Η κυρά-Διαμάντω.

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τον καιρό που ο κόσμος μου στεκόταν σε παπούτσια νο26, συνοδευόταν συνήθως –κατά προέκταση του χεριού μου- από τη γιαγιά μου. Εκείνη που μας τάιζε κρυφά πατάτες τηγανητές, όταν δε μας άρεσε το φαγητό. Ήταν έξω καρδιά και μιλούσε με όλους. Όταν δυσκολευόταν, έπαιρνε μια βαθιά ανάσα και άκουγες κάπου μέσα εκεί ένα «ωχ, μάνα μου γλυκιά. Γλυκιά μου μάνα».

Θυμάμαι με έπαιρνε από το χέρι για «μια βόλτα, να ξεσκάσει το παιδί» και σαρώναμε τις γειτόνισσες, τα τραταρίσματα και ένα κουτσομπολιό που άνθιζε. Είδα σαλόνια και λογιών-λογιών ανθρώπους. Μια μέρα θα πηγαίναμε στην Διαμάντω. «Μα πού το πας σ’ αυτή;!» Έλεγαν οι γείτονες με ύφος περιφρόνησης. «Είναι μονάχη της κι αυτή, η φτωχιά», απαντούσε η γιαγιά μου. Την κοίταγαν επικριτικά, κουνούσαν το κεφάλι και έφευγαν.

Ζούσε λίγο παρακάτω, σε ένα χαμόσπιτο. Μια μικρή αυλή με καγκελόπορτα που είχε μόνιμα χαλασμένο μάνταλο. Αριστερά και δεξιά από αυτή την αυλή-διάδρομο ήταν δύο δωμάτια. Το ένα έκανε χρέη σαλονιού και το άλλο κουζίνας. Η γιαγιά μου χτυπούσε την πόρτα. Καμία απόκριση. Χτυπούσε ξανά. Τίποτα. Άλλος, στη θέση της, θα έφευγε. Αυτή επέμενε. Πήγαινε στο παράθυρο. Χτυπούσε το τζάμι με το χέρι που φόραγε τη βέρα της. Αρκετή ώρα μετά φαινόταν μια γιαγιούλα. Έσερνε τα βήματά της, άνοιγε την πόρτα με ένα κουρασμένο «ποιος είναι;» μα πριν απαντήσει η γιαγιά μου, μόλις την αντίκριζε, άλλαζε η ματιά και η φωνή της. Ζωντάνευε, για μια τόση δα στιγμή. Ίσως να έβλεπες και μια υποψία από χαμόγελο κάπου εκεί στο ρυτιδιασμένο πρόσωπο. «Περίμενε λίγο», έλεγε στη γιαγιά μου η Διαμάντω και έμπαινε στο χαμόσπιτο. Η γιαγιά μου, παρά τη σύσταση που μόλις είχε λάβει, ακολουθούσε ξωπίσω της. Η γιαγιούλα εκείνη, σέρνοντας τα βήματά της προσπαθούσε να μαζέψει ένα-δυο πράγματα για να τακτοποιήσει πρόχειρα το χώρο της πριν τις επισκέψεις.

Ποτέ δεν μπόρεσα να ανακαλέσω κάποια άλλη συζήτηση μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα δεν τις άκουγα να μιλάνε, παρόλο που καθόμασταν ώρα και εκείνες φαίνονταν απορροφημένες από όσα έλεγαν. Το δικό μου βλέμμα έμενε σκαλωμένο στο χώρο. Ήταν γεμάτος αντικείμενα. Πολλά, στοιβαγμένα άτακτα, εδώ κι εκεί. Δεν ξεχώριζες τα έπιπλα, παρά μόνο από τον ακαθόριστο σωρό ετερόκλητων πραγμάτων που δημιουργούσε ένα πιο ψηλό «λοφάκι» σε σχέση με τα υπόλοιπα. Για να μετακινηθεί κανείς μέσα σε αυτόν τον ατελείωτο σωρό, έπρεπε να μετακινεί αντικείμενα που βρίσκονταν ή που έπεφταν στο «μονοπάτι» του ενός βήματος. Γιατί η Διαμάντω μάζευε ό,τι έβρισκε «χρήσιμο» στο δρόμο. Όταν έβγαινε για να πάρει λίγο ψωμί, πάντα κάτι «χρήσιμο» έβρισκε. Γύριζε με την αγκαλιά της γεμάτη. Πότε, πότε έδινε κι όλας. Μα κυρίως μάζευε.

Χρόνια αργότερα ρώτησα τη γιαγιά μου. Κι εκείνη μου είπε πως…

Η Αδαμαντία ήταν μια πολύ όμορφη κοπέλα, γεννημένη κάπου το 1920κάτι. Στα σύννεφα του πολέμου που μαζεύονταν, εκείνη αγάπησε έναν Ιταλό. Ξεσπώντας ο πόλεμος, ο Ιταλός στρατευμένος πλέον, έφυγε για το μέτωπο με την υπόσχεση να της γράφει και πως θα γύριζε για να την παντρευτεί. Έμεινε εκείνη πίσω να περιμένει, μαζί με την υπόσχεση και ένα παιδί που θα ερχόταν σε λίγο καιρό. Μα ο Ιταλός της, αργούσε. Ήρθε ένα παιδί κι εκείνη μόνη, χωρίς πόρους, χωρίς νέα προσπαθούσε να το αναστήσει. Όλοι της γύρισαν την πλάτη. Αναγκάστηκε να πουλήσει ότι πολυτιμότερο είχε, την «τιμή» της, όπως έλεγαν εκείνη την εποχή. Γύριζε στα σαλόνια των Γερμανών και με όσα μπορούσε να εξοικονομήσει, έτρεφε το παιδί της και την ελπίδα να μάθει κάτι για τον Ιταλό της. Οι ελληνικές πόρτες έκλειναν για αυτή. Κανένας δεν βοηθούσε μια «κοινή», με ένα «μπάσταρδο». Εκείνη εξακολουθούσε να γυρίζει στα σαλόνια των Γερμανών –μονόδρομος πλέον- και να προσφέρει υπηρεσίες ευχαρίστησης. Και όσα έπαιρνε, έτρεφε λιγότερο την ελπίδα της «υπόσχεσης» και περισσότερο τις οικογένειες στη γειτονιά, που είχαν παιδιά. Το παιδάκι της μεγάλωνε. Για να του φέρνει ένα κομμάτι ψωμί, το άφηνε σε μια άλλη οικογένεια –δυο πόρτες παρακάτω- για να της το προσέχει, μέχρι να επιστρέψει για να του πει το δικό της νανούρισμα. Ήρθε η κατοχή. Στα «χέρια» της κρατήθηκαν και αναστήθηκαν οικογένειες με παιδιά στη γειτονιά. Είχε γίνει πια συνήθεια. Άφηνε το παιδί και με τα μέσα που εξοικονομούσε, ζούσαν όλα τα παιδιά. Μια μέρα όμως, όταν γύρισε να πάρει το παιδί της, δεν βρήκε κανέναν εκεί. Έφυγαν. Μαζί με το παιδί της. Τότε ήταν που κάτι «έσπασε» μέσα της. Έψαξε, ρώτησε, γύριζε… Τίποτα. Σιωπή. Χωρίς τον «Ιταλό της», χωρίς το παιδί της, χωρίς υπόσχεση, χωρίς νέα. Ζωντανοί; Νεκροί; Αγνοούμενοι; Κανείς δε μπορούσε να της απαντήσει που ήταν οι αγαπημένοι της. Ο πόλεμος τελείωσε. Μα τι σημασία είχε πια;! Οι κατακτητές μπορεί να αποχώρησαν, αλλά οι πόρτες για εκείνη ήταν ήδη κλειστές –στην ίδια της τη χώρα- από τα «ηθικά και καθωσπρέπει» σπίτια.
Εξακολουθούσε να ρωτά. Χωρίς αποτέλεσμα. Φύλαξε τα ρουχαλάκια του παιδιού της για να τα χρησιμοποιήσει όταν το βρει. Τραγούδαγε το νανούρισμά του, μήπως το ακούσει κάποιος και το αναγνωρίσει. Και μετά, όταν πια δε μπορούσε να βγάζει το ψωμί της με τον τρόπο που ήξερε, άρχισε να μαζεύει ό,τι «χρήσιμο» μπορούσε να βρει και να το ανταλλάσσει με ψωμί ή απλά να το χαρίζει σε οικογένειες που το χρειάζονταν. Ειδικά αν είχαν μικρά παιδιά. Κάπως έτσι τη γνώρισε και η γιαγιά μου.

Πηγαίναμε πολλές φορές στη Διαμάντω. Μέχρι που κάποια μέρα μάθαμε πως πέθανε. Θυμάμαι τη γιαγιά μου, να ανάβει ένα κερί στη μνήμη της, για να τη «συγχωρέσει ο Θεός». Θυμάμαι ακόμα και το σούσουρο της γειτονιάς για το, ποιος θα αναλάβει να καθαρίσει το σπίτι της Διαμάντως από τη «σαβούρα». Έφεραν ένα φορτηγό και πέταγαν όπως-όπως τα πράγματά της. Κάτω από όλο αυτό το σωρό των «σκουπιδιών» -όπως το ‘λεγαν την ώρα που τα φόρτωναν- βρήκαν ένα μπαούλο. Μέσα είχε τα ρουχαλάκια του παιδιού της. Και κάτι που ήταν τυλιγμένο σε ένα χαρτί. Και κάτω από το χαρτί, είχε άλλο. Και πιο μέσα άλλο, κι άλλο… πολλά χαρτιά και εφημερίδες. Στο κέντρο αυτού του τόσο προσεκτικά και μυστικά φυλαγμένου πακέτου, βρισκόταν μια κουδουνίστρα. Αυτή που κάποτε νανούριζε το δικό της παιδί…

Αν κάποτε περάσει κάποιος από εκείνο το δρόμο, θα συναντήσει τώρα πια πολυκατοικίες, νέο κόσμο και καινούρια ζωή. Οικογένειες με παιδιά και μπαλκόνια στολισμένα με λουλούδια. Μόνο μια παραφωνία υπάρχει σε αυτή τη γειτονιά. Ένα χαμόσπιτο με μια αυλή, με τις ρίζες από τα βάτα να «δένουν» τις ρωγμές για να μην πέσει αυτή η «παραφωνία» της γειτονιάς. Αυτή, η ίδια γειτονιά, που μεγάλωσε από τους ανθρώπους που η Αδαμαντία φρόντισε ως παιδιά και τώρα έχουν κάνει τα δικά τους παιδιά. Είναι η ίδια γειτονιά που ξέχασε το κομμάτι το ψωμί, τη Διαμάντω, και την κουδουνίστρα με το νανούρισμα…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook