Η Μαίρη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

“Να πάτε όλοι στον διάολο, που είστε εσείς ικανοί να κρίνετε τον οποιονδήποτε, άχρηστα και τιποτένια ανθρωπάρια…” Με βήματα γρήγορα και νευρικά, βγήκε από την αίθουσα χτυπώντας με δύναμη την πόρτα. Χρειαζόταν αέρα, ένιωθε τα αποθέματα του οξυγόνου στο κορμί της να εξαντλούνται απότομα. Οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν, άρχιζε να σκοτεινιάζει ο χώρος γύρω της. Με το λιγοστό κουράγιο που της είχε απομείνει, αναζήτησε την έξοδο και πετάχτηκε στον δρόμο κυριολεκτικά στο παρά πέντε της κατάρρευσης. Στάθηκε για δυο λεπτά ρουφώντας με λαιμαργία το φρέσκο οξυγόνο, που την ανακούφισε και της έδωσε δύναμη για να στηριχτεί στα πόδια της. Η θέα της θάλασσας στην απέναντι πλευρά του δρόμου, φάνταζε στα μάτια της ως το πιο κατάλληλο καταφύγιο. Διέσχισε γρήγορα τη μεγάλη λεωφόρο και βρέθηκε να κάθεται στο πεζούλι της παραλίας, με το βλέμμα της να χάνεται στο απέραντο του γαλάζιου. Με γυρισμένη την πλάτη της στο πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο, εκεί όπου πριν από λίγα λεπτά τέσσερα ημιμαθή κι επηρμένα “τίποτα” της είχαν γκρεμίσει τα όνειρα για άλλη μια φορά, είχαν και πάλι τσακίσει τα φτερά της.

Άναψε ένα τσιγάρο και προσπάθησε να βάλει τη σκέψη της σε τάξη, να αποβάλει τα τοξικά σχόλια που είχαν μόλις λαβώσει το μέσα της. Όσο κι αν προσπάθησε να διώξει μακριά την εικόνα και τα λόγια που είχαν προηγηθεί, οι λέξεις επέμεναν να σουβλίζουν το κεφάλι της, να χτυπούν ανηλεώς το είναι της ολόκληρο. “Εξαίσια φωνή κούκλα μου, αλλά δεν είσαι ακριβώς αυτό που ψάχνουμε, λυπάμαι… Πρέπει να προσπαθήσεις να βγάλεις τη “νύχτα” από πάνω σου, δεν σε βοηθά καθόλου… Τραγούδησες υπέροχα και πολύ σωστά, αλλά καταλαβαίνεις, είσαι και σε μια ηλικία που δύσκολα κάποιος θα επενδύσει σε σένα, υπάρχουν τόσες άλλες νεότερες…” “Αλλά”: πόσες φορές είχε ακούσει αυτήν τη λέξη, πόσες φορές ένα “αλλά” είχε διαλύσει τα σχέδιά της, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες της! Εμπόδια, εμπόδια παντού. Και πόρτες κλειστές, δρόμοι που καταλήγουν πάντα σε αδιέξοδα. Ρουφάει μια γενναία τζούρα, ο καπνός διαχέεται νωχελικά σε κάθε χιλιοστό του κορμιού της. Το μυαλό επιδίδεται ασυνείδητα σε μια αναδρομή της ζωής. Από δεκαπέντε χρόνων παιδάκι παλεύει, κυνηγάει το όνειρο με συνοδοιπόρο το δικό της άστρο. Από δεκαπέντε χρόνων! Αύριο κλείνει τα τριάντα δύο! Πόσα χρόνια, πόσες προσπάθειες, πόσος κόπος, κι εκείνη να λαμβάνει απόρριψη. Πάντα, από παντού, απόρριψη.

Αποφάσισε να επιστρέψει στο σπίτι με τα πόδια. Η μέρα ήταν γλυκιά και δροσερή, και το θαλασσινό αεράκι θα τη βοηθούσε να “καθαρίσει” τον ειρμό της. Περπατώντας κατά μήκος της παραλίας, άρχισε να ανασύρει από τη μνήμη την πορεία που είχε διανύσει. Ήξερε από τη μέρα που πήρε την πρώτη της ανάσα τι είναι και τι ήθελε να κάνει. Γεννήθηκε μ’ αυτό, ήρθε στην πλάση τούτη προορισμένη για έναν σκοπό. Το άγγιγμα της Μοίρας ήταν σαφές: το πεπρωμένο της οι νότες. Το “ευαγγέλιο” της το πεντάγραμμο. Η προίκα της η φωνή της. Δεν είχε τίποτε άλλο στον κόσμο, μόνη της περιουσία το άστρο που την είχε “σημαδέψει” ισόβια. Το μικρό, απομακρυσμένο χωριουδάκι κάπου στη βόρεια Ελλάδα ένιωσε να την “πνίγει” από νωρίς. Ήδη από τις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού είχε έναν και μόνο στόχο στο μυαλό της, το πως θα φύγει κατά το δυνατό γρηγορότερα από εκεί. Η ανάγκη της να δραπετεύσει από την προσωπική της φυλακή, την έσπρωξε στο να το “σκάσει” μια νύχτα ξαφνικά, για να λυτρωθεί από τα δεινά της. Τα έθαψε όλα βαθιά μέσα της κι άνοιξε αθόρυβα την πόρτα. Άλλωστε, αυτό που προείχε ήταν η εκπλήρωση του ονείρου.

Πρώτος σταθμός στην πορεία της προς τη “λάμψη” υπήρξαν οι μεγάλες πόλεις της περιφέρειας. Έτσι κι αλλιώς, ούσα ακόμα ανήλικη, έπρεπε να κρύβεται επιμελώς για να αποφύγει τυχόν μπελάδες και μπλεξίματα. Βούτηξε από νωρίς στα πολύ βαθιά. Ο κόσμος της νύχτας, ιδιαιτέρως στην επαρχία, είναι αδυσώπητος και σκληρός, με κανόνες συγκεκριμένους κι απαρέγκλιτους. Ένα δεκαπεντάχρονο κοριτσάκι, μόνο του, χωρίς κανένα απολύτως στήριγμα, έπρεπε να παλέψει για να επιβιώσει μέσα στην αρένα με τα δίποδα “θηρία” του σκοταδιού. Η αγγελικά πλασμένη φωνή της αποτέλεσε το διαβατήριο για την είσοδο στους χώρους αυτούς, αν και πολλοί επιχειρηματίες ήταν ιδιαιτέρως δύσπιστοι, λόγω του νεαρού της ηλικίας της. Καθώς ήταν παραπάνω ανεπτυγμένη σωματικά, σε σχέση με τα υπόλοιπα συνομήλικά της κορίτσια, κατάφερνε να τους πείσει ότι ήταν λίγο μετά τα δεκαοκτώ. Κάπως έτσι, η Μαίρη κέρδισε την πρώτη της δουλειά και είδε ένα κομμάτι του ονείρου της να γίνεται πραγματικότητα. Χαμογελούσε για πρώτη φορά στη ζωή της, έστω και δειλά. Οι μουσικοί που συνεργάζονταν μαζί της έμεναν έκπληκτοι με την ποιότητα της φωνής της. Δεν είχαν ξανακούσει τέτοιο φυσικό, εντελώς ακατέργαστο ταλέντο. Ο πρώτος μαέστρος που την ανέλαβε, της είχε πει χαρακτηριστικά: “η Μαίρη, η μεγάλη αρτίστα, που “ντύνει” τις νότες της με χρυσό”. Η φράση αυτή την ακολούθησε πιστά στη ζωή της, έκτοτε. Η εκκολαπτόμενη αρτίστα δεν άργησε να κλέψει τις εντυπώσεις στη σκηνή. Η ακαταμάχητη γοητεία της φωνής της, σε συνδυασμό με τη φυσικώς θελκτική της εμφάνιση, γρήγορα την καθιέρωσαν ως ανερχόμενο αστέρι, που είχε ήδη αποκτήσει το φανατικό της κοινό. Αρκετοί θαμώνες προσέρχονταν στο μαγαζί μόνο και μόνο για να δουν και ν’ ακούσουν τη Μαίρη. Κι όταν το “για να δουν” άρχισε να εκτοπίζει το “για ν’ ακούσουν”, ξεκίνησαν και τα προβλήματα. Το αφεντικό ήταν κατηγορηματικό: “καλή η φωνή και το τραγούδι βρε Μαιρούλα μου, αλλά εδώ είναι αλλιώς τα πράγματα, δεν είμαστε Αθήνα, ο πελάτης που έρχεται θα πληρώσει όχι μόνο για τις αψεγάδιαστες νότες σου, θέλει και κάτι παραπάνω. Σε θέλει και στο τραπέζι του, να πιείτε τα ποτά σας, να σου ανοίξει τις σαμπάνιες, να γίνει και η σχετική κατανάλωση. Έτσι λειτουργεί το σύστημα εδώ, γλυκιά μου”. Εκείνη αρνείτο να πιστέψει σε αυτά που άκουγε. “Άκουσε κυρ Παναγιώτη μου, εγώ είμαι αρτίστα, όχι βίζιτα. Τέτοια δεν κάνω”. Είχε μάθει πολύ γρήγορα να μιλά τη “γλώσσα” της πιάτσας. Και δεν ήταν σε καμία περίπτωση διατεθειμένη να κάνει την παραμικρή υποχώρηση, εκπτώσεις δεν ανεχόταν για εκείνην. Αποστολή της ήταν η τέχνη και θα την έφερνε σε πέρας, με όποιο κόστος. Ο κυρ Παναγιώτης έγινε απόλυτα συγκεκριμένος: “κοίταξε κορίτσι μου, εμείς εδώ λειτουργούμε όπως σου είπα, έχουμε τους κανόνες μας. Δεν σε πιέζει κανένας να δεχτείς, αν δεν θέλεις μπορείς να πας στο καλό, πενήντα σαν κι εσένα έχω να περιμένουν να τις πάρω για δουλειά”. Με τούτα και μ’ εκείνα, μάζεψε τα πράγματά της κι έφυγε. Ακολούθησαν πολλές άλλες πόλεις, πολλά μαγαζιά, πολλοί “κυρ Παναγιώτηδες”. Δυο χρόνια περιφερόταν από δουλειά σε δουλειά, δεν στέριωνε πουθενά πάνω από τρεις εβδομάδες. Όλοι ζητούσαν από εκείνη αυτό που θα την έκανε να σιχαθεί τον εαυτό της. Γρήγορα διαπίστωσε ότι δεν είχε πλέον τίποτα να περιμένει από εκεί. “Δεν είναι πια για μένα η επαρχία”, έλεγε ενώ κοιταζόταν στον καθρέφτη της. Είχε σχεδόν ενηλικιωθεί πλέον, οπότε ήταν έτοιμη για το επόμενο μεγάλο βήμα.

Με τις σκέψεις για συντροφιά της, έφτασε μετά από αρκετή ώρα στο σπίτι. Ένα μικροσκοπικό, αλλά πανέμορφο και “ζεστό” δυαράκι στον έκτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας, στο κέντρο της Αθήνας. Η δική της “κιβωτός”, όπως την αποκαλούσε η ίδια, που τόσες και τόσες πίκρες είχε μοιραστεί μαζί της. Λες και οι τοίχοι του σπιτιού είχαν γίνει φίλοι της πιστοί μετά από τόσα χρόνια, πάντοτε πρόθυμοι ν’ ακούσουν το παράπονό της, να την αγκαλιάσουν στο κλάμα της. Καταπονημένη από όσα είχαν προηγηθεί, θέλησε να κουρνιάσει στον διθέσιο καναπέ. Κι αντί να καταφέρει να “αδειάσει” το κεφάλι της, οι θύμησες χτυπούσαν πεισματικά την πόρτα της, για να συνεχίσουν την αφήγησή τους. Με πόσα όνειρα είχε φτάσει στην Αθήνα! Η μεγαλούπολη, η δική της Εδέμ, εκεί που πίστεψε ότι επιτέλους θα πάρουν σάρκα και οστά οι επιθυμίες της. Τα φώτα της πόλης και οι πολύχρωμες μαρκίζες την “τύφλωσαν” μονομιάς, της πρόσφεραν μια πρόωρη ελπίδα, μια παραισθησιογόνα αισιοδοξία και σιγουριά, για ένα μέλλον έτσι όπως το είχε οραματιστεί. Ονειρεύτηκε συχνά το δικό της όνομα σε μια τέτοια μαρκίζα, με τεράστια, φωτεινά γράμματα. Μάταια περνούσαν τα χρόνια, την έβρισκαν να παλεύει διαρκώς για να κατακτήσει τη θέση της στο άπιαστο. Συμβιβάστηκε με το να δουλεύει ως τριτοτέταρτο “όνομα” στα μεγάλα νυχτερινά μαγαζιά, για να επιβιώσει. Αν στην επαρχία είχε να αντιμετωπίσει το ξεπούλημα της ψυχής και του σώματός στους πελάτες για να καθιερωθεί, στην Αθήνα οι “νόμοι” ήταν λίγο διαφορετικοί. Εκεί, έπρεπε να θυσιάσει τον εαυτό της στις ορέξεις των “μέσα στα πράγματα”, να εναποθέσει την οντότητα της στον βωμό όσων κινούν τα “νήματα”. Ναι, βρέθηκε αντιμέτωπη με την ίδια σκληρή αλήθεια, απλώς τώρα αντίκριζε την άλλη όψη του νομίσματος. “Αν δεν πλαγιάσεις με τον τάδε, δεν πρόκειται να κάνεις τίποτα στον χώρο αυτό. Αν δεν “κάτσεις” στον δείνα, είσαι υπόθεση χαμένη, καταδικασμένη”. Ίδια η σήψη, διαφορετικό το περιτύλιγμα. Έμεινε πιστή στις αρχές της, δεν καταδέχτηκε ποτέ οποιαδήποτε έκπτωση. Δεν θα πουλιόταν για να πετύχει, ήταν σίγουρη πως υπήρχε κι άλλος δρόμος, αυτός της αξιοπρέπειας. Η τέχνη την περίμενε καρτερικά, ήξερε πως κάποτε θα δικαιωνόταν. Αρκέστηκε στο λίγο, συνήθισε με τον καιρό να είναι “το κορίτσι που ανοίγει το πρόγραμμα”, στη σκιά των “μεγάλων ονομάτων”. Με τη φλόγα του οράματος και της ελπίδας να παραμένει άσβεστη μέσα της, έλεγε ξανά και ξανά στον καθρέφτη της: “είσαι αρτίστα!”

Το δυνατό κουδούνισμα στο κινητό της την επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα. Βλέποντας στην οθόνη το όνομα του καλούντος, αναθάρρησε. Με τον Μηνά είναι μαζί σχεδόν δυο μήνες. Δεν τον γνωρίζει αρκετά, ωστόσο περνάει πολύ καλά στη σχέση αυτή. Το κυριότερο; Νιώθει ότι επιτέλους κάποιος είναι μαζί της επειδή την αγαπά αληθινά, χωρίς υστεροβουλίες, χωρίς οποιαδήποτε άλλη σκοπιμότητα. Η ζωή δεν στάθηκε ιδιαιτέρως ευνοϊκή μαζί της, στο κομμάτι αυτό. Για να ακριβολογούμε, ΟΥΤΕ στο κομμάτι αυτό. Όσοι πέρασαν από την καρδιά της αποσκοπούσαν πάντα σε κάτι άλλο, ποτέ σε αυτήν, ποτέ δεν τη θέλησαν για αυτό που ήταν. Ένιωσε την εκμετάλλευση στο πετσί της, κουρελιάστηκε και τσαλαπατήθηκε ξανά και ξανά. Όμως τώρα δεν είναι το ίδιο. Το διαισθάνεται, το πιστεύει πολύ. Ο Μηνάς είναι ο άνθρωπός της, το διέκρινε από την πρώτη στιγμή που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους. Μ’ εκείνον είναι αλλιώς, τη νοιάζεται και τη φροντίζει. Ενδιαφέρεται για την πρόοδό της, καθώς κι αυτός ανήκει στον ίδιο εργασιακό χώρο. Εδώ και λίγες μέρες έχει αναλάβει κι επίσημα χρέη μάνατζερ της Μαίρης, διεκδικώντας για εκείνη τις ευκαιρίες που δεν της δόθηκαν ως τώρα. Τα νέα που της μετέφερε στο τηλέφωνο την ενθουσίασαν τόσο, που αστραπιαία πετάχτηκε από τον καναπέ κι άρχιζε να ουρλιάζει από χαρά και λαχτάρα! Ο Μηνάς της έχει κανονισμένο ραντεβού σε λίγες ώρες, για να τη δουν από κοντά οι ιθύνοντες μιας μεγάλης δισκογραφικής εταιρείας, με σκοπό να συζητήσουν μια ενδεχόμενη συνεργασία. Απερίγραπτα συναισθήματα την κατέκλυσαν, ένιωθε την καρδιά της να χτυπά δυνατά, πιο δυνατά από ποτέ, να φτερουγίζει στον ρυθμό μιας άγνωστης, πρωτόγνωρης “μελωδίας”. Είχε έρθει η ώρα, επιτέλους! Οι κόποι και η προσμονή τόσων χρόνων απέδωσαν καρπούς! Βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ!

Περιποιήθηκε τον εαυτό της όπως θα άρμοζε σε μια μεγάλη πρεμιέρα. Για τη Μαίρη, αυτό που επίκειται είναι η πρεμιέρα της νέας της ζωής, του ονείρου για το οποίο πάλεψε με όλες τις δυνάμεις της. Της το χρωστάει η ζωή, της το οφείλει. Και το κάρμα φρόντισε να της το προσφέρει ως δώρο, λίγες ώρες πριν από τα τριακοστά δεύτερα γενέθλιά της. Ντυμένη και στολισμένη στην εντέλεια, κίνησε για το μεγάλο ραντεβού με τη Μοίρα, που είχε δοθεί κάπου στο Μοναστηράκι. Είχε πια βραδιάσει για τα καλά. Η πόρτα του γραφείου στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας άνοιξε. Την υποδέχτηκε ένας μεσόκοπος στρουμπουλός κύριος, που την καλωσόρισε. Στον κυρίως χώρο βρισκόταν ένας καναπές με δύο δερμάτινες πολυθρόνες. Εκεί την περίμεναν ο Μηνάς με έναν ακόμα κύριο, ίδιας ηλικίας και σωματότυπου με τον πρώτο. Ο καλός της τη σύστησε στους δύο άνδρες και ξεκίνησε μια χαλαρή συζήτηση, σχετικά με τη δουλειά της. Καθώς περνούσε η ώρα, η Μαίρη άρχισε να νιώθει άβολα. Ένα περίεργο, ακαθόριστο συναίσθημα την κατέλαβε. Δεν ήξερε τι, αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά. Στο μεταξύ, οι τρεις άνδρες είχαν επιδοθεί σε ακατάπαυστη κατανάλωση αλκοόλ, που έρεε άφθονο. “Λοιπόν Μαιρούλα”, παρενέβη ο κύριος Σταύρος, “είσαι πραγματικά ανεκτίμητο διαμάντι. Σ’ έχω ακούσει να τραγουδάς κι έχω μείνει εκστασιασμένος. Είσαι και μια κουκλάρα, νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε θαύματα, όλοι μαζί”. Εκείνη απαντά με ένα συγκρατημένο χαμόγελο, περιμένοντας την κουβέντα να οδηγηθεί στο πρακτικό σκέλος της επαγγελματικής τους πρότασης. Αντί γι’ αυτό, βλέπει τον κύριο Μανώλη να την αγγίζει απαλά στο πρόσωπο με το ένα χέρι του, ενώ με το άλλο αρχίζει να χαϊδεύει τον μηρό της. Έντρομη, αναζητά με τα μάτια της τη βοήθεια του Μηνά, αλλά εκείνος είναι απόλυτα προσηλωμένος στην καταμέτρηση των χαρτονομισμάτων που τώρα κρατά στα χέρια του. “Έλα ομορφούλα, θα δεις πόσο όμορφα θα περάσουμε οι τρεις μας. Κι εμείς, θα φροντίσουμε να γίνεις το μεγαλύτερο αστέρι της μουσικής!” Οι δυο άγνωστοι άνδρες βρίσκονται πια εκατέρωθέν της και με τα χέρια τους αγγίζουν διάφορα σημεία του κορμιού της. Ανίκανη να αντιδράσει, καθώς οι δυο τους την είχαν ακινητοποιήσει, άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Ήταν τότε που ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα στο πρόσωπο και άκουσε τη φωνή του Μηνά να επιβεβαιώνει με τον πιο απεχθή τρόπο το χειρότερο σενάριο: “βούλωσε το πουτάνα, θα κάνεις ό,τι σου πουν οι κύριοι, διαφορετικά θα πεθάνεις από τα χέρια μου”. Το κορμί της κουρελιάστηκε εκείνο το βράδυ δύο φορές, μα η ψυχή της χιλιάδες…! Κι αυτό το δεύτερο ήταν που δεν άντεχε, που την έκανε να σιχαθεί τον εαυτό της! Παραδόθηκε αμαχητί στον εξευτελισμό που της είχε επιφυλάξει η Μοίρα.

Οι βαριές βελούδινες κουρτίνες άνοιξαν διάπλατα και το φως του ήλιου διαχύθηκε λαίμαργα στο τεράστιο υπνοδωμάτιο. Ένιωσε στα μαλλιά της ένα χέρι να τη χαϊδεύει απαλά. Μια ήρεμη, καλοσυνάτη φωνή προσπάθησε να την ξυπνήσει. “Αγάπη μου, ώρα να σηκωθείς. Μας περιμένει μια μεγάλη μέρα, ψυχή μου”. Τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της και η ανάσα του της έδωσε πνοή. Στο σαλόνι βρίσκονταν τα δίδυμα, που έτρεξαν να αγκαλιάσουν και να καλημερίσουν τη μαμά τους. Ήταν πράγματι μια σπουδαία μέρα. Σε λίγες ώρες επρόκειτο να βραβευτεί για τις πωλήσεις του καινούργιου της album, που ξεπέρασαν τα διακόσιες χιλιάδες αντίτυπα. Και μετά θα έδινε μια μεγάλη συναυλία, για να ευχαριστήσει τα εκατομμύρια των θαυμαστών που τη λατρεύουν και την οδήγησαν στην κορυφή του μουσικού στερεώματος. Ποιος να το φανταζόταν, μέχρι πριν από τέσσερα χρόνια η ζωή της έδειχνε να είχε φτάσει στο απόλυτο τέλμα. Κι όμως, τώρα έχει την καριέρα και την καταξίωση που ονειρευόταν, έναν σύζυγο που τη λατρεύει παραπάνω κι από τον εαυτό του και μια τρισευτυχισμένη οικογένεια. Τίποτα δεν θυμίζει πια τα βάσανα που είχε υποστεί, ήταν προφανώς το τίμημα για όλα τα ευλογημένα που ήρθαν στη συνέχεια. Παίζοντας ανέμελα με τα παιδιά, με την άκρη του ματιού της εντοπίζει κοντά στην πόρτα μια εικόνα που την κάνει να παγώσει. “Μαμά… Μαμά μου…” Η κρυστάλλινη φωνή της Μαίρης σπάει σε εκατοντάδες μικροσκοπικά κομματάκια! Οι λέξεις δεν βγαίνουν από το στόμα της, φωνάζει και δεν την ακούει κανείς, ουρλιάζει! Προσπαθεί να κουνηθεί, αλλά τα πόδια και τα χέρια της παραμένουν ακίνητα, με έναν τρόπο τρομακτικό…

Ένας δυνατός γδούπος και ο πόνος από το πέσιμο από το κρεβάτι ήταν αρκετά για να τη συνεφέρουν βίαια. Σκοτάδι, ούτε ίχνος φωτός. Τα παράθυρα στο μικρό δυαράκι ερμητικά κλειστά. Άπνοια, απελπισία. Προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς γίνεται. Μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ανακαλεί στη μνήμη της τον εφιάλτη που έζησε το προηγούμενο ακριβώς βράδυ. Κουλουριάζεται στο πάτωμα και αφήνεται στους ποταμούς που βγαίνουν από τα μάτια της. Και η μάνα; Γιατί ήρθε στον ύπνο της; Τι ήθελε να της πει; Σαν σήμερα, πριν από τριάντα δύο χρόνια την έφερε στον κόσμο αυτόν. Κι ύστερα από λίγο χάθηκε, πέταξε με τα φτερά της για το μεγάλο ταξίδι. “Μαμά μου, που είσαι; Αν ήσουν εδώ μαμά μου, όλα θα ήταν αλλιώς! Που είσαι μαμά μου; Σε χρειάζομαι, σήμερα περισσότερο από ποτέ…”

Στάθηκε μπροστά από τον καθρέφτη της. Το είδωλο που αντίκρισε την τρόμαξε. Η αλλοτινή αρτίστα, το κορίτσι με την κρυστάλλινη φωνή και το απαράμιλλο ταλέντο δεν έμοιαζε σε τίποτα πια με το “ναυάγιο” που έβλεπε τώρα απέναντί της. “Πάντα για τους άλλους, μια ζωή για τα χατίρια των άλλων”, μονολόγησε. Είχε κουραστεί, αρνείτο πλέον να συνεχίσει να είναι το πιόνι στη σκακιέρα. Άνοιξε το παράθυρο και βγήκε στο μπαλονάκι. Είχε πια μεσημεριάσει για τα καλά. Η θέα από τον έκτο όροφο ήταν μαγευτική. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ένιωσε κάτι μέσα της ν’ αλλάζει. “Όχι άλλο τσακισμένα φτερά, δεν θα τους το επιτρέψω, δεν θα τους αφήσω ποτέ ξανά”, βροντοφώναξε. Στο μυαλό της έφτασε αβίαστα η αγαπημένη της μελωδία και τα χείλη σιγοτραγούδησαν το αγαπημένο της ρεφρέν. Έκλεισε τα μάτια κι άνοιξε διάπλατα τα φτερά της, για να πετάξει μακριά. Αυτήν τη φορά, κανείς δεν μπορούσε να της τα ψαλιδίσει, τίποτα δεν στάθηκε ικανό να ανακόψει την πορεία της προς το μεγάλο ταξίδι…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook