Η αστυνόμος έκλεισε την πόρτα βιαστικά. Μόλις είχε ειδοποιηθεί ότι στο νοσοκομείο εμφανίστηκε άλλο ένα κρούσμα δηλητηρίασης. Μπήκε στο αμάξι και ξεκίνησε για την άλλη άκρη της πόλης. Συναντώντας τους γιατρούς ενημερώθηκε για την υπόθεση. Τα θύματα, όλα γυναίκες πολύ νεαρής ηλικίας, φτάνανε στο νοσοκομείο με έντονα συμπτώματα. Σπασμοί και βήχας που σε ελάχιστο χρόνο κατέληγε σε αιμόπτυση. Σύντομα πέφτανε σε κωματώδη κατάσταση και σε μόλις ένα 24ωρο οι ασθενείς κατέληγαν. Οι γυναίκες, τρεις έως τώρα, το μόνο κοινό που εμφάνιζαν πέραν της ηλικίας τους, ήταν ότι μένανε όλες στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά. Αλλά κατά τ αλλά ουδεμία σχέση είχαν. Δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους, ενώ επαγγελματικά αλλά και οικονομικά ήταν από τελείως διαφορετικά υπόβαθρα. Οι γιατροί ενώ αναγνώριζαν πως κάποιο δηλητήριο ήταν αυτό που προκαλούσε τους θανάτους, αδυνατούσαν να προσδιορίσουν πως αυτό κατέληγε μέσα στον οργανισμό των θυμάτων.

Η αστυνόμος ακόμα δεν είχε προλάβει κανένα από τα θύματα πριν πέσουν σε κώμα και αυτό δυσχέραινε κατά πολύ το έργο της. Πήρε τα προσωπικά αντικείμενα του τελευταίου θύματος μπας και βρει κάποιο στοιχείο. Η κοπέλα ήταν φοιτήτρια και ζούσε μόνη της. Ανέθεσε στους βοηθούς της να ειδοποιήσουν τους οικείους και ξεκίνησε για τη διεύθυνση κατοικίας του κοριτσιού. Φτάνοντας εκεί αναγνώρισε αμέσως την περιοχή. Ήταν μόλις δύο στενά από το σπίτι του πρώτου θύματος. Μπήκε στο διαμέρισμα και άρχισε το ψάξιμο. Όλα φυσιολογικά. Δίπλα από την συσκευή του τηλεφώνου βρήκε αυτό που έψαχνε. Η ατζέντα με όλα τα ραντεβού σημειωμένα. Επιτέλους. Κανένα από τα προηγούμενα θύματα δεν διατηρούσε ατζέντα η ημερολόγιο. Και οι δύο προφανώς κρατούσαν τις σημειώσεις τους στα τηλέφωνα τους που όμως χρειαζόταν μέρες για να ξεκλειδώνουν και να υπάρξει πρόσβαση στα στοιχεία. Ξεφύλλισε την ατζέντα αλλά με μια πρώτη ματιά δεν βρήκε τίποτα σημαντικό. Δευτέρα μια σημείωση για προφορικές εξετάσεις στην σχολή, Τρίτη γυμναστήριο. Τετάρτη τα γενέθλια μιας φίλης. Τελευταίο ραντεβού στο κομμωτήριο. Αποφάσισε να ξεκινήσει από κει μιας και ήταν το πιο πρόσφατο. Μπαίνοντας μέσα, η υπεύθυνη του μαγαζιού την καλωσόρισε. Αλλά μόλις έδειξε την ταυτότητα της μαγκώθηκε. Με εμφανή ενόχληση έδωσε στην αστυνόμο το βιβλίο με τα ραντεβού. Μπίνγκο! Και τα τρία θύματα ήταν πελάτισσες του ίδιου μαγαζιού. Και οι τρεις βάφανε τα μαλλιά τους σχεδόν μια φορά το μήνα εκεί. Ρωτώντας την υπεύθυνη όμως δεν κατάφερε να βγάλει άκρη, μιας και δεν υπήρχε πέραν των ωρών, πουθενά καταγεγραμμένο ποια από τις κοπέλες είχε εξυπηρετήσει την κάθε γυναίκα. Κάλεσε την υπεύθυνη να την ακολουθήσει στο τμήμα για να δώσει κατάθεση. Όσο ετοιμαζόταν και κανόνισε τα του μαγαζιού, το έμπειρο βλέμμα της αστυνόμου σκάναρε τον χώρο. Δούλευαν δυο κομμώτριες κ μια βοηθός. Την προσοχή της τράβηξε η μια από τις κοπέλες που μιλούσε ακατάπαυστα με έντονες κινήσεις και αδιάφορο ύφος. Μόνο που η αστυνόμος μπορούσε να δει, ότι το αδιάφορο ύφος της ήταν πλαστό αφού μέσα από τον καθρέπτη παρακολουθούσε κάθε τους κίνηση.

Στο τμήμα κατά τη διάρκεια της κατάθεσης έμαθε το όνομα της περίεργης κομμώτριας. Καραμέτου Έλενα. Ήταν σχετικά καινούρια στο μαγαζί. Η υπεύθυνη το μόνο που ήξερε γι’ αυτήν ήταν πώς ήταν παντρεμένη με έναν πολύ αξιόλογο ψυχοθεραπευτή που όμως έλειπε συχνά από το σπίτι λόγω δουλειάς και με αρκετά κουτσομπολίστικη διάθεση ενημέρωσε την αστυνόμο πώς τις λίγες φορές που τον είχε δει, της είχε φανεί ότι ένιωθε φοβερά άβολα που η γυναίκα του ήταν μια απλή κομμώτρια γιατί απέφευγε να κάνει αναφορά σε αυτό. Καμπανάκια άρχισαν να χτυπούν στο μυαλό της αστυνόμου. Τον ήξερε αυτόν τον τύπο αρσενικού. Τον είχε ζήσει από πολύ κοντά. Θυμήθηκε τον διοικητή πατέρα της και το πόσο άσχημα φερόταν στην μάνα της που ήταν μια απλή νοικοκυρά. Τους καβγάδες, το κλάμα της μάνας αλλά και τις συνεχείς απιστίες αυτού. Χρειάστηκε λίγες στιγμές για να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της και να συγκεντρωθεί στην κατάθεση.

Την επόμενη μέρα πήγε πάλι από το κομμωτήριο. Όση ώρα έμεινε εκεί κοιτούσε διακριτικά την Έλενα. Ήταν πανέμορφη και φαινόταν τόσο δυναμική. Μα αυτή κατάφερε και ξεχώρισε το θλιμμένο και φοβισμένο βλέμμα πίσω από τη δυνατή φωνή και τις έντονες κινήσεις. Ήταν σίγουρη πια πως η άτυχη κομμώτρια εκτός των άλλων, είχε υπάρξει και θύμα ενδοοικογενειακής βίας. Το ένστικτο της της έλεγε πως η κοπέλα έκρυβε πολλά περισσότερα από όσα έδειχνε. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πλησίασε την κομμώτρια. Εκείνη τα έχασε αλλά σε δευτερόλεπτα ξαναπήρε το πλαστά αδιάφορο ύφος της. Η αστυνόμος πολύ ευγενικά ζήτησε λεπτομέρειες και τι γνώριζε η γυναίκα για τα θύματα. Όμως οι απαντήσεις δεν την ικανοποίησαν. Έφυγε μόνο για να επιστρέψει το βράδυ, στο κλείσιμο. Καθισμένη στο αυτοκίνητο παρακολούθησε την υπεύθυνη να κλειδώνει το μαγαζί. Η Έλενα παρέμεινε απ έξω περιμένοντας για αρκετή ώρα. Ώσπου εμφανίστηκε κάποιος με μηχανή. Τής έδωσε ένα κράνος. Αυτή κάτι του είπε κ λογοφέραν αρκετά έντονα. Η Έλενα είχε σκύψει το κεφάλι όσο ο άντρας της μιλούσε σε έντονο ύφος. Η αστυνόμος ήταν πλέον πεπεισμένη πώς ήταν ο άντρας της. Την άλλη μέρα ήξερε ήδη τα στοιχεία του. Πήρε τηλέφωνο και έκλεισε ένα ραντεβού στο ιατρείο του. Φτάνοντας εκεί και βλέποντας τον από κοντά κατάλαβε αμέσως με τι είχε να κάνει. Ο τύπος ήταν αρπακτικό. Την κοιτούσε με ύφος ζεν πρεμιέ και χρησιμοποιούσε όλη του τη γοητεία για να την σαγηνεύσει. Γαμώτο! Ήταν πολύ καλός! Αν δεν ήταν υποψιασμένη πολύ πιθανών να είχε κολακευτεί και να μπλεκόταν άνετα στα δίχτυα του. Μέσα από την συζήτηση έμαθε ότι ο ψυχοθεραπευτής έκανε σεμινάρια στο Πανεπιστήμιο που σπούδαζε το τελευταίο θύμα. Νάτα πάλι τα καμπανάκια.

Έστειλε δυο συναδέρφους ξανά στο ιατρείο να βρουν κάποια σχέση και με τα άλλα δυο θύματα. Και πράγματι. Το δεύτερο θύμα υπήρξε ασθενής του. Η υπόθεση όλο και κούμπωνε στο μυαλό της αστυνόμου. Έμενε μόνο να βρει σύνδεση με το πρώτο θύμα. Έτσι ξαναπλησίασε την Έλενα. Τής ζήτησε να αφήσει για λίγο τη δουλειά και να πάνε για έναν καφέ. Τίποτα επίσημο. Μια φιλική κουβέντα. Στον καφέ δεν μιλούσε καθόλου η κομμώτρια. Ώσπου η αστυνόμος αποφάσισε να ανοίξει τα χαρτιά της. Άρχισε να της διηγείται τα παιδικά της χρόνια. Τη λεκτική βια του πατέρα της απέναντι στη μάνα. Το πώς είχε την ικανότητα χάρη στη μόρφωση του, να την πείθει πώς ήταν ανίκανη να ζήσει μακριά του και ανάξια για καλύτερη συμπεριφορά. Πόσο αυτό πάγωσε την καρδιά της κόρης. Πόσες ζωές καταστράφηκαν από έναν και μόνο απολυταρχικό χαρακτήρα. Η Έλενα βούρκωσε. Έπιασε το χέρι της αστυνόμου και της είπε τα πάντα. Πώς το πρώτο θύμα ήταν η παλιά τους γειτόνισσα και καλή της φίλη. Πώς και οι τρεις είχαν σχέση με τον άντρα της. Πώς ο άντρας της την έπειθε κάθε φορά που ήθελε να λήξει την εξωσυζυγική του σχέση, ότι θα αλλάξει και ότι ο μόνος δρόμος ήταν να τις ξεφορτωθούν μια για πάντα. Πώς ίσως λόγω επαγγέλματος αλλά και χαρακτήρα ήταν τόσο απίστευτα χειριστικός που πλέον αυτή είχε τη βεβαιότητα ότι δεν υπήρχε ζωή μακριά του ακόμα και αν κοντά του ζούσε τον απόλυτο εξευτελισμό. Κατά βάθος ήταν ένας απίστευτος μισογύνης που θεωρούσε το αντίθετο φύλο μόνο μέσο επίδειξης της δύναμης του τόσο στον ψυχολογικό όσο και στον σωματικό τομέα.

Τής προμήθευε ένα φάρμακο να βάζει κρυφά μέσα στις βαφές και που μετά τις τρεις με τέσσερις εφαρμογές, δηλητηρίαζε τα θύματα χωρίς να αφήνει ίχνη. Και αυτή το έκανε. Γιατί ήταν αδύναμη να αντισταθεί στην επιβολή του. Είχε δοκιμάσει ακόμα και να αυτοκτονήσει. Μα δεν είχε το σθένος. Αλλά πλέον δεν άντεχε. Της είπε επίσης ότι το βράδυ που η αστυνόμος είχε πρωτοέρθει στο κομμωτήριο, εκείνο που η ίδια τους παρακολουθούσε κρυφά, όταν του είπε πως ίσως ήταν στα ίχνη τους την απείλησε και στο σπίτι την έσπασε στο ξύλο για να βεβαιωθεί ότι δεν θα τον πρόδιδε ποτέ όπως είπε. Όταν σταμάτησε να μιλάει, άφησε το χέρι της αστυνόμου και την κοίταξε στα μάτια. «και τώρα τι;» της είπε. «θα μας συλλάβετε;» . η αστυνόμος ίσιωσε ένα τσουλούφι στο κεφάλι της Έλενας. Είχε χρόνια να αφήσει να φανούν τα συναισθήματα της και τώρα την παρασέρνανε ξέφρενα. «όχι Έλενα. Αρκεί να μου υποσχέσεις ότι θα φύγεις όσο το δυνατόν πιο μακριά. Θα με βοηθήσεις να μαζέψω όλες τις αποδείξεις για τις σχέσεις του με τα θύματα και τα άλλα άσ’τα επάνω μου. Μη ξανακοιτάξεις πίσω. Σε κανέναν δεν αξίζει να του φέρονται σαν υποχείριο» η Έλενα έγνεψε βουρκωμένα μη ξέροντας τι να πει. «το χρωστώ στη μάνα μου» ψιθύρισε η αστυνόμος.

Λίγες μέρες μετά, η υπόθεση είχε ήδη πάρει τον δρόμο της. Ο ψυχοθεραπευτής συνελήφθη στο γραφείο του. Οι αποδείξεις εναντίον του ήταν καταπέλτης. Δεν αντιστάθηκε καν. Μάλλον ήταν ούτως ή άλλως ηττημένος από τη φυγή της μονής γυναίκας που ίσως, αγαπούσε.

Στο γυρισμό για το σπίτι η αστυνόμος σταμάτησε στο νεκροταφείο. Στάθηκε μπροστά σ ένα μνήμα «συγνώμη μανούλα, που ποτέ δεν βρήκα τη δύναμη να σε ωθήσω να φύγεις» είπε αφήνοντας ένα λουλούδι και έβαλε τα κλάματα μετά από πολλά-πολλά χρόνια.