Μετά από 10 χρόνια που λες, αποφάσισαν η Ειρήνη και ο Κωστής να κάνουν ένα ακόμα παιδί. Δεν τους έφταναν τα δύο ζιζάνια που ήδη είχαν, δεν τους έφταναν οι καβγάδες και οι φασαρίες στο σπίτι. Όοοοοοχι. Θέλανε κι ένα βυζανιάρικο να κλαίει, να ξερνάει, να χέζει και να τους απορροφά την όποια ενέργεια τους έμενε. Ήρωες, δε μπορώ να πω.

Όταν πλέον τα κατάφεραν και η Ειρήνη έμεινε έγκυος, το ανακοίνωσαν στα τέκνα. Μεσημέρι ήταν, μετά το φαγητό. Ακόμα καθόντουσαν στο τραπέζι και γελούσαν με τα καμώματα του μικρού. Η μεγάλη ήταν πιο μαζεμένη, ο μικρός διαολάκος όμως, τους είχε βγάλει την πίστη. Και κάπου εκεί ανάμεσα στα γέλια σκάει το μυστικό. Σαν βόμβα έπεσε για τα τυραννοσαυράκια. Έτριζε ο θρόνος τους. Και ξαφνικά τα γέλια έγιναν κλάματα. Λειτουργούσαν σαν ένα σώμα, παρά τις όποιες διαφορές. Μοιραζόντουσαν τα παιχνίδια, το δωμάτιο, την αγάπη των γονιών τους. Είχαν μάθει. Δεν τους χώριζε ποτέ κανείς και τίποτα. Αλλά αυτό το νέο δε μπορούσαν να το ”χωνέψουν”. Η μόνη τους ασφάλεια ήταν ότι είχαν ο ένας τον άλλο. Ό,τι κι αν γινόταν με το μούλικο που ετοιμαζόταν, θα το αντιμετώπιζαν μαζί.

Το πείραγμα από την αντίπερα όχθη είχε αρχίσει. Το φύλο του μωρού θα το μάθαιναν στη γέννα. Οπότε το παιχνίδι είχε ως εξής: Εάν το μωρό ήταν κορίτσι, θα έπρεπε η μεγάλη να πετάξει την παντόφλα της στην ταράτσα για να μην της κλέψουν τα πρωτεία. Εάν ήταν αγόρι, θα έπρεπε ο μικρός να κρεμάσει την μαύρη κάπα του μπάτμαν μεσίστια στον ιστό της σημαίας. Κλάμααααα. Οι μεν από τα γέλια, οι δε απ’ τα νεύρα.

Η απάντηση δόθηκε λίγους μήνες μετά στο μαιευτήριο. Το μωρό είναι κορίτσι. Και παρ’ όλες τις εικασίες η μικρή πριγκίπισσα έγινε η αδυναμία και των δύο. Την τάιζαν, την πρόσεχαν, ξαγρυπνούσαν δίπλα της τα βράδια που έκλαιγε υποφέροντας από κολικούς. Τη βάζαν στο ριλάξ, την κουνούσαν και έπαιζαν αμέριμνοι χαρτιά. Τη βάζαν στο καρότσι και παίζαν όλοι μαζί κυνηγητό. Την είχαν σαν ψεύτικο μωρό, της άλλαζαν ρούχα κάθε δυο ώρες, της βάζαν κοκαλάκια στα μαλλιά, της μιλούσαν ασταμάτητα.

Η αλήθεια είναι πως κανείς δε μπορούσε ν’ αντισταθεί σ αυτό το πλάσμα με τα μεγάλα μπλε μάτια και τα καστανόξανθα μαλλάκια. Τα πειραχτήρια της ιστορίας τρελαινόντουσαν για την αφάνα της μπουμπούς. Την επιδείκνυαν στους φίλους τους σαν να ήταν κάτι ιερό και σπάνιο. Η θεότητα τους. Τους μάγευε όλους απ την πρώτη επαφή.

Μεγάλωνε η κυρία που λέτε και άρχισε να μιλάει. Μεταξύ των πρώτων λέξεων της ήταν οι λέξεις βλάκας και χαζή. Δεν ήξερε τι σήμαιναν, νόμιζε ότι ήταν τα ονόματα των αδερφιών της. Ώσπου έμαθε την αλήθεια. Ήταν εκείνη τη μέρα που προσπαθούσαν να της μάθουν να τρώει μπάμιες. «Εμένα δε με λένε βλάκα. Σάββας είναι τ όνομα μου. Κι αυτή δεν τη λένε χαζή, αν και μεταξύ μας, είναι λίγο. Είναι η Γωγώ. Φάε τώρα τη μπαμιεδοσαντουιτσάρα σου. Δεν είναι μπάμιες. Είναι ψωμί με μπάμιες». Σλοοοοοουρπ. Κι άλλο να ‘ταν.

Πέρασαν τα χρόνια και οι τρεις έγιναν τέσσερις. Ο βενιαμίν της οικογενείας ήταν ο πιο ήσυχος. Μεγάλωνε στον αυτόματο. Ήταν όμως το άλλο μισό της πριγκίπισσας. Το ζευγαράκι της. Ήταν όλοι τους πολύ αγαπημένοι. Τίποτα δεν τους χώριζε. Ενωμένοι σαν γροθιά έλεγαν. Τίποτα δεν άφηναν να μπει ανάμεσα τους. Εκτός φυσικά απ τους γονείς τους που αναλάμβαναν χρέη διαιτητή, στα δύσκολα ματς. Μέχρι σήμερα οι τέσσερις τους κάνουν αχώριστη παρέα, με γαμπρούς και νύφες να συμπληρώνουν την ευτυχία τους. Άντε, μαζέψτε σαγόνια τώρα. Αυτό ήταν.

 

Γ.Κ