Η Κυριακή της Συγνώμης

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Σύρθηκε στην άκρη του δρόμου. Πίσω από τα ψηλά χόρτα, ήσυχα θα ήταν εκεί, πονούσε, πονούσε αβάσταχτα, έπρεπε να πάει σε μια γωνιά. Πονούσε κ αιμορραγούσε, το μύρισε το αίμα του και αυτό δεν ήταν καλό. Ο πόνος τον έσφαζε, με κόπο σύρθηκε, έφτασε και σωριάστηκε στα ξερόχορτα. Προσπάθησε να κουλουριαστεί, μόνο έτσι θα ζεσταινόταν όμως ο πόνος δεν τον άφηνε. Ήταν κι αυτό το χιονόνερο που είχε ξεκινήσει εδώ και ώρα, ίσως κι αυτό να ήταν η αιτία που εκείνο το αυτοκίνητο έπεσε με τόση δύναμη πάνω του, να δεις που ο καημένος ο οδηγός, δεν θα πρόλαβε να αντιδράσει. Τον χτύπησε τόσο δυνατά που τον τίναξε ψηλά για να προσγειωθεί με δύναμη στο σκληρό οδόστρωμα. Τ αδύναμα κόκαλα του έσπασαν, ούρλιαξε από τον πόνο, αλλά ήταν σίγουρος πως ο οδηγός δεν τον άκουσε, γι αυτό γκάζωσε κι έφυγε με φόρα.

Θόλωναν τα μάτια του από τον πόνο, η καρδιά του κλωτσούσε δυνατά στο στήθος του, το στόμα του είχε στεγνώσει. Νερό. Λίγο νερό να είχε και να έπινε, σαν τότε, κάποτε παλιά που είχε πάντα νερό να πιει. Πόσο παλιά να ήταν; Έγλειψε τα χόρτα. Όσο έφτανε γιατί δεν μπορούσε άλλο να συρθεί, όσο έφτανε η γλώσσα του έγλειψε τα χόρτα ν ανακουφίσει αυτήν την φωτιά που είχε μέσα του.

Θυμήθηκε το νερό. Φρέσκο και δροσερό σ ένα ολοκάθαρο αστραφτερό μπωλ. Θυμήθηκε το μικρό του αφεντικό που τον χάιδευε όσο έπινε νεράκι. Πόσο καλοί άνθρωποι ήταν! Ήταν μικρούλης αυτός, μα η αγάπη τους μεγάλη, όλο έπαιζαν μαζί του κι όλο του έδιναν μεζεδάκια και το μικρό αφεντικό του έδινε την μπάλα του να παίξει. Και γελούσε, αχ ΄πόσο γελούσε με τ αδέξια παιχνίδια του.

Πολύ καλοί άνθρωποι, αλήθεια. Μα μια μέρα, απλά εξαφανίστηκαν. Θυμάται πως μέρες πριν υπήρχε μια αναστάτωση, μάζευαν τα πράγματά τους, το μπωλ το ξεχνούσαν άδειο, τον κοιτούσαν μ ένα βλέμμα σαν λυπημένο, αλλά μια μέρα, απλά, τον έβγαλαν έξω από την αυλή κι αυτοί, μπήκαν στο αυτοκίνητο κι έφυγαν. Μέρες περίμενε να γυρίσουν, εκεί, ακίνητος, κοιτούσε τον δρόμο, μόνο για λίγο έφευγε να πάει για την ανάγκη του, μην τα δει πάλι η αφεντικίνα και τον μαλώσει ή τον κλωτσήσει. Δεν καταλάβαινε γιατί θύμωνε, αλλά ήταν τόσο καλή που σίγουρα έφταιγε αυτός που θύμωνε εκείνη.

Δεν φάνηκαν ποτέ. Ο καιρός αγρίευε, το μέρος άδειαζε, το φαγητό λιγόστευε κι όταν μια μέρα φάνηκαν άλλα μεγαλύτερα σκυλιά, εκείνος έτρεξε να υπερασπιστεί την αυλή των καλών ανθρώπων γιατί θα γύριζαν κοντά του κι αυτός έπρεπε να φανεί αντάξιός τους. Τα μεγάλα σκυλιά τον έφαγαν. Κάτι θα έκανε λάθος, σίγουρα, σκεφτόταν ξανά και ξανά όλες εκείνες τις μέρες που ξεσκισμένος, ματωμένος και με απώλεια το ένα του μάτι λούφαξε για να περάσουν. Τώρα, νέος φόβος ήρθε και φώλιασε στα μέσα του. Δεν έβλεπε όπως πριν ήταν πια αδύνατος και βρώμικος και οι ουλές πάνω από την μύτη του τον έκαναν άσχημο, μήπως ερχόντουσαν τ αφεντικά και δεν τον γνώριζαν;

Δεν μπόρεσε να υπερασπιστεί την αυλή, δεν προλάβαινε να φάει καλά, πάντα έβρισκε λιγοστό φαγητό και ακόμη λιγότερο νερό. Καμιά φορά, έβλεπε από μακριά οικογένεια με μικρό αφεντικό και νόμιζε πως ήταν τα δικά του αγαπημένα αφεντικά, έτρεχε με λαχτάρα καταπάνω, όμως εκείνοι τον κοίταζαν με αποστροφή και αηδία, του πετούσαν πέτρες, ξύλα ή μπορεί και το μεγάλο αφεντικό να του έριχνε και καμιά κλωτσιά. Δίκιο είχαν, ήταν τόσο άσχημος με το ένα μάτι μόνο. Οι άνθρωποι είναι καλοί, αυτός έφταιγε που ήταν αδύνατος, βρώμικος και μισότυφλος. Έτσι μια φορά, μπερδεύτηκε πάλι και νόμιζε πως ήταν οι δικοί του κι έτρεξε καταπάνω, κουνώντας την ουρά. Τότε έφαγε μια τόσο γερή κλωτσιά στην μούρη, που μονομιάς, έχασε μπόλικα δόντια.

Μα πόσο ανόητος ήταν! Πώς θα τον αγκάλιαζαν τώρα τ αφεντικά όταν θα επέστρεφαν; Πώς θα τον αγαπούσαν τώρα που είχε χάσει και τα δόντια του εκτός από το μάτι του;

Άνοιξε τα μάτια του. Μάλλον τον είχε πάρει ο ύπνος εκεί στα ξερόχορτα, τι έγινε; Πώς μπόρεσε ν αποκοιμηθεί, πού πήγε τόσος πόνος; Και γιατί ήταν ελαφρύς, δεν πονούσε πια. Κι έβλεπε και καλά, τι έγινε, δεν καταλάβαινε. Σηκώθηκε όρθιος. Δεν έκανε κρύο πια κι αυτός δεν πονούσε καθόλου, ήρθε κιόλας το καλοκαίρι;

Ήταν ζεστά, ήταν ωραία κι όχι μόνο αυτό. Κοίταξε ψηλά. Ένα υπέροχο ζεστό φως ερχόταν από τον ουρανό, ήθελε να πάει εκεί, ήταν όμορφα, του άρεσε. Άρχισε να βαδίζει, τι όμορφα που ήταν, σχεδόν πετούσε το φως τον τραβούσε. Άφησε ελεύθερο το κορμί του, τι γλυκιά αίσθηση, το φως τον τραβούσε κι αυτός πετούσε προς τα εκεί. Και ένα λεπτό πριν τον ρουφήξει το φως, γύρισε και κοίταξε κάτω.

Μια οικογένεια περπατούσε, μαμά, μπαμπάς και κρατούσαν το παιδί από το χέρι.
«Ήρθαν;; Ήρθαν να με βρουν; Μα το ήξερα πως με αγαπούν, είναι καλοί, με αγαπούν.»
Άκουσε την φωνή του μικρού αφεντικού
«Και γιατί πάμε στην εκκλησία τέτοια ώρα μαμά;»
«Γιατί σήμερα γίνεται μια λειτουργία, που λέγεται συγχωρητική. Ζητάμε συγνώμη αυτήν την Κυριακή του χρόνου από όποιον πικράναμε και πληγώσαμε. Και πρέπει να πάρουμε συγχώρεση. Αν αυτός που πικράναμε θέλει να μας συγχωρήσει.
Γι’ αυτό πάμε στην εκκλησία»

«Κι εμείς, από ποιόν πρέπει να ζητήσουμε συγνώμη μαμά; Ποιόν πικράναμε;;»

Άφησε ένα μικρό, γλυκό, σιγανό γάβγισμα. Σαν αναστεναγμός ήταν. Έκλεισε τα μάτια κι άφησε το κορμί του ελεύθερο προς το φως.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook