Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Είναι η αγαπημένη της ώρα το πρωί και ο καφές στο χέρι της δίνει λίγη ζεστασιά παραπάνω. Ο ήλιος δε θα βγει για αρκετούς μήνες. Ίσως να σκάσει ένα μικρό χαμόγελο κατά καιρούς αλλά τα σύννεφα, η βροχή και καμιά φορά το χιόνι θα είναι η συνήθης εικόνα για πολύ καιρό. Παρατήρησε τα γυμνά δέντρα. Ίσως και να ήταν η πρώτη φορά που ζούσε κοντά σε φυλλοβόλα δέντρα. Βλέπεις συνήθιζε παλιά στο δρόμο του σπιτιού της, σε κάποια άλλη πατρίδα, να συναντά τα εσπεριδοειδή που γέμιζαν τόσα χρώματα με την πρώτη φρέσκια ματιά του ήλιου τα πρωινά. Τη μοσχοβολιά της πασχαλιάς την άνοιξη, το γιασεμί το καλοκαίρι.
Ο δρόμος ήταν ήρεμος. Ήδη τα παιδιά ήταν στο σχολείο και οι περαστικοί σπάνιοι. Ίσως επέλεγαν μία άλλη διαδρομή. Μία διαδρομή ήρεμη επίσης, ρουτίνας θα έλεγε κανείς πότε με τα ακουστικά στα αυτιά, με ένα βιαστικό τσιγάρο, φορώντας τον σκούφο τους και τα χοντρά παλτά τους. Η Ελένη αγαπούσε πολύ το χειμώνα. Η φρεσκάδα του ορίζοντα την αναζωογονούσε. Πιο παλιά, όταν βρισκόταν στα πιο ζεστά κλίματα λαχταρούσε να γνωρίσει πώς είναι να ζεις στο κρύο. Να χουχουλιάζεις, να ανάβεις το τζάκι και μέσα από αυτό να ταξιδεύει το μυαλό σου σε όμορφες εικόνες. Σαν μία μαγική φωνή να την είχε ακούσει και να πραγματοποίησε την επιθυμία της αυτή. Χωρίς βέβαια να την προειδοποιήσει πως όλες οι επιθυμίες έχουν ένα τίμημα.
Ο δρόμος της ξενιτιάς δεν ήταν εύκολος. Ήταν μία εύκολη απόφαση, αναγκαστική, δραστική χωρίς πολλές σκέψεις ήταν όμως παράλληλα και μία δύσκολη απόφαση. Άλλωστε είχε μία πατρική οικογένεια, φίλους, είχε το δικό της σπίτι, είχε τα δικά της βιώματα και το βασικότερο δεν είχε ζήσει ποτέ στο εξωτερικό. Κι έζησε πολλά για να αξιολογήσει τις δύσκολες επιλογές και να καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο μονόδρομος καμιά φορά μας βοηθά να πάρουμε τις πιο λογικές αποφάσεις. Όχι για εκείνη, δηλαδή μπορεί και για εκείνη, κυρίως όμως για την οικογένειά της. Για τον άντρα, για τα παιδιά τους, για την κοινή ζωή τους.
Δεν είδε τον εαυτό της ποτέ σαν μία γυναίκα με οικιακά. Στο μυαλό της είχε πάντα τη συγχωρεμένη μητέρα της. Τη θυμάται στο σπίτι τα μεσημέρια με το ζεστό φαγητό μετά το σχολείο, τα απογεύματα με το ελληνικό καφεδάκι, τη θυμάται δυναμική, τη θυμάται δίπλα της. Και τη θαύμαζε. Ενώ η Ελένη επέλεξε από νωρίς το δρόμο της φιλοδοξίας. Του ανικανοποίητου, της αναζήτησης. Και αυτό της ήταν το πιο δύσκολο. Να σταματήσει δηλαδή να στέκεται όπως πριν από αρκετά χρόνια και να πρέπει χαλαρώσει τους ρυθμούς της. Να ζήσει κοντά στα παιδιά της αφήνοντας τις επαγγελματικές της αναζητήσεις πίσω. Και βέβαια πονούσε. Σιωπηλά πονούσε, καμιά φορά μπορεί και μπροστά στον άντρα της. Έβλεπε το παιδί της να υποφέρει και να παλεύει να προσαρμοστεί ενώ η ίδια έκανε έναν υπέρτατο αγώνα για να … προσανατολιστεί. Για να βοηθήσει το παιδί της αλλά και τον εαυτό της. Δεν έπρεπε να χάσει έδαφος, ούτε και το δρόμο της.
Κάθισε στον υπολογιστή της και άρχισε να γράφει. Σήμερα δε θα έφτιαχνε στο εργαστήρι της γλυκά. Είχε διάθεση να γράψει. Και στο μυαλό της ήρθαν χίλιες δυο εικόνες. Ήλιος, θάλασσα, ο πατέρας της τα αδέλφια της, οι φίλοι της και χαμογέλασε. Παράλληλα της ήρθαν εικόνες από ανθρώπους που την κατέκριναν όταν έφυγε. Όταν ο άντρας της κατάφερε να τους αποδεσμεύσει από την κρίση και να τους προσφέρει μία δεύτερη ευκαιρία. Και λυπήθηκε. Γιατί η μάχη δεν είναι πάντα με ίσους όρους. Καμιά φορά για να νικήσεις το θεριό πρέπει να αποδέχεσαι τις ήττες σου για να πας μπροστά. Να καταγράψεις το εγώ σου και να κρίνεις τις δυνατότητές σου. Τι είσαι διατεθειμένος να κάνεις για δύο παιδιά. Για εσένα, για τη ζωή σου για τη φιλοδοξία σου. Για την ψυχική σου ανάταση. Αυτά σκεφτόταν και δε μετάνιωσε δευτερόλεπτο για τη δεύτερη ευκαιρία. Είδε μία λύτρωση, μία ανάσα ζωής από την αδικία που υπέστη λίγο καιρό νωρίτερα όμως πάνω από όλα, παίρνοντας τη ζωή στα χέρια της, αποφάσισε να ρυθμίσει τα δικά της θέλω και πρέπει. Να κάνει τις δικές της επιθυμίες πράξη με σύνεση και με όραμα. Σιγά σιγά, χωρίς να βιάζεται. Πονώντας σιωπηλά καθώς είναι ανυπόμονη όμως αναμένοντας. Θέλοντας να γίνει καλύτερη. Στα δικά της μάτια πρώτα και μετά των άλλων. Ξεκινώντας από το μηδέν. Μία βάση που δεν την φοβήθηκε ποτέ. Ασυναίσθητα θυμήθηκε την πρώτη της μέρα στην τράπεζα και αμέσως μετά την τελευταία της μέρα εκεί μετά από είκοσι χρόνια, σαν μία διαολεμένη δύναμη να την πίεζε να κλείσει έναν επιτυχημένο κύκλο καριέρας. Ένα κύκλο ζωής και ρουτίνας που λάτρευε και τόσο απότομα της το άρπαξαν. Ένα ολοδικό της κομμάτι που θα παραμείνει οδηγός της μέχρι και σήμερα.
Είναι δύσκολο να κάνεις αλλαγές. Οι αλλαγές μας φοβίζουν. Θέλουν χρόνο να συνειδητοποιήσουμε αν μας βολεύουν και αν μπορούμε να γυρίσουμε τη σελίδα και να κάνουμε μία διαφορετική αρχή. Όχι, δεν είναι λάθος το παρελθόν μας, αντιθέτως είναι τα εφόδιά μας για να πάμε μπροστά. Για να αξιολογήσουμε σε βάθος χρόνου το νόημα της ζωής, της προσπάθειας και της επιβράβευσης. Καμιά φορά χρειάζεται να «βγούμε ακόμα και μέσα από τα δικά μας ρούχα» για να βρούμε τον εαυτό μας και τη ρώτα μας. Τα πλοία δε χάνονται εύκολα και ο καλός καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται, λέγαμε κάποτε. Και πρέπει να έχουμε υπομονή πρέπει να περιμένουμε μέχρι το δέντρο της προσπάθειας να αποδώσει γευστικούς καρπούς. Και εκείνη το ήξερε καλά.
Η Ελένη είναι μαχήτρια. Μάχεται ακόμα και μετά από έξι χρόνια να αποχαιρετήσει ένα κομμάτι της ζωής της που λάτρευε. Μάχεται να αποδείξει πως μπορείς να αλλάξεις σελίδα, ανεξάρτητα από την ηλικία, μάχεται να κρατήσει τη θετική της ενέργεια την υγεία και την αγάπη για ζωή για να είναι δίπλα στα παιδιά της, στον άντρα της . Δεν είναι θέμα υποχρεώσεων είναι θέμα ψυχής. Ξαναγίνεται ένα μπουμπούκι που περιμένει να ποτιστεί καλά η βάση του για να ανθίσει και να δώσει ελπίδα σε πολλούς που ζουν με αβεβαιότητα τις δικές τους αποφάσεις, να στηρίξει το δικαίωμα να γίνουν διαφορετικοί, να πραγματοποιήσουν τα θέλω τους. Η ενέργεια μέσα της παραμένει δυνατή όπως ακριβώς κι εκείνο το πρωινό της 9ης Απριλίου του ’92 που για πρώτη φορά αντίκρισε ένα περιβάλλον εργασίας δύσκολο και απαιτητικό. Μπορεί να είναι μία οποιαδήποτε Ελένη μαχήτρια στον κόσμο. Μπορεί κάλλιστα να είσαι κι εσύ.

Αφιερωμένο σε όλους και όλες που βρίσκονται στο σταυροδρόμι μίας δεύτερης ευκαιρίας και αναρωτιούνται για το τέλος της διαδρομής. Το ταξίδι συνεχίζεται όσο δύσκολο και επώδυνο είναι. Και είναι συναρπαστικό.