Η Μεγάλη Έκρηξη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Είναι πολλές φορές στη ζωή σου που θα σκεφθείς «Αξίζει ρε πούστη μου, κι ας γίνω ρεζίλι». Η μάνα μου το είχε σκεφθεί πολλές φορές, αλλά δεν το έκανε καμία. Ο πατέρας μου, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, το σκέφθηκε δύο και το έκανε και τις δύο. Εκατό τις εκατό ο μπάσταρδος.

Ξέρω ότι έχω πολλά ακόμα χρόνια να κάνω ανάλογες σκέψεις. Σίγουρα σε πιο σοβαρές στιγμές, από το να μπω στο Γ2 και να βροντοφωνάξω σαν τον κάφρο οπαδό στις κερκίδες «Αλεξάνδρα, σε γουστάρω γαμώ το κέρατό μου. Τι δεν καταλαβαίνεις;!» Παρ’ όλα αυτά την συγκεκριμένη στιγμή αυτό μου φαίνεται σαν το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο.

Κάθομαι στις εξέδρες του γηπέδου μπάσκετ και παίζω στα χέρια μου με το κινητό. Το ξεκλειδώνω, κοιτάω το μήνυμά της, το ξανακλειδώνω. Νομίζω ότι όσο το κάνω, κάποια στιγμή οι λέξεις θα αλλάξουν θέση, θα αποκτήσουν άλλο νόημα και το μήνυμα θα είναι διαφορετικό. Αυτό όμως το πούστικο παραμένει το ίδιο.

Κοιτάω τα πιτσιρίκια από το διπλανό γυμνάσιο, που έχουν κάνει κοπάνα δεύτερη ώρα και παίζουν με ένα τενεκεδάκι κόκα κόλας σαν να μην υπάρχει αύριο. Λες κι έκαναν την πιο επικίνδυνη σκανταλιά στον κόσμο και τώρα πρέπει να το γιορτάσουν. Τι διαφορά έχει το Γυμνάσιο από το Λύκειο; Έναν χρόνο. Αλλά οι ευθύνες κι οι «υποχρεώσεις» σε βαραίνουν τόσο πολύ απότομα που νιώθεις λες και μεγάλωσες μία δεκαετία. Η αθωότητα τελειώνει, η εφηβεία είναι στα ντουζένια της, η Αλεξάνδρα γίνεται γυναικάρα κι εσύ κλαις σαν το μυξιάρικο στις εξέδρες ενός άδειου γηπέδου μπάσκετ.

Χάθηκε ρε γαμώτο να παραμείνει το κοριτσάκι που θυμόμουν; Με σπυριά, μπούκλες, αγορίστικα ρούχα και ψεύδισμα στην γλώσσα; Που με κυνηγούσε να της δώσω τράκα τσιγάρο κι εγώ της ανακάτευα τα μαλλιά και την έκανα νούμερο; Αλλά όχι. Με εκδικήθηκε το κώλο σύμπαν. Άλλαξε σχολείο στην Α’ λυκείου, την έχασα δύο χρόνια, και τώρα που γύρισε πάλι, έχει κάνει ένα λύκειο να του τρέχουν τα σάλια. Σαν την εξωγήινη Μπάσιντζερ σε εκείνη τη βλακεία που έπαιζαν τα κανάλια τα Σαββατοκύριακα.

Η ώρα περνάει κι εγώ σκέφτομαι ταινίες και ξανθιές Αμερικάνες. Σκατά τα έχεις κάνει, Βασίλη. Ούτε σήμερα θα μιλήσω, ούτε σήμερα θα της το πω και το μόνο που θα κάνω θα είναι να κοιτάξω άλλες πενήντα φορές το ίδιο μήνυμα:

Γεια σου, Μπίλυ. Ωραία θα ήταν να βγούμε. Στο γνωστό καφέ, έτσι; Σε πειράζει να φέρω και το αγόρι μου; Θέλει πολύ να γνωρίσει τον κολλητό μου από το Γυμνάσιο!

Πώς δύο ντουζίνες λέξεις μπορούν να ισοπεδώσουν τον εσωτερικό σου κόσμο. Κι εγώ όλο ήλπιζα στο αγόρι μου να εννοεί εμένα και στον κολλητό μου έναν άγνωστο, ξεχασμένο, που δε θα με ένοιαζε η φάτσα του.

Τίποτα.

Αρχίδια, αρχίδια, αρχίδια.

Θα σηκωθώ, θα πάω στην τάξη, θα με κατσαδιάσει ο Νικολάου που άργησα να μπω, θα με εκνευρίσει, θα πετάξω τα βιβλία κάτω, θα με πάει στον διευθυντή, θα με-
«Ρε συ, Μπίλυ, τι κάνεις εδώ μόνος;»
Ο μαλάκας ο Νικήτας. Την όρεξή του είχα.
«Τίποτα, ρε. Κάτι σκέφτομαι. Ούτε εσύ έχεις όρεξη για μάθημα;»
«Μπα… τον βαριέμαι τον Νικολάου. Με κοιμίζει».
«Και στο αυτί σου να ούρλιαζε, εσύ πάλι θα κοιμόσουν ρε φίλε».

Γελάει με ένα γέλιο σαν μοτέρ μηχανής. Καλό παιδί αλλά πρήχτης.
«Πάμε βόλτα στο καφέ απέναντι για τσιγάρο; Επιστρέφουμε μετά».
«Τι έχουμε τρίτη ώρα, ρε συ;»
«Ιστορία».

Η ψωνάρα η Αλιβέρτη. Όσο πάει και χειροτερεύει η μέρα. Θα μας μιλάει πάλι για αρχαίους Αιγύπτιους και την σύνδεση τους με την κορμοστασιά του Κολοκοτρώνη.
«Φύγαμε, αλλά κερνάς καφέ».
Ο Νικήτας έκανε να διαμαρτυρηθεί αλλά τελικά ακολούθησε. Φτάνοντας στο καφέ, είδα τις δίδυμες από το τμήμα της Αλεξάνδρας να κάθονται σε μία γωνία και να χασκογελάνε. Η μία με είδε, σοβάρεψε απότομα και σκούντηξε τον ώμο της διπλανής της.
«Γεια, κορίτσια. Όλα καλά;»
Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, έγνεψαν ταυτόχρονα και έσκασαν στα γέλια.
Ηλίθιες.
«Ρε συ, Μπίλυ, να σε ρωτήσω κάτι;»
«Αφού θα ρωτήσεις έτσι κι αλλιώς».

Πάλι το ίδιο, καθυστερημένο γέλιο.
«Πότε θα της το πεις;»
Ο φραπές μου βγήκε από τη μύτη κι έκανα ένα τραπέζι πουτάνα.
«Τι; Ποιο να πω σε ποια;»
«Έλα ρε φίλε, μη μου παριστάνεις τον ανήξερο. Ξεγελάς πολύ κόσμο, αλλά τον Νικήτα ποτέ».
Κοίτα να δεις ο Νικητάκος που βγήκε και ξεφτέρι. Μα καλά, τόσο μπαμ κάνω;
«Δεν… δεν ξέρω, ρε συ. Είναι μεγάλη ιστορία, πάει από το Γυμνάσιο και-»
Ο Νικήτας με διέκοψε με ύφος που έδειχνε ότι θα ξεστόμιζε μεγάλη κουβέντα. Ρούφηξε δυνατά τον καφέ του, ξερόβηξε και σήκωσε το κεφάλι ψηλά.
«Κάθε ιστορία είναι μεγάλη. Είτε τη γνώρισες χθες είτε από το μαιευτήριο. Αλλά σε κάθε ιστορία, υπάρχει ένα κοινό σημείο. Το πρώτο βήμα πρέπει να γίνει έτσι ΜΠΑΜ», χτύπησε τα χέρια του δυνατά, «σαν έκρηξη. Είναι το πιο δύσκολο και πρέπει να φύγει πρώτο».
Μου έκαναν εντύπωση τα λόγια του. Τελικά, ο κάθε ένας μας κρύβει πολλά περισσότερα απ’ όσα φαίνονται.
«Κι αν φάω χυλό;»
«Τότε, τουλάχιστον, θα κάτσεις στις κερκίδες να απολαύσεις την έκρηξη».

Δεν απάντησα. Ήπια γρήγορα τον καφέ μου και κοίταξα το ρολόι μου. Είχα ακόμα είκοσι λεπτά. Σηκώθηκα, άκουσα τα χάχανα από τις δίδυμες δίπλα, τους έριξα ένα διαπεραστικό βλέμμα και χαμήλωσαν το κεφάλι. Έτρεξα στο σχολείο κι έφτασα σε δύο λεπτά έξω από την τάξη της. Από μέσα, ο ηλικιωμένος Βιολόγος που έμοιαζε με λείψανο, απήγγειλε κάτι ασυναρτησίες για πρωτόζωα και μιτοχόνδρια. Πήρα βαθιές ανάσες.
Μία…
Δύο…
Τρ-
«Βασίλη;»

Η πόρτα άνοιξε κι εκείνη εμφανίστηκε. Μου έκοψε την αναπνοή κι έβηξα δυνατά. Από μέσα ακούστηκαν γέλια καθώς είχα γίνει ρεζίλι σε κοινή θέα. Η Αλεξάνδρα έκλεισε την πόρτα και με πήρε πιο πέρα.
«Έλα, ηρέμησε. Καλά είσαι;»
«Τι… πού πας;»
«Τουαλέτα… εσύ πού πας;»

Της έδειξα την τάξη. Μετά εκείνη. Μετά το πάτωμα. Πόσο πιο αποτυχία πια;
«Πάμε μαζί», της είπα.
Με κοίταξε και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος.
«Όχι μέσα στην τουαλέτα, ρε χαζή. Λίγο πιο πέρα να είμαστε μόνοι».
«Γιατί; Τι θες να-»
«Πάμε και μη μιλάς».

Την έπιασα, δεν αντέδρασε, με ακολούθησε. Προσπαθούσα να μην σκέφτομαι το μήνυμά της, τα υπέροχα μπλε – χωρίς γυαλιά – μάτια της, το όμορφο – χωρίς σπυριά – πρόσωπό της, τα καλοχτενισμένα – χωρίς μπούκλες – μαλλιά της. Κάποια στιγμή φτάσαμε στον διάδρομο που οδηγούσε στις τουαλέτες. Σταμάτησα. Γύρισα και την κοίταξα. Είχε την απορία στο πρόσωπό της.
«Αλεξάνδρα».
«Νννναι;»
«Θέλω να… ξέρεις εγώ… το… σκατά».

Μου έπιασε το πηγούνι με το δεξί της χέρι. Το σήκωσε μπροστά στα μάτια της.
«Πες το, ρε διάολε».
«Μπαμ».

Έσκυψα και την φίλησα. Έτσι απλά. Χωρίς άλλα λόγια, χωρίς καθυστέρηση, χωρίς να σκέφτομαι. Με αγκάλιασε απαλά και με φίλησε κι αυτή. Δεν ξέρω πόσα λεπτά πέρασαν, δε δώσαμε σημασία ούτε στο κουδούνι που χτυπούσε διαολεμένα κι έστελνε τα παιδιά έξω από τις τάξεις τους.
Δεν έδωσα σε τίποτα σημασία.
Μόνο σε ένα πράγμα. Ότι δε θα παρακολουθούσα την έκρηξη από τις κερκίδες.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook