Η λύκαινα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Το σκληρό πρόσωπο των ανθρώπων το βίωσε από τις πρώτες τις ανάσες σε αυτό τον κόσμο και μάλιστα από τον άνθρωπο που την έφερε στην ζωή. Ποτέ δεν έμαθε τι έσπρωξε εκείνη την γυναίκα – μητέρα δεν μπόρεσε να την πει ποτέ της – να την γεννήσει μέσα στο δάσος και να την αφήσει εκεί χωρίς καμιά συμπόνια για το ίδιο της σπλάχνο, δίπλα στα πεινασμένα αγρίμια που ούρλιαζαν όπως ούρλιαζε και αυτή σαν μωρό μόνο του και αβοήθητο. Τα αγρίμια όμως φέρθηκαν πιο ανθρώπινα και μια λύκαινα έγινε η τροφός του βρέφους που μαζί με τα δικά της παιδιά το θήλασε και το προστάτεψε τους πρώτους μήνες της ζωής του, μέχρι να το βρει αυτή η γυναίκα που ζούσε μόνη της μέσα στο δάσος. Δεν πίστευε στα μάτια της όταν είδε ένα μωρό να παίζει δίπλα σε μικρούς λύκους. Με δυσκολία τους απομάκρυνε για να μπορέσει να πάρει το παιδί.

Μια έξυπνη και καλή γυναίκα που ζούσε μόνη της από τότε που πέθανε ο άντρας της, είχε μάθει στην μοναξιά της χρόνια μακριά από άλλους ανθρώπους, αποδείχθηκε όμως άξια στο μεγάλωμα της μικρής, που πλέον είχε γίνει ολόκληρο κορίτσι και συνέχιζε να κάνει παρέα με τους λύκους που την αποδέχονταν πάντα σαν ισότιμο μέλος τους. Το κορίτσι στα έξι της χρόνια είχε πολλές απορίες αλλά δυστυχώς η γυναίκα δεν μπορούσε να της της δώσει, ήξερε μόνο ότι μια λύκαινα την ανέθρεψε και ότι την βρήκε μόνη της στο δάσος. Το κορίτσι ήταν πεπεισμένο ότι η λύκαινα ήταν η μάνα της και η πραγματική της οικογένεια η αγέλη και δυσανασχετούσε που έμενε σε σπίτι και όχι ελεύθερη στο δάσος όπως οι υπόλοιποι λύκοι. Τους χειμώνες όμως που το κρύο ήταν τσουχτερό και το χιόνι κάλυπτε τα πάντα έβλεπε το σπίτι με άλλο μάτι και βολευόταν στην ζεστή του θαλπωρή κάτι που το ξεχνούσε αμέσως με τις πρώτες ζεστές και έτρεχε πίσω στο δάσος. Μάταια προσπαθούσε η γυναίκα που την είχε βρει, να την πείσει ότι είναι άνθρωπος και ότι οι άνθρωποι ζούνε σε σπίτια και όχι στο δάσος. Η μικρή ήταν πανέξυπνη και είχε μάθει πάρα πολλά από βιβλία, σταδιακά όμως αρνιόταν την ανθρώπινη φύση της και γινόταν όλο και περισσότερο αγρίμι.

Το πόσο πολύ έμοιαζε με αγρίμι θα το ανακάλυπτε λίγα χρόνια αργότερα όταν μια παρέα κυνηγών είδαν τις δυο γυναίκες μόνες τους στο ποτάμι και τις περικύκλωσαν με άγριες διαθέσεις. Η μεγαλύτερη γυναίκα χωρίς να αντισταθεί παραδόθηκε στις ορέξεις τους, παρακαλώντας τους να αφήσουν το κορίτσι να φύγει. Η μικρή, τρομοκρατημένη, προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Όταν, τελειώνοντας με την γυναίκα, προσπάθησαν να την ακινητοποιήσουν, εκείνη αντιστάθηκε τόσο άγρια που οι τρεις μεγαλόσωμοι άντρες ήταν αδύνατον να την κάνουν καλά. Με νυχιά και με δόντια αμύνονταν και άφηνε πληγές και σημάδια στους αντιπάλους της. Ένας απ αυτούς, τράβηξε την καραμπίνα του αλλά η γυναικά που είχε υποστεί ένα βάναυσο βιασμό σηκώθηκε με ότι δυνάμεις της είχαν απομείνει και προσπάθησε να σώσει το κορίτσι. Το όπλο εκπυρσοκρότησε και την πλήγωσε θανάσιμα. Εκείνη ακριβώς την στιγμή όλοι πάγωσαν και το κορίτσι βρήκε την ευκαιρία να εξαφανιστεί μέσα στο δάσος. Οι άντρες την κυνήγησαν και το κυνηγητό κράτησε αρκετή ώρα. Οι αντοχές της ήταν τεράστιες και έκοψε ταχύτητα όταν έφτασε κοντά στην αγέλη της, εκεί τους περίμενε κρυμμένη στους θάμνους και όταν εμφανίστηκαν για να την αρπάξουν,οι φίλοι της οι λύκοι όρμησαν στους άντρες και τους ξέσκισαν τις σάρκες. Εκείνη απολάμβανε το θέαμα με μεγάλη χαρά και ανατρίχιαζε από ηδονή στις σπαρακτικές κραυγές των αντρών και στο τρομαγμένο τους βλέμμα. Όταν πλέον βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε ίχνος ζωής πάνω τους έφτυσε πάνω στα κουφάρια τους και έφυγε μαζί με τους λύκους. Πλέον ήταν κι αυτή μια λύκαινα και θα έμενε με την αγέλη.

Τα χρόνια περνούσαν και είχε σχεδόν ξεχάσει ακόμα και να μιλάει όταν στο δρόμο της βρέθηκε ξανά ένας άνθρωπος, τραυματισμένος από έναν χοντρό κορμό δέντρου που προφανώς δεν άντεξε το βάρος του χιονιού. Αρχικά σκέφτηκε να τον αφήσει στην μοίρα του όταν όμως κοίταξε τα βαθιά γαλάζια μάτια του της θύμισε λύκο και όχι άνθρωπο. Είχε μια ζεστασιά το βλέμμα του που την έκανε να νιώσει μια φωτιά μέσα της, παρά το τσουχτερό κρύο που επικρατούσε. Τον έσυρε μέχρι το σπίτι που έζησε κάποτε με την γυναίκα που την είχε βρει όταν ήταν μικρή. Ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά όταν μπήκε μετά από χρόνια μέσα και όλα ήταν όπως τα είχαν αφήσει και περιποιήθηκε τον άγνωστο άντρα. Όταν ανέκτησε τις δυνάμεις του, την ευχαρίστησε και άρχισε να της μιλάει χωρίς όμως να της παίρνει κουβέντα. Αμέσως κατάλαβε ότι απέναντι του είχε ένα αγρίμι αφού λίγα ήταν αυτά πάνω της που θύμιζαν άνθρωπο. Ήταν ευγενικός και μιλούσε όμορφα και μέρα με την μέρα κέρδιζε την εμπιστοσύνη της. Το κορίτσι δεν ήξερε τι ήταν αυτό που ένιωθε, αλλά η καρδιά της χτυπούσε δυνατά.

Κάποια μέρα έψαξε στη ντουλάπα και φόρεσε ένα φόρεμα της γυναίκας που την μεγάλωσε. Πλύθηκε στο ποτάμι και προσπάθησε να χτενίσει και να πλέξει κοτσίδα τα μαλλιά της. Ο άντρας μόλις την είδε ξαφνιάστηκε από την ομορφιά της! Αμέσως μετάνιωσε που εμφανίστηκε έτσι μπροστά του και βγήκε από το σπίτι τρομαγμένη.Τι είχε πάθει; τι της συνέβαινε και γιατί ένιωθε τόσο περίεργα; Μακάρι να ήταν εδώ εκείνη, να της δώσει κάποιες απαντήσεις – μα δεν ήταν! Η μόνη μάνα που είχε ποτέ της, είχε πεθάνει για να την σώσει. Αφέθηκε να θρηνήσει – ήταν η πρώτη φορά που έκλαψε στην σκέψη του θανάτου της καλής αυτής γυναίκας.

Επέστρεψε στο σπίτι και στον άντρα και αποφάσισε να αφήσει την ανθρώπινη φύση της να την καθοδηγήσει. Ξύπνησε η γυναίκα μέσα της και αφέθηκε να ερωτευτεί, να αγαπήσει. Στα χρόνια που ακολούθησαν, γύρισε σιγά σιγά στον ανθρώπινο πολιτισμό με τη βοήθεια του ανθρώπου που είχε σώσει και στάθηκε πλάι της. Όπως όλοι οι λύκοι, έτσι κι εκείνη με τον άνθρωπο της, ζευγάρωσαν για πάντα! Έκαναν οικογένεια και στάθηκε στα παιδιά της κάτι παραπάνω από μάνα. Σωστή λύκαινα!

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook