Θέλετε να διαβάσετε μια ιστορία; Κλασική ας την πούμε. Αγόρι γνωρίζει κορίτσι. Αγόρι ερωτεύεται κορίτσι. Αγόρι τρώει τα μούτρα του. Εγώ αυτός. Χαίρω πολύ.

Σε όλο το δημοτικό ήμασταν στο ίδιο σχολείο. Διαφορετικά τμήματα. Δεν είχαμε ανταλλάξει ποτέ ούτε λέξη. Σ’ ένα διάλειμμα πήγαμε να πιούμε ταυτόχρονα νερό από την ίδια βρύση. Τρέξαμε να προλάβουμε ποιος θα πιει, έφτασα πρώτος, σούφρωσες το στόμα σου. Κατέβασες μούτρα. “Άντε καλά…” σκέφτηκα, “πιες εσύ” και έκανα πίσω. Μου χαμογέλασες. Εδώ θα μπορούσε να τελειώσει η ιστορία. Αγόρι την πάτησε. Τέλος. Αλλά το https://thebluez.gr  λέει πως η ιστορία πρέπει να είναι μέχρι 800 λέξεις, το βλέπω περιττό βέβαια στην δική μου ιστορία μιας και λογικά έχετε ήδη μαντέψει την προδιαγεγραμμένη πορεία μου προς την καταστροφή. Αλλά, έτσι για να πούμε πως κάτι γράψαμε, ας την συνεχίσω. Θα με υπομείνετε υποθέτω, κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι. “Α ρε κακομοίρη” λέτε. Ναι, εγώ είμαι αυτός. Χάρηκα για τη γνωριμία, παιδιά! Κακομοίρης εδώ!

Γυμνάσιο. Κάπα εκείνη, Λάμδα εγώ. Στο ίδιο τμήμα στην αρχή. Περιχαρής εγώ. Όμως το Κάπα είναι το τσιγγανάκι όλων των σχολείων. Πηγαινοέρχεται από τμήμα σε τμήμα. Φεύγει από το Α2 πάει στο Α1. Πανδυστυχής εγώ. Ξανάρχεται. Βεγγαλικά εγώ. Πέρα δώθε κάνα δίμηνο, μέχρι που ήρθε οριστικά το Κάπα και κάθισε δίπλα μου στο θρανίο, εκεί την έβαλε ο Μαθηματικός για να τη βοηθάω λέει, καθότι ολίγον στόκος το αγγελούδι μου στην Άλγεβρα. Kαι κάπως έτσι, τα 2 κολλητά γράμματα της αλφαβήτου έγιναν και κολλητοί φίλοι. Και σαν να σας ακούω “ωωωωωωω!”… Ναι φίλοι μου. “Ωωωωωω!”

6 χρόνια γυμνάσιο – λύκειο πάντα δίπλα της. Να της λύνω τις ασκήσεις, να της δίνω την κόλλα μου να αντιγράφει, να μας πιάνει η ιστορικός να μηδενίζει και τους δύο, να τη συνοδεύω όπου γούσταρε να πάει γιατί αλλιώς δεν την άφηναν οι δικοί της, μέχρι και τον αγγελιοφόρο έκανα φίλοι μου, σε τύπους που ερωτευόταν. Ναι. Καμαρώστε με. Ο εξομολογητής και φύλακας της. 5 χρόνια η σκιά της. Βέβαια δεν έμοιαζα και πολύ με σκιά. Εν πάση περιπτώσει αν ήμουν σκιά θα ήμουν η σκιά ενός βράχου. Καθότι χοντρός. Και σπυριάρης. Βάλτε και τα σιδεράκια στην εικόνα και ελάτε να μου χτυπήσετε την πλάτη με οίκτο. “Που πα ρε Καραμήτρο, δε βλέπεις τα χάλια σου, θες και έρωτες!” Τα έβλεπα παιδιά, γι’ αυτό και δεν μιλούσα. Τα έβλεπα!

5 χρόνια λοιπόν έτρωγα διπλά τσίζμπεργκερ και έκλαιγα σιωπηλά όσο εκείνη καψουρευόταν τον έναν καραγκιόζη μετά τον άλλο. 5 χρόνια έπνιγα τον πόνο μου σε διπλά πιτόγυρα και πίτσες και καρμπονάρες. 5 χρόνια λίπος συσσωρευμένο στην πληγωμένη μου καρδιά. Μέχρι το καλοκαίρι της Β’ Λυκείου. Τότε που η μικρή γνώρισε έναν τύπο και έκανε την πρώτη της σοβαρή σχέση. Και πήγαν μαζί διακοπές και έμεινα εγώ εμβρόντητος. Και μόνος.

Κάπου εκεί γύρισε και αυτός ο πούστης ο διακόπτης που όλοι διαθέτουμε, ο οποίος αν είχε γυρίσει λίγο νωρίτερα θα με είχε γλυτώσει από πολλά δεινά. Έμεινα γυμνός, στον καθρέφτη. Κοίταξα τις πατσοκοιλιές, τα πλαδαρά μπράτσα, τα αδύναμα πόδια. Και έκλαψα για τα χάλια μου τελευταία φορά. Σαν το Φόρεστ Γκαμπ και γω, ξεκίνησα να τρέχω. Ξυπνούσα 5 και τράβαγα χιλιόμετρα. Να ξελαμπικάρω. Και να μην την σκέφτομαι. Μαζί του. Είχα χώσει και τη μάνα μου, έλιωσε να ψήνει κοτόπουλα και να κόβει σαλάτες. Έκατσαν και τα γενέθλια μου, ζήτησα από τον πατέρα μου ετήσια εγγραφή σε γυμναστήριο και βάρη για το σπίτι. Και κοπανιόμουν όλη μέρα. Όταν πεινούσα, έκανα βάρη. Όταν την σκεφτόμουν, έτρεχα. Ενδιάμεσα διάβαζα. Να πετύχω το αδύνατο. Τη σχολή των ονείρων μου.

Στην Γ’ Λυκείου ήταν φανερό πως τα πράγματα μεταξύ μας είχαν αλλάξει, Εγώ ήμουν απόμακρος και εκείνη πολύ ερωτευμένη με το τύπο, για να το προσέξει. Δεν καθίσαμε καν μαζί εκείνη τη χρονιά. Εγώ προσηλωμένος στο διάβασμα και τη γυμναστική, εκείνη στον γκόμενο. Μέχρι περίπου τα μέσα της χρονιάς. Που χώρισαν. Τότε με έψαξε. Διαμαρτυρήθηκε για την αλλαγή στη συμπεριφορά μου, ισχυρίστηκε πως την πούλησα, πως δεν ήμουν ποτέ καλός φίλος. Παραλίγο να υποκύψω. Ήμουν τόσο κοντά στο να την πιάσω από το μαλλί και να της πω “ΚΟΙΤΑ ΜΕ! ΚΟΙΤΑ ΜΕ! ΓΙΑ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ, ΔΕΣ ΜΕΣ!” Και μετά να την φιλήσω. Όπως ονειρευόμουν από τότε στη βρύση, που σούφρωσε τα χείλη της επειδή πήγα να πιω πρώτος νερό! Αλλά τότε είδα στο λαιμό της το μενταγιόν, με το αρχικό του ονόματος του. Και κόπηκα. “Αν χρειαστείς τη βοήθεια μου, θα την έχεις. Πάντα. Αλλά κολλητός σου δε μπορώ να είμαι πια.” Γύρισα το κεφάλι και άρχισα να τρέχω. Ποτέ πριν δεν είχα κάνει τόσα χιλιόμετρα. Έβρεχε. Καλό αυτό. Ας πούμε πως είχα πολλές σταγόνες βροχής στα μάτια μου εκείνη τη μέρα.

Σας είπα πως η ιστορία είναι για αγόρι που τρώει τα μούτρα του, δεν περιμένατε την ανατροπή, έτσι δεν είναι; Όντως, δεν υπήρξε ανατροπή. Το αγόρι συνέχισε να διαβάζει και να κοπανιέται στα γυμναστήρια και το κορίτσι να ερωτεύεται τον έναν μαλάκα μετά τον άλλο. Το μενταγιόν με το αρχικό Μ, έγινε βραχιόλι με αρχικό Π, μέχρι και αρχικό Γ λέει σκεφτόταν κάποια στιγμή, τατουάζ στη μέση της. Και ο καημένος ο Φόρεστ Γκαμπ να καταπίνει τα χιλιόμετρα, όπως κατάπινε παλιά τα πιτόγυρα…

Και πέρασε η χρονιά και βγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Πέρασα εκεί που ήθελα. Και ξαναστάθηκα μπροστά στον καθρέφτη μου. Και χαμογέλασα πικρά. Ο χοντρός πιτσιρικάς με τα σπυριά και τα σιδεράκια, είχε δώσει τη θέση του σ’ έναν νέο άνδρα. Με καθαρό πρόσωπο. Χωρίς σιδεράκια πια. Μα, με την ίδια πίκρα. Βλέπεις καμιά φορά, όσο και να τρέξεις δε μπορείς να απομακρυνθείς ούτε εκατοστό από αυτό που αγαπάς. Μουτζώστε με.

Πέρασαν 2μιση χρόνια. Το αντικείμενο του πόθου μου το έβλεπα σπάνια. Πήγαινε σε μια ιδιωτική σχολή και έμαθα είχε σχέση με έναν ηθοποιό. Μετά με έναν μπάρμαν. Μετά σταμάτησα να μαθαίνω. Δεν υπήρχε λόγος.

Σε μία έξοδο, βγήκα με φίλους σε γνωστό μαγαζί. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα, όταν ένιωσα ένα χέρι να με τραβάει. Γύρισα και την είδα. Πανέμορφη όπως πάντα. Λύγισαν τα γόνατα μου. Είχε ανοίξει διάπλατα τα μάτια της “Θεέ μου ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ! Πως άλλαξες έτσι ρε, είσαι πανέμορφος!!! Δεν το πιστεύω πως είσαι εσύ!!”. Με αγκάλιασε και έγινα το αγοράκι στη βρύση πάλι. Σκατά. Αδιόρθωτος. Μετά είδα τον τύπο πίσω της, που είχε στραβώσει. Γύρισε προς το μέρος του “Μιχάλη, ο κολλητός μου που σε έλεγα!!! Το αυτοκολλητάκι μου!” Ο Μιχάλης δεν εντυπωσιάστηκε, ψιθύρισε κάτι τύπου, “ναι στα παπάρια μας, πάμε να φύγουμε” και της έκανε νόημα να απομακρυνθούν. Με κοίταξε με λύπη και μου κούνησε το χέρι, αποχαιρετώντας με.

Τι να σας πω τώρα, πως ένιωσα; Ας πούμε απλά πως ήθελα να αυτοκτονήσω με σουβλάκια. Αλλά πρώτα ήθελα να σπάσω τα μούτρα του Μιχάλη.

Φαίνεται πως κάποιες φορές όταν ευχόμαστε κάτι δυνατά, οι ουρανοί είναι ανοιχτοί και σου κάνουν τα χατίρια. Δεν ζήταγα ένα εκατομμύριο ευρώ, καλύτερα; Όχι, εγώ ζήτησα να πλακωθώ με το μαλάκα, καλοδεχούμενο κι αυτό, τι να πεις.

Την ώρα λοιπόν που έφευγα με τη παρέα μου από το μαγαζί, γύρισα να την δω, τελευταία φορά. Προφανώς και εκείνη με έψαχνε, οι ματιές μας συναντήθηκαν και για πρώτη φορά ίσως στη ζωή της, ΜΕ ΕΙΔΕ. Έκανε να έρθει προς το μέρος μου, αλλά ο Μιχάλης την έπιασε από το μπράτσο σφιχτά και την πέταξε στην άκρη. Έπεσε σε ένα τραπέζι. Απασφάλισα.

Ο Μιχαλάκης δεν ήταν εύκολος, τούμπανο ο Μιχάλης. Αλλά είπαμε, και γω είχα περάσει πολλές ώρες κάτω από τη μπάρα προσπαθώντας να ξεπεράσω τη δικιά του. Μην τα πολυλογούμε, μου βούλωσε το μάτι και μου έσκισε τα χείλια, ε του ‘σπασα και γω τη μύτη και τα 2 δάχτυλα από το χέρι να μην το ξαναπλώσει σε γυναίκα για κάνα μήνα.

Μας χώρισαν και οι φίλοι μου με πήραν και φύγαμε. Λίγο έξω από το μαγαζί, πριν μπούμε στο αμάξι για το νοσοκομείο να μου ράψουν τη μούρη, μας πρόλαβε ο μπελάς. Έκλαιγε και έλεγε συνέχεια το όνομα μου. Έκανε τα χέρια της γροθιές και με χτυπούσε αδύναμα στο στήθος μέσα σε λυγμούς.

– ΜΕ ΠΑΡΑΤΗΣΕΣ ΤΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΜΟΝΗ ΜΟΥ! ΜΕ ΠΟΥΛΗΣΕΣ! ΠΟΤΕ ΔΕ ΝΟΙΑΣΤΗΚΕΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ!!!

Αν ο Μιχαλάκης μου είχε σπάσει τα μούτρα, εκείνη τώρα μου έσπαγε τα τελευταία μου κουράγια, τις τελευταίες μου άμυνες…

– ΠΟΙΟΣ ΣΕ ΠΑΡΑΤΗΣΕ ΓΑΜΩ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ ΜΟΥ, ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΘΕ ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟ ΠΟΥ ΠΑΣ ΚΑΙ ΜΠΛΕΚΕΙΣ; ΤΙ ΘΕΣ ΝΑ ΚΑΝΩ; ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΘΕ ΜΑΛΑΚΑ ΠΟΥ ΑΦΗΝΕΙΣ ΝΑ ΣΕ ΑΓΓΙΖΕΙ; ΤΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ, ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΜΕ ΕΙΔΕΣ ΠΟΤΕ; ΠΕΣ ΜΟΥ, ΜΕ ΕΙΔΕΣ ΠΟΤΕ;
Ούρλιαζα, έφτυνα και αίμα μαζί στο πρόσωπο της, χειροκροτήστε με, Θεός, το ξέρω. Θεός της ξεφτίλας.

Κάπου εδώ τελειώνει η ιστορία μου, σας ζάλισα και σας. Είπαμε, αγόρι γνωρίζει κορίτσι. Αγόρι ερωτεύεται κορίτσι. Αγόρι τρώει τα μούτρα του. ΤΕΛΟΣ.

Σχεδόν.

Αγόρι κλείνει τα μάτια του, απογοητευμένο. Πικραμένο και στα όρια της αντοχής και της υπομονής του. Τότε, κορίτσι πλησιάζει και ακουμπάει το στόμα της στα ματωμένα χείλια του. Κορίτσι ακουμπάει το κορμί της πάνω του, αναπνέει την αναπνοή του. Κορίτσι του ψιθυρίζει “δική σου. Μόνο δική σου” και το αίμα του στο στόμα της, έχει πάρει το σχήμα του αρχικού του. Για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια, εκείνη έχει το όνομα του πάνω της.

Εδώ τελειώνει η ιστορία. Μέχρι εκεί θα σας πω, το τι έγινε εκείνη τη νύχτα μετά το νοσοκομείο, να μη σας νοιάζει! Ας πούμε απλά πως το αίμα από τα χτυπημένα χείλια του αγοριού έβαψε σε πολλά σημεία το σώμα του κοριτσιού. Και μερικά σημεία ήταν τόσο απόκρυφα που έγινε ένα με το δικό της αίμα.

THE END λέμε ρε!

 

Φόρεστ Γκάμπ