Η αυλή

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

 

«Έλα σήκω, πάμε να φύγουμε, θέλω να περάσω απ τον κυρ Θανάση να πάρω ψωμί». Της μαμάς μου όταν της έμπαινε κάτι στο κεφάλι εκείνη τη στιγμή έπρεπε να γίνει.
«Θα πάμε στη θεία;»
«Θα πάμε αν θες. Θα έχουμε χρόνο μονό αν πάρεις τα πόδια σου».
Έβαλα το φόρεμα τα πέδιλα και το καπέλο μου κι έτοιμη για βόλτα!

Άνοιξη 1979-80. Αθήνα, Μοσχάτο
Μια άλλη Αθήνα φτωχή αλλά όμορφη, με σπίτια διώροφα, τριώροφα, αυλές με τριαντάφυλλα, μπακάλικα, μικρά καφενεδάκια με παρεούλες να γελάνε ή να φωνάζουν, για να λύσουν τα θέματα τους. Γειτονιές όμορφες και παντού γιασεμιά, μοσκοβόλαγε ο τόπος! Ακόμη η μυρωδιά τους με συγκλονίζει όταν τα θυμάμαι!
Όπου έφτανα έκλεβα κι ένα μικρό λουλούδι, να το δώσω στη μαμά μου! Τη λάτρευα τη μαμά μου κι ακόμη τη λατρεύω, ήταν μικρό παιδί η ίδια όταν με γέννησε, 16 χρόνων μόλις και ήμουν η κούκλα της. Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι τις ώρες που περνούσαμε μαζί με τραγούδια πολλά κι αγκαλιές.
Αλλά ας αφήσουμε τη μαμά μου. Που ήμασταν; Α ναι, στο όμορφο πρωινό βολτάρισμα .
Πήραμε το ψωμί που ήθελε η μαμά και βουρ για τη θεία. Δεν ξέρω αν ήταν πραγματικά συγγενής, εγώ την έλεγα έτσι κι ένιωθα πως ήταν σαν να έμπαινα πάντα στο σπίτι μας. Άλλο σπίτι, αλλά κι αυτό δικό μας. Ήταν υπόγειο θυμάμαι, όχι μικρό ούτε μεγάλο, αλλά με μια τεράστια αυλή απ’ αυτές που σαν παιδί θες να αλωνίσεις, να περάσεις βήμα βήμα, σπιθαμή σπιθαμή και να παίζεις ασταμάτητα. Τα παιχνίδια μας τότε δεν ήταν δα και τα πιο πλούσια. Ποδήλατα είχαν ελάχιστα παιδιά, μπασκέτες και τέρματα αυτοσχέδια και πέτρες για το χώρισμα, καμία μπάλα μισοφουσκωμένη και φαντασία στα υπόλοιπα με τα κατσαρολικά της μαμάς. Αλλά με τέτοια αυλή τι να τα κάνεις τα παιχνίδια; Μόνο η τρεχάλα έφτανε, ένιωθες αυτό το αεράκι πάνω σου που με τίποτε δε μπορούσες να σταματήσεις.

Πάμε άλλη μια φορά;
Και πως να χαλάσεις χατίρι στο φίλο σου, στον κολλητό σου, στον “αδερφό” σου. Άλλη μια φορά λοιπόν και η τρεχάλα έφερνε γέλια κι άλλα γέλια. Τα μάγουλα κατακόκκινα από την δύναμη και τη λαχτάρα του τερματισμού και οι φωνές και τα γέλια ξέφρενα!

«Τι κάνετε εκεί παλιόπαιδα;» Τα μάτια της θείας άστραψαν καθώς πετάχτηκε λίγο να μας δει. «Θα χτυπήσετε, σταματήστε, θα κάνετε ζημιά».
Για λίγο ηρεμήσαμε, αλλά η φωτιά των ματιών δεν έσβηνε ποτέ. Δε χρειάστηκαν λόγια, μόνο ένα βλέμμα και ο αέρας στα πρόσωπα μας ξανά. “Κρατήσου καλά ε; Άμα σπάσει το καρότσι θα μας σκοτώσει η θεία.”
Το γέλιο ξεχύθηκε στην αυλή, ένα γέλιο ευτυχίας και χαράς.

Τι και αν τα πόδια του δεν πάτησαν ποτέ το έδαφος, τα μάτια του πάντα έλαμπαν, η καρδιά χτυπούσε δυνατά κι η χαρά έφερνε γέλια και άλλα γέλια και πάντα περιμέναμε την επόμενη φορά και ας φοβόταν η θεία πως θα σπάσει το καρότσι του. Βλέπεις οι καιροί δεν ήταν εύκολοι για μια αγορά αναπηρικού καροτσιού, αλλά τα μάτια έβγαζαν σπίθες, πως να σταματήσεις;

Λένε πως κάποιοι φίλοι μπορούν να λέγονται και αδέρφια. Είμαι περήφανη για τον αδερφό μου, που κατάφερε πολλά για εκείνον και πάνω απ’ όλα που ποτέ δεν έχασε τη λάμψη των ματιών του.

 

Αναστασία Φαφουτέλη

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook