα ένα σούρουπο κάτι αλλάζει. Η Μαρία, η μεγάλη αδερφή, δεν θέλει να συμμαζευτεί από το παιχνίδι. Βλέπετε έχουν ξεκινήσει τα πρώτα σκιρτήματα και στην πλατεία βρίσκεται ο Γιώργος. Με μισή καρδιά φεύγει με τη μικρή για το σπίτι. Αλλά αμέσως μόλις ξαναβγαίνουν με τον σκύλο, παρατάει τη μικρή και τρέχει στην πλατεία. Η μικρή Λίζα είναι απαρηγόρητη. Κάθεται στα πρώτα σκαλάκια που βρίσκει και κλαίει γοερά. Τότε ακούει μια γλυκιά φωνή «τι τρέχει κοριτσάκι;»

Σηκώνει το βλέμμα. Συναντά δυο όμορφα πράσινα μάτια. Ο νεαρός, όχι πάνω από 25 ετών, της χαρίζει το πιο γλυκό του χαμόγελο. Η Λίζα του λέει για την προδοσία της αδερφής της και αυτός προσφέρεται να την συνοδέψει στην βόλτα του σκύλου ώστε να μην φοβάται μόνη. Η μικρή χαμογελά και πάλι. Ξεκινούν για τον γύρο του τετραγώνου ενώ ήδη έχει πέσει η νύχτα. Κουβεντιάζουν χαρούμενα. Για το σχολείο και τους γονείς κ χίλια άλλα. Σε όλη τη διάρκεια τον κοιτάζει κλεφτά. Είναι ψηλός αδύνατος με όμορφα μακριά μαλλιά σχηματισμένα σε μελιά δαχτυλίδια. Τον βρίσκει τόσο γλυκό. Φοράει ένα πέτσινο μπουφάν μαύρο με πορτοκαλί λεπτομέρειες στους ώμους που τον κάνει στα μάτια της ακόμα πιο ηρωικό. Έτσι σιγά- σιγά χάνει τη συστολή της και του ανοίγεται. Τιτιβίζει χαρούμενα με την παιδική της αφέλεια, περπατούν αργά και το σκυλί τραβάει δυσαρεστημένο το λουρί αλλά αυτή δεν δίνει σημασία. Δεν έχει καν πάρει χαμπάρι ότι ο νέος της φίλος έχει επιβραδύνει το βήμα με αποτέλεσμα να βρίσκεται σχεδόν ένα βήμα πίσω της.

Και εκεί, απέναντι από μια πολυκατοικία που παραμένει χρόνια γιαπί, αυτός την αγκαλιάζει από πίσω. Το αριστερό του χέρι την κρατεί σφιχτά ώστε να μην μπορεί να κουνηθεί. Ταυτόχρονα το δεξί μπαίνει με βία μέσα από το παντελόνι της. Έχει παγώσει. Δάκρυα κυλούν από τα μάτια της αλλά φωνή δεν βγαίνει καθόλου. Και αυτός όλο και δυναμώνει το άγγιγμα. Το στομάχι της έχει δεθεί σε έναν τεράστιο κόμπο και το σώμα της αρχίζει να τρέμει. Ο δρόμος είναι έρημος και το βλέμμα της δεν βρίσκει τίποτα να γαντζωθεί ώστε να ζητήσει βοήθεια. Μόνο τσιμέντο και μπετό. Ώσπου κάτι την ξυπνάει από τον εφιάλτη που έχει βουλιάξει. Ένα δυνατό τράβηγμα στο αριστερό της χέρι. Το αγαπημένο της σκυλάκι τραβάει με δύναμη το λουρί να φύγουν από κει και γρυλίζει με μανία. Δεν χρειάστηκε παραπάνω βοήθεια. Τα μάτια σταματούν στη στιγμή να κλαίνε, το είναι της γεμίζει αδρεναλίνη από τη συνειδητοποίηση της κατάστασης όπου βρίσκεται. Αστραπιαία το κεφάλι της απομακρύνεται από τη ζεστή ανάσα στο σβέρκο της και το παιδικό ποδαράκι κλωτσά προς τα πίσω με όση περισσότερη δύναμη μπορεί. Ο δράστης ξαφνιάζεται από τον οξύ πόνο στο καλάμι και για δευτερόλεπτα ξεσφίγγει τον κλοιό του. Το κορίτσι φωνάζει στο σκυλί να τρέξει και εκείνο την παρασέρνει σχεδόν σέρνοντας την στον δρόμο για το σπίτι. Δεν ρίχνει ούτε μισή ματιά προς τα πίσω. Δεν ξέρει αν την ακολουθεί, δεν την νοιάζει κιόλας. Σέρνεται πίσω από το σκύλο ώσπου πατάει μέσα στην είσοδο της πολυκατοικίας τους. Εκεί αδειάζει το στομάχι της. Ανεβαίνει στο διαμέρισμα δίχως να πει κουβέντα. Δεν απαντά καν στη μάνα που ρωτά που είναι η μεγάλη. Τρέχει και κουκουλώνεται στα σκεπάσματα. Δυο μέρες άρρωστη . Ποτέ κανένας δικός της δεν έμαθε την περιπέτεια της. Ντρεπόταν τόσο πολύ που έκανε φίλο ένα τέρας.

Πόσος καιρός είναι αρκετός για να τιμωρηθεί ένας παραλίγο βιασμός; αν δεν είχε ξεφύγει, αν το είχε πει, αν τον είχαν πιάσει τώρα 30 χρόνια μετά, αυτός θα ήταν πάλι ελεύθερος. Υπήρξαν και άλλες Λίζες πιθανώς πιο άτυχες από την ίδια; Φτάνουν 30 χρόνια για ένα έγκλημα; Και αν δεν διαπράχτηκε; Αν ρωτήσετε την 40χρονη πια Λίζα θα σας πει όχι. Γιατί ακόμα γυρνά το στομάχι της όταν μυρίζει δερμάτινο ρούχο. Η αρπάγη της ανεμελιάς δεν ξεχρεώνεται ποτέ. Ούτε τότε στα χρόνια της ασφάλειας.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook