Κοίταξε τρομαγμένος πίσω του, κανένας, άδειος ο διάδρομος, άσπροι οι τοίχοι, μωσαϊκό παλιό. Αστραπιαία, θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια που έστηνε τα πλαστικά στρατιωτάκια και ξάπλωνε εκεί, πιστεύοντας πως έκανε πόλεμο, με θύματα και ήρωες, νικητές και νικημένους. Πάντα!

Όσο και αν απομακρυνόταν από το τίποτα, η σιωπή επέμενε να του τρυπάει τα αυτιά.

Δεν ακουγόταν τίποτα, παρά μόνο τα πολύ γρήγορα, βαριά, βήματά του και όμως τον είχε κυριέψει η αίσθηση του φόβου, πως κάποιος τον κυνηγάει απεγνωσμένα. Θα του έκανε κακό, έπρεπε να ξεφύγει, να μην πέσει στα χέρια του.

Έτρεχε χωρίς να ξέρει για που, τον ένοιαζε μόνο να απομακρυνθεί, να πάει μακριά, όσο πιο μακριά γινόταν. Ο γρήγορος βηματισμός του και οι ταυτόχρονες σκέψεις του, δεν τον άφηναν να κοιτάξει μπροστά, μόνο έτρεχε, όπως και ο ιδρώτας στο πρόσωπό του. Κάθε λεπτό που πέρναγε, ένιωθε και μια καινούργια σπιθαμή από το κορμί του να παραδίδεται αμαχητί στο κρύο υγρό που πήγαζε από κάθε πόρο του δέρματός του. Σήκωσε το κεφάλι και άνοιξε τα μάτια, η μορφή μιας πόρτας άρχισε να φαίνεται στο βάθος. Στην αρχή μικρή παιδική, σχεδόν κουκλοθέατρου και με κάθε διασκελισμό γινόταν όλο και μεγαλύτερη.

Έφτανε, η λύτρωση, η απελευθέρωση ήταν κοντά. Επιτέλους θα του ξέφευγε.

Στο τελευταίο βήμα η λαχτάρα του τον έκανε σχεδόν να πετάξει ενώ ταυτόχρονα με το άγγιγμα του παπουτσιού του στο έδαφος έπιανε και το χερούλι της πόρτας. Έφτασε, η πόρτα τεράστια, λες και οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί πια και εκείνος είχε γίνει η κούκλα του κουκλοθέατρου. Πίεσε με δύναμη το χερούλι για να την ανοίξει αλλά, δεν έχει δύναμη.

Είναι δυνατόν; Δεν έχει δύναμη να ανοίξει μια πόρτα. Η απειλή του κινδύνου ολοένα και πλησίαζε περισσότερο. Τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα αλλά το αισθανόταν.

Οι κινήσεις όλο και πιο βίαιες, δυνατές, χτυπήματα, κλωτσιές, δεν είναι δυνατόν να μην μπορώ να την ανοίξω. Άλλη μια προσπάθεια, λίγη δύναμη θεέ μου. Μια προσπάθεια ακόμα. Όχι! Πλησιάζει. Τελείωνε κωλοπόρτα, άνοιξε γαμώτο!!!
Πρέπει να ξεφύγω, έρχεται, άνοιξ…. πριν προλάβει να τελειώσει την λέξη αισθάνεται ένα χέρι να τον ακουμπάει με δύναμη στον ώμο. Και μίσος, τον είχε πλησιάσει μίσος, πολύ μίσος. Ενστικτωδώς, τινάζεται ολόκληρο το κορμί του και ανοίγει τα μάτια έτοιμος να αντισταθεί.
“ΜΗ! Δεν θα με πια… Που; Τι; Μα…”

Φως, έχει ξημερώσει πια. Τα σκεπάσματα μούσκεμα από τον ιδρώτα, το μαξιλάρι στο πάτωμα δίπλα στο κουρελιασμένο σεντόνι. «Όνειρο ρε πούστη μου. Πάλι αυτό το ρημάδι το όνειρο. Κάθε βράδυ στο ίδιο έργο πρωταγωνιστής.»

Σηκώθηκε καταβεβλημένος, αυτό δεν ήταν ύπνος, μάχη επιβίωσης ήταν και ήξερε πολύ καλά πως δεν είχε τελειώσει. Σκέπασε με τα χέρια το βρεγμένο πρόσωπό του και τα μετακίνησε προς τα πάνω ισιώνοντας πρόχειρα τα ανακατεμένα του μαλλιά. Κοίταξε το ρολόι, ευτυχώς που ξύπνησε γιατί ήταν ώρα να ετοιμαστεί. Από εχθές είχαν κανονίσει να βρεθούν για φαγητό το μεσημέρι με κάτι φίλους με αφορμή τα γενέθλιά του πριν 5 ημέρες.

«Έλα, θα βρεθούμε εκεί; Εγώ ξεκινάω σε 10 λεπτά οπότε σε μισή ώρα θα είμαι έξω από το μαγαζί.»
«Ναι, όταν θα φτάνεις κάνε μου κλήση να ξέρω» του απάντησε εκείνη η γλυκιά φωνή που συχνά γινόταν το ησυχαστήριό του. Ιδίως μετά από βράδια σαν το σημερινό. Είχε μια μαγική δύναμη να τον ηρεμεί, ακόμα και όταν δεν του μίλαγε, η μορφή της τον γαλήνευε. Γι’ αυτό και συχνά καθόταν αποσβολωμένος και την χάζευε επί ώρες, όταν κοιμόταν, όταν κάπνιζε, όταν έπαιζε στο τηλέφωνο της αυτό το βαρετό παιχνίδι με τις χρωματιστές μπάλες.

Όντως, 45 λεπτά του πήρε να φτάσει στο σημείο συνάντησης. Η διαδρομή εξάλλου του φάνηκε τόσο μικρή, βλέπεις, η προσπάθεια αποκωδικοποίησης του ονείρου κάθε φορά, μα κάθε φορά τον κάνει να χάνει την επαφή με τον χρόνο. Πάντα όμως το ίδιο αποτέλεσμα. Κανένα αποτέλεσμα.

Έχει ήδη παρκάρει και βαδίζει προς το μαγαζί ενώ συνεχίζει να μάχεται με το παρελθόν και το παρόν προσπαθώντας να τα ταυτίσει με το «έργο» που παίζεται στο μυαλό του σχεδόν σε κάθε ύπνο του τα τελευταία δυο χρόνια. Είναι τέτοια η αφοσίωσή του που ξέχασε πως το γλυκό του ησυχαστήριο, έπρεπε να το περιμένει στο αμάξι για να πάνε μαζί.
Μεταβολή και ξανά πίσω, «αμάν γαμώτο αυτό το μυαλό μου, άντε ξανά πίσω».
Φτάνοντας, την βλέπει να τον περιμένει. Σκύβει και της δίνει ένα φιλί ανακούφισης.
«Άσ’τα αυτά και πάμε» του λέει. «Έχουμε αργήσει, προχώρα!»

Το μαγαζί βρίσκεται σε έναν τεράστιο πεζόδρομο που οδηγεί στην θάλασσα. Πλατείες, καφετέριες, μεζεδοπωλεία και κόσμος συνθέτουν το σκηνικό της ηλιόλουστης ημέρας. Φαίνεται πως όλα έχουν συνωμοτήσει στο να περάσει ένα όμορφο μεσημέρι, χωρίς εκπλήξεις αλλά με ηρεμία. Βαδίζοντας προς την είσοδο του μαγαζιού, στιγμιαία διαπιστώνει πως το θαύμα είχε γίνει άλλη μια φορά. Το όνειρο είχε ξεχαστεί. «Τι νόημα θα είχε να περπατάω δίπλα της αν δεν είχει την ικανότητα να με κάνει να ξεχαστώ» σκέφτηκε. Λες και η αυτοπεποίθηση έχει κάνει κρυφή συμφωνία με το εγώ του, να γιγαντώνεται, όταν εκείνη είναι κοντά του.

Τα άσπρα καθίσματα στην είσοδο του μαγαζιού σε συνάρτηση με τον καταπληκτικό ήλιο, δημιουργούν ένα μαγικό τοπίο. Σαν να έχουν στήσει σκηνικά για να γυρίσουν ταινία. Με μία βιαστική κίνηση σπρώχνει τα μαύρα του γυαλιά να εφαρμόσουν καλύτερα στα μάτια του, μήπως και μειώσουν λίγο την αντηλιά. Περνώντας την είσοδο, διακρίνει στα αριστερά του να τον περιμένουν οι φίλοι τους, ενώ η άκρη του ματιού του λίγο πιο αριστερά, «πιάνει» ένα εξίσου φιλικό ζευγάρι που είχε καιρό να δει. Σκάει χαμόγελο, αλλάζει πορεία, ανοίγει τα χέρια του διάπλατα και τους αγκαλιάζει με λαχτάρα. Έχουν περάσει μόλις 2 μήνες που απέκτησαν νέο μέλος στην οικογένεια τους και μέχρι τώρα όλα έχουν συντελέσει στο να μην καταφέρει να πάει να τους δει, οπότε, η χαρά είναι διπλή. Τι χαρά, η μέρα τελικά δείχνει να καλυτερεύει όσο περνάει η ώρα.

Με το χαμόγελο ακόμα ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του σηκώνει τα γυαλιά του, η στιγμιαία έκπληξη τον είχε κάνει να ξεχάσει πως τα φοράει ακόμα. Γυρνάει να φύγει και συνειδητοποιεί πως το τραπέζι που υποτίθεται πως θα καθόντουσαν δεν είναι ένα, δεν έχει μόνο τέσσερις καρέκλες, είναι πολλά, στην σειρά. Πολύχρωμα ποτήρια και χρωματιστές χαρτοπετσέτες το στολίζουν και το κέντρο του το στολίζει μια γυαλιστερή γιρλάντα, από την μια άκρη μέχρι την άλλη που γράφει με πολύχρωμα γράμματα “Happy Birthday”.

Τι μεσημέρι και αυτό, η μια έκπληξη μετά την άλλη. Ένα party γενεθλίων. Ότι ακριβώς χρειαζόταν μια τέτοια ημέρα. «Το κωλόπαιδο» σκέφτηκε, «γιαυτό μίλαγε και ξαναμίλαγε κρυφά στο τηλέφωνο όλη την εβδομάδα».
Πριν ακόμα τελειώσει η κίνηση του κορμιού του, να και άλλοι καλεσμένοι στην δεξιά μεριά των τραπεζιών. «Τι γίνεται σήμερα, που θα τελειώσει αυτό;»
Και άλλοι αγαπημένοι φίλοι, και…… Κολλάει, μια μορφή του τραβάει την προσοχή, μα …. «Τι δουλειά έχει αυτός εδώ; Πάνε δυο χρόνια που έχουμε να μιλήσουμε. Δύο γαμημένα χρόνια, από τότε που όλα άλλαξαν σε μια στιγμή. Ο αδελφός μου στα γενέθλιά μου; Ποιος τον κάλεσε; Γιατί ήρθε;»
Το σώμα του φαίνεται να μην ακολουθεί το ότι έχει σαστίσει το μυαλό του. Τα πόδια του κινούνται μόνα τους λες και το σώμα του, αυτόνομα, ξέρει τι πρέπει να κάνει. Λες και περίμενε αυτή την στιγμή χωρίς να υπολογίζει τις σκέψεις, τις φασαρίες, τους τσακωμούς, τα λόγια, τις στενοχώριες. Τα χέρια του ανοίγουν διάπλατα, συντονισμένα, συγχρονισμένα με το υπόλοιπο σώμα του, τώρα πια ότι είναι να ειπωθεί το λέει το σώμα. Οι λέξεις δεν έχουν καμία θέση εδώ. Κλείνουν μόνο όταν είναι σε μια απόσταση ασφαλείας. Σε απόσταση που τους επέτρεπε μετά από δυο χρόνια να θηλυκώσουν ο ένας μέσα στον άλλο. Όπως συνήθιζαν να κάνουν και παλιά. Όλο τους το «είναι» κόλλησε σαν να μην πέρασε μια ημέρα. Ξαφνικά το «εκείνος» έγινε «εμείς», «εγώ» και «εσύ», «μαζί». Την δύναμη της αγκαλιάς, τα σκληρά βήματα, τις σαστισμένες κινήσεις, το παγωμένο βλέμμα, τα διαδέχεται η λύτρωση. Ξέσπασμα, παράλυση, χαρά, απορία, θυμός, ανάγκη, έλλειψη, προσμονή, αγάπη, όλα τα συναισθήματα της γης σε ένα ποτάμι δακρύων και για πρώτη φορά μετά από 2 χρόνια είναι δάκρυα χαράς.

Και ξαφνικά, το χέρι πάλι επάνω στο χερούλι της πόρτας. Μα αυτή την φορά δεν διστάζει, αυτή την φορά είναι αποφασιστικό, έχει δύναμη, πολλή δύναμη. Ένα κλικ, συνοδεύει την λύτρωση και φως γεμίζει το δωμάτιο. Τώρα πια η σιωπή δεν του τρυπάει τα αυτιά. Τώρα πια δεν είναι μόνος του στον άδειο διάδρομο τρέχοντας ή παλεύοντας πίσω από την κλειστή πόρτα. Τώρα είναι μαζί, ξανά.
«Γαμημένη πόρτα. Άνοιξες! Σου ξέφυγα!» 

Δεν είμαι μόνος, δε φοβάμαι πια.

Υ.Γ.
Υπάρχουν και άλλες πόρτες να ανοίξουν, ίσως πιο δύσκολες, ίσως πιο ερμητικά κλειστές, μα αυτή την φορά τα χέρια είναι δύο. Των δυο τους.