Η δική μου Κυψέλη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Πριν από εβδομήντα σχεδόν χρόνια ο παππούς μου και η γιαγιά μου, νιόπαντρο ζευγάρι τότε, έψαχναν ένα διαμέρισμα να αγοράσουν για να στεγάζουν τον έρωτά τους. Αποφάσισαν να επενδύσουν σε ένα μικρό τριάρι στην Κυψέλη. Μπορεί να ήταν πιο ακριβό από τα υπόλοιπα που έβρισκαν, αλλά είχε πολλά πλεονεκτήματα. Ήταν σε μια καλή περιοχή, κοντά στο Πεδίο του Άρεως, κοντά στο κέντρο της Αθήνας, η περιοχή είχε συγκοινωνία, και φυσικά υπήρχε και η Φωκίωνος Νέγρη, που ήταν το κέντρο της νυχτερινής ζωής της Πόλης. Όλα έδειχναν ότι είχαν κάνει την καλύτερη επιλογή. Η γειτονιά ήταν γεμάτη νεοκλασικά κτίρια και μαγαζιά κάθε είδους, οπότε δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος να απομακρυνθείς, εκτός βέβαια από τα παραδοσιακά ψώνια κάθε Χριστούγεννα στο ΜΙΝΙΟΝ.

Τα χρόνια πέρασαν και ήρθε ο καιρός να αποφασίσει και η μητέρα μου που θα έφτιαχνε το δικό της σπιτικό. Αποφάσισε να μείνει στην Κυψέλη. Η Φωκίωνος είχε πεζοδρομηθεί και έσφυζε από ζωή, τα σχολεία της περιοχής συναγωνίζονταν σε επιδόσεις τα καλύτερα ιδιωτικά και το Πεδίο του Άρεως ήταν μία όαση πρασίνου μέσα στην τσιμεντούπολη που σιγά σιγά διαμορφωνόταν περιμετρικά. Τα νεοκλασικά σταδιακά μειώνονταν και καινούριες, μοντέρνες πολυκατοικίες έπαιρναν τη θέση τους. Όμως η Κυψέλη εξακολουθούσε να παραμένει μια συνοικία μεγαλοαστών, όπου καλοντυμένες κυρίες έκαναν την βόλτα τους κάθε Κυριακή, κρατώντας αγκαζέ τον κουστουμαρισμένο συνοδό τους.

Όταν γεννήθηκα εγώ, τα πράγματα ήταν απλά. Το Πεδίο του Άρεως είχε τρεις διαφορετικές παιδικές χαρές, για να καλύπτει όλες τις ηλικίες. Ακόμα θυμάμαι τη λιμνούλα με τις πάπιες και τους κύκνους, και δεν υπήρχε Κυριακή που να μην βρίσκομαι εκεί, κρατώντας ένα κουλούρι Θεσσαλονίκης για να τις ταΐσω. Και τον δρόμο με τους ανδριάντες ηρώων της επανάστασης του 1821, όπου έμαθα να διαβάζω, και ο παππούς μου μου μάθαινε την ιστορία κάθε ήρωα ξεχωριστά. Μου μιλούσε για τον Κανάρη, που πέθανε σε ένα χαμόσπιτο επί της οδού Κυψέλης, επειδή μέχρι το τέλος έβαζε πάνω από όλα την πατρίδα μας κι όχι την τσέπη του. Για την Μπουμπουλίνα που έδωσε όλη της την περιουσία για τον Αγώνα, και για τον Κολοκοτρώνη, που στο τέλος χαρακτηρίστηκε προδότης επειδή αρνήθηκε να παίξει το παιχνίδι των πολιτικών. Και στο τέλος πάντα μου αγόραζε ένα γλειφιτζούρι σε σχήμα κοκοράκι, από έναν πλανόδιο πωλητή, κάτω από το άγαλμα του Κωνσταντίνου.

Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα νοιώθοντας απόλυτα ασφαλής. Πήγαινα μόνη μου στο σχολείο από την ηλικία των οκτώ ετών. Ουσιαστικά δεν ένοιωθα μόνη, αφού στα δύο οικοδομικά τετράγωνα που έπρεπε να διασχίσω, χαιρετούσα τον κ. Γιώργο τον μπακάλη, την κ. Μαρία που είχε το ραφείο, τον κ. Ορέστη στο μανάβικό του. Τους ήξερα και με ήξεραν όλοι. Ακόμα και την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, θυμάμαι ότι βγαίναμε αχάραγα για να προλάβουμε να πάμε σε όσο το δυνατόν περισσότερα σπίτια. Οι γονείς μου δεν είχαν τον παραμικρό ενδοιασμό να με αφήσουν να μπω σε τόσα ξένα σπίτια.

Μέχρι που ήρθε η δεκαετία του 90. Και τότε άρχισαν να αλλάζουν όλα. Οι μεγαλοαστοί έφευγαν για τα βόρεια προάστια και τα σπίτια τους τα νοίκιαζαν σε οικογένειες που έφευγαν από τα υπόγεια. Και τα υπόγεια γέμισαν με μετανάστες. Δεν υπήρχε διάκριση. Άνθρωποι από όλο τον κόσμο στοιβαγμένοι σε μικρά διαμερίσματα. Αλβανοί, Πολωνοί, Ρουμάνοι, Σομαλοί, Πακιστανοί άνθρωποι κατατρεγμένοι στη χώρα τους, που ήρθαν εδώ ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή. Και δεν την βρήκαν. Λίγοι κατάφεραν να ενσωματωθούν. Οι υπόλοιποι προσπάθησαν απλά να επιβιώσουν μέσα σε ένα κράτος που δεν είχε κανένα σχέδιο και καμία μέριμνα για αυτούς.

Είμαι σίγουρη ότι η πρώτη φορά που σκέφτηκα να φύγω από την Κυψέλη, ήταν όταν ένας νταβατζής, έκαψε ζωντανές δύο ιερόδουλες, σε ένα υπόγειο δίπλα στην πολυκατοικία που έμενα. Και η δεύτερη φορά σίγουρα ήταν όταν βρέθηκε νεκρός από μαχαιριές ένας έμπορος ναρκωτικών , στην είσοδο του πατρικού μου. Όμως σκέφτηκα ότι δεν είχε σημασία η καταγωγή τους, ότι κακοί υπάρχουν παντού, ότι εδώ είναι το σπίτι μου, η οικογένειά μου, και αποφάσισα να μείνω. Γιατί κανείς δεν μπορεί να με διώξει από τον τόπο μου. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο σφάλμα που έχω κάνει.

Σήμερα πέρασα όπως κάθε βράδυ μπροστά από το μέρος που ήταν το Green Café. Τις παλιές καλές εποχές έβλεπα εκεί όμορφα ζευγάρια να πίνουν τον καφέ τους, οικογένειες να τρώνε και σχεδόν όλους τους ηθοποιούς του κλασικού ελληνικού κινηματογράφου να συζητάνε απορροφημένοι. Τώρα είναι το καινούριο στέκι ναρκομανών. Περνάς και βλέπεις φαντάσματα να περιφέρονται, φωτιές στο πεζοδρόμιο, καυγάδες στις γωνίες. Δεν μου αρέσει αυτό που βλέπω. Δεν μου αρέσει που φοβάμαι να περπατήσω στον δρόμο. Δεν μου αρέσει που ο παππούς μου και η γιαγιά μου δεν βγαίνουν από το σπίτι μετά τη δύση του ήλιου. Και πάνω από όλα, δεν μου αρέσει που το παιδί μου θα μεγαλώσει μες στον φόβο.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *