Η κορώνα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Θα σας πω ένα παραμύθι. Ένα αληθινό παραμύθι.

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό τόπο, τον Πόντο, ζούσε ο κυρ Λάζαρος και η κυρία Ευθυμία. Καλοί άνθρωποι, Άξιοι. Ο Λάζαρος είχε τις επιχειρήσεις του με το εμπόριο και ζούσαν πλουσιοπάροχα. Η Ευθυμία, μια άξια γυναίκα, νοικοκυρά, υπόδειγμα για πολλούς και τρυφερή μάνα. Είχαν τέσσερα παιδιά. Την Μελίνα, τον Θόδωρο, τον Νικόλα και το μωρό τους το μικρό Γιαννάκη. Η Μελίνα με τα πιάνα της και τις ξένες γλώσσες άρχισε να είναι από τις περιζήτητες νύφες. Έφτανε πια τα 17. Ο Θόδωρος, στα 14 προοριζόταν να αναλάβει τις επιχειρήσεις. Γι’ αυτό και τον έστελναν στα ιδιωτικά σχολεία, για να αποκτήσει γνώσεις και να είναι άξιος αντικαταστάτης του πατέρα του. Ο Νικόλας ήταν 4. Είχανε καιρό γι’ αυτόν. Θα δούλευε στο πλευρό του Θόδωρου.

Όμως ο Θόδωρος είχε άλλα όνειρα. Όνειρα που δεν μπορούσε να τα πει. Διάβαζε Ελληνική Ιστορία, αρχαία Ελληνικά και τον συνάρπαζαν όλες οι ιστορίες για τους πολέμους. Ήθελε να πάει στο πανεπιστήμιο να γίνει στρατιωτικός, να φοράει στολή, να έχει γαλόνια. Να φοράει το καπέλο στο κεφάλι του με το εθνόσημο την «κορώνα» όπως έλεγε και να καμαρώνει. Αλλά δεν ήθελε να πικράνει τον πατέρα του. Ήταν το καμάρι του. Ο γιος του ο πρώτος. Ο Θεόδωρος του Λαζάρου.
Και ξαφνικά όλα καταστράφηκαν. Ήρθε ο ξεριζωμός. Ο Λάζαρος ότι είχε από χρυσαφικά, λίρες και πολύτιμα αντικείμενα τα έκρυψε. Τους είπαν ότι θα ξαναγυρίσουν. Ότι θα πάρουν πάλι τη χαμένη πατρίδα τους κάποτε. Κανείς δεν ήξερε που ήταν. Το είχε πει μόνο στο Θόδωρο. Τον όρκισε, ότι και να γίνει δεν θα το μαρτυρήσει πουθενά που ήταν ο θησαυρός τους, το βιός τους.

Ένα βράδυ λίγο πριν φύγουν μπήκαν στο σπίτι τους Τούρκοι στρατιωτικοί. Με γαλόνια, με όπλα και με την «κορώνα» στο κεφάλι. Αλλά για τον Θόδωρο δεν ήταν οι ήρωες των βιβλίων. Ήταν βίαιοι. Άρπαξαν τον Λάζαρο και τον χτυπούσαν. «Λέγε που τα έκρυψες, λέγε που είναι οι λίρες» του έλεγαν. Και ο Λάζαρος δεν μιλούσε. Δεν θα έλεγε ποτέ που ήταν. Αυτά ήταν η κληρονομιά των παιδιών του. Μόνο κοιτούσε με τα μαυρισμένα του μάτια τον Θόδωρο στα μάτια. Του μιλούσε με τα μάτια «θυμήσου Θόδωρε, ότι και να γίνει, ότι και να δεις, δεν θα το πεις πουθενά.» Και ο Θόδωρος δεν είπε. Ούτε όταν εννιά πιστόλια σημάδευαν το κεφάλι του Λάζαρου. Ούτε καν όταν ακούστηκε το «μπαμ» και ο Λάζαρος σωριάστηκε νεκρός μπροστά τους.

Και ξεκίνησε ο Θόδωρος με τα αδέρφια του τον μακρύ δρόμο για την Ελλάδα. Την μητέρα Ελλάδα. Η Ευθυμία δεν άντεξε και πέθανε στη διαδρομή για το καράβι. Ήθελε να πάει στον άντρα της. Εκεί ήταν ο τόπος της. Εκεί έμεινε ο Λάζαρος εκεί θα έμενε και αυτή.

Κόσμος στοιβαγμένος στο καράβι. Και τα 4 αδέρφια μαζί. Η Μελίνα με το μικρό Γιαννάκη στην αγκαλιά και ο Θόδωρος να έχει τον Νικόλα στους ώμους. Δύσκολη διαδρομή στο πλοίο. Άρχισαν οι αρρώστιες. Και ο Γιαννάκης δεν άντεξε. Ξύπνησε η Μελίνα και τον βρήκε νεκρό στην αγκαλιά της. Έπρεπε να τον πετάξουν στη θάλασσα για να μη μεταδώσει τίποτα. Και έφυγε ο μικρός Γιαννάκης.

Επιτέλους Ελλάδα! Τα 3 αδέρφια ξεκίνησαν να βρουν ένα τόπο να εγκατασταθούν. Και βρήκαν. Σε ένα προσφυγικό χωριό των Σερρών. Ένα τριανταφυλλένιο χωριό. Και ο Θόδωρος δούλευε σκληρά ότι δουλειά μπορούσε. Χωράφια, κοπάδια, οικοδομές. Θα στεκόταν πατέρας αυτός στα αδέρφια του. Και τα παιδιά μεγάλωσαν. Η Μελίνα παντρεύτηκε νότια και ήταν ευτυχισμένη. Ο Θόδωρος με το Νίκο έμειναν στο Βορρά. Και ο Νικόλας παντρεύτηκε και με τη σειρά του ο Θόδωρος. Τη Σοφία. Και έκανε 6 παιδιά. Δύο κορίτσια και τέσσερα αγόρια.

Και ο Θόδωρος άρχισε να χαμογελά. Τέσσερα αγόρια. Τον Λάζαρο, τον Χαράλαμπο, το Νίκο και τον Γιάννη. Ναι, αυτά θα γίνουν άντρες. Θα σπουδάσουν, θα πάνε Πανεπιστήμιο και θα γίνουν επιστήμονες και ίσως και στρατιωτικοί. Να φορέσουν κορώνα. Τα κορίτσια δεν σπουδάζουν. Τα κορίτσια παντρεύονται και γίνονται μητέρες. Έτσι είχε μάθει από μικρός.
Αλλά κανένα τους δεν ήθελε. Είχαν το μυαλό τους αλλού. Πικράθηκε ο Θόδωρος. Αλλά δεν το έδειξε. Και τα παιδιά του μεγάλωσαν και παντρεύτηκαν και αυτά με τη σειρά τους.

Και ο Λάζαρος του χάρισε έναν εγγονό. Τρελάθηκε από τη χαρά του ο Θόδωρος. Τον κρατούσε αγκαλιά και τον σύστηνε με καμάρι. Ο Θεόδωρος του Λαζάρου! Έχει το όνομά μου και το επίθετό μου. Αυτός θα γινόταν επιστήμονας. Αλλά και πάλι η μοίρα τον ξεγέλασε. Ο Θοδωράκης λίγο πριν τις πανελλήνιες είχε ένα ατύχημα και σκοτώθηκε ο καλύτερος του φίλος. Και οδηγούσε ο Θοδωράκης. Το είχε κρίμα. Δεν έδωσε εξετάσεις. Πενθούσε το φίλο του. «Δεν πειράζει» σκεφτόταν ο Θόδωρος. Το παιδί να είναι καλά και ας μη γίνει ποτέ επιστήμονας. Ας μη φορέσει ποτέ κορώνα. Και οι ελπίδες του χάθηκαν. Βλέπεις όλα τα άλλα του τα παιδιά είχαν γεννήσει κορίτσια. Αυτά είναι για να παντρεύονται και να γίνονται μητέρες.
Και στα βαθιά γεράματα ο Θόδωρος έκλεισε τα μάτια του. Και γύρω του τα παιδιά του και τα εγγόνια του. Μπορεί το όνειρό του να μην έγινε ποτέ αληθινό, αλλά τα παιδιά του ήταν άξια παιδιά.

15 χρόνια μετά το θάνατο του Θόδωρου ο μικρός του γιος ο Γιάννης έπινε καφέ με τη γυναίκα του . «Τασούλα, είδα στον ύπνο μου τον πατέρα μου. Μου είπε ευχαριστώ και ότι είναι ευτυχισμένος. Έχω καιρό να πάω στο χωριό. Θα πάω να του ανάψω ένα κερί» Και πήγε. Όταν πλησίασε στον τάφο του Θόδωρου τον περίμενε μια μεγάλη έκπληξη.

Δίπλα στη φωτογραφία του πατέρα του ήταν ένα στρατιωτικό καπέλο. Και τότε κατάλαβε το «ευχαριστώ» του Θόδωρου.
Ήταν το καπέλο της μικρής κόρης του Γιάννη. Της Σοφίας. Που πέρασε στο Πανεπιστήμιο, που έγινε γιατρός. Στρατιωτικός γιατρός. Και ναι, επιτέλους. Κάποιος από την οικογένειά του, φόρεσε ΚΟΡΩΝΑ!

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook