Η ιστορία μου με τον Κ.

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Σήμερα δε θα μετρήσω λέξεις. Πως μετριέται η ψυχή; Σήμερα θα μιλήσω για τον Κ.

Για τον Κ. είχα ακούσει πολύ πριν τον γνωρίσω. Άκουγα πως τον θέλουν πολλές στην πόλη, πως τον κυνηγάνε και άλλα τέτοια. Και όταν τελικά τον γνώρισα, τις δικαίωσα και με το παραπάνω. Τα ‘φερε κάποια στιγμή η τύχη να δουλεύουμε σε διπλανά μαγαζιά. Ήταν μελαχρινός με λευκό δέρμα και δεν ήταν απλά ότι ήταν όλα τέλεια πάνω του σαν ζωγραφισμένα. Το πρόσωπό του ήταν τόσο φωτεινό, τα ίδια τα μάτια του ήταν φως.

Με τον καιρό αρχίσαμε να κάνουμε παρέα. Και ανακάλυπτα ότι το μέσα του ήταν ακόμα πιο όμορφο. Ο Κ. ήταν ντροπαλός, ευγενικός, γλυκομίλητος, δεν έπινε, δεν κάπνιζε, δε θύμωνε, βοηθούσε όλο τον κόσμο. Θα μου πείτε ποιος άνθρωπος δεν έχει ελαττώματα; Ναι, είχε και το δήλωνε με την αφοπλιστική αφέλεια και ειλικρίνεια ενός παιδιού: αγαπούσε το χρήμα. Είχε μια σχέση χρόνια και καθόταν μαζί της για τα λεφτά. Όλοι το γνώριζαν, ίσως κι εκείνη.

Κάποια στιγμή η παρέα μας έγινε πιο στενή, μιας και η τότε κολλητή και συγκάτοικός μου φλέρταρε με τον κολλητό του. Ένα βράδυ καθόμασταν στο σπίτι μας και κάποια στιγμή εγώ και αυτός τους κοροϊδεύαμε κάνοντας ότι λέμε μυστικά στο αυτί, ξεκινώντας με τη φράση ” να σου πω κάτι;”. Όταν φεύγαν λοιπόν, αφού καληνυχτιστήκαμε και κατέβαινε τα σκαλιά, πριν κλείσω την πόρτα γύρισε κ μου είπε “να σου πω κάτι;”. “Πες” του είπα γελώντας. Τότε ανέβηκε ξανά τα σκαλιά, μου ‘δωσε ένα φιλί στο μάγουλο και κατέβηκε πάλι τρέχοντας! Το επόμενο βράδυ προσφέρθηκε να με πάει σπίτι μετά τη δουλειά. Καθίσαμε αρκετή ώρα μέσα στο αμάξι και συζητούσαμε διάφορα. Πριν κατεβώ μου είπε ότι θέλει κάτι να μου πει, αλλά την ίδια στιγμή άλλαξε γνώμη και είπε να τ’ αφήσω. Ασφαλώς και κατάλαβα και επέμενα για λίγο, αλλά δεν πήρα λέξη από το στόμα του. Μόνο εκείνο το ντροπαλό του γέλιο. Ένα παιδί… Όταν κατέβηκα με συνόδευσε ως την είσοδο της οικοδομής και συνεχίσαμε για λίγο να τα λέμε γερμένοι πάνω στην πόρτα, ο ένας απέναντι από τον άλλο. Κάποια στιγμή ανύποπτη, με άρπαξε από το μπουφάν, με κόλλησε πάνω του και με φίλησε. Ένα φιλί ατέλειωτο, γλυκό, τόσο δεμένο, σα να υπήρχε από πάντα. Δεν έχω δώσει πιο ταιριαστό φιλί στη ζωή μου. Με το ζόρι χωριστήκαμε εκείνο το βράδυ. Και ύστερα γίναμε μια μικρή συνωμοσία. Περιμέναμε να σχολάσουμε και ανταμώναμε κάθε βράδυ κρυφά απ’ όλους. Και όλα ανάμεσά μας ήταν το ίδιο ταιριαστά. Όμως δεν θα υπήρχε αύριο. Το ξέραμε. Υπήρχε και άλλο πάθος εκτός από τον έρωτα κι εκείνο δεν θα το άφηνε για τίποτα. Και για την ιστορία του πράγματος, την κοπέλα του δεν τη γνώριζα. Και όπως ήταν λογικό, κάποια στιγμή αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε. Ύστερα έφυγε και απ’ τη δουλειά. Άρχισε να χάνεται και από την πόλη για μεγάλα διαστήματα.

Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνο το απόγευμα που το πρώην αφεντικό του μπούκαρε στο μαγαζί μας και φώναξε: ‘Σκότωσαν τον Κ.!!! Ανοίξτε την τηλεόραση στις ειδήσεις!” Στεκόμασταν όλοι αποσβολωμένοι και παρακολουθούσαμε στα πλάνα έναν Κ. δυο μέτρα, να τον κουβαλάνε μπρούμυτα σε ένα φορείο, με τα χέρια δεμένα πίσω. “Εξαρθρώθηκε η περιβόητη συμμορία των ληστών με τα κράνη, την οποία η αστυνομία αναζητούσε εδώ και πολύ καιρό. Νεκρός ο ένας ληστής από τα πυρά του συνεργάτη του…” Ο Κ. ληστής… Και λήστευε ΤΡΑΠΕΖΕΣ… Στην Αθήνα… Ούτε μία, ούτε δύο… Και σε αυτή την τελευταία, την ώρα που φεύγαν, ένας πελάτης της τράπεζας βρήκε το θάρρος να τους κυνηγήσει. Ο συνεργός του μόλις τον είδε, έβγαλε το όπλο του και ο Κ. για να προστατεύσει τον άνθρωπο, μπήκε μπροστά του και έφαγε αυτός τη σφαίρα. Ο ληστής πέθανε για να ζήσει ο διώκτης του…

Δεν έχω δει τόσο κόσμο σε μια κηδεία. Σε μια κηδεία ενός ληστή. Μια ολόκληρη πόλη πέρασε για να τον αποχαιρετήσει. Μια ολόκληρη πόλη έκλαιγε τρεις μέρες με φωνή. Και εκείνος ακόμα και ξαπλωμένος σε κείνο το φέρετρο, τόσο όμορφος με το ίδιο χαμόγελο. Λες και θα σηκωνόταν και θα γελούσε με την πλάκα που μας έκανε. Όμως δεν σηκώθηκε. Αργότερα μάθαμε πως είχε δώσει υπόσχεση πως εκείνη ήταν η τελευταία φορά που κατέβαινε στην Αθήνα. Και ήταν. Παράξενα που κινούνται τα γρανάζια της μοίρας… Να ήξερες εσύ που τους κυνήγησες, ποιον άγγελο βοήθησες να επιστρέψει στον Παράδεισο… Να μην τον κυνηγούσες. Να μας τον άφηνες ακόμα λίγο, να ακούγαμε το θρόισμα που κάναν οι φτερούγες του και ας μην τον βλέπαμε ποτέ να πετά κοντά μας.

Τα χρόνια πέρασαν, η ζωή συνεχίστηκε και χωρίς εκείνον, ο πόνος έγινε ανεκτός. Και εγώ έμαθα να φοβάμαι. Κάθε φορά, όπως και απόψε , που τον θυμάμαι, φοβάμαι για όλους τους καλούς ανθρώπους της ζωής μου. Μην μου τους πάρει γρήγορα Ο Θεός κοντά του, γιατί δεν έχουν πια τίποτα να πάρουν από τον ψεύτικο αυτό κόσμο.

 

Μ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook