Η μπουγάδα (προειδοποιήση : τρόμος, βία, αίμα και τέτοια!)

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο καυτός άνεμος του Ιουλίου μαστιγώνει άγρια κάθε γωνιά στο πρόσωπό του, καθώς το μικρό δίκυκλο αναπτύσσει τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα που μπορεί να πιάσει. Έφυγε από τη δουλειά του τόσο άξαφνα, που δεν του έμενε χρόνος για να σκεφτεί το κράνος και τα γυαλιά του. Ο αέρας που τον χτυπά αλύπητα δυσκολεύει τη συνέχιση της πορείας, ωστόσο το “πάρτι” που έχουν στήσει οι σκέψεις μέσα στο κεφάλι του, του δίνουν μια ώθηση εξωπραγματική. Έχει έρθει επιτέλους η ώρα για την προσωπική του δικαίωση, η στιγμή που χρόνια καρτερούσε. Αρκετά έχει καταφέρει η αγαπημένη του να κρυφτεί, βγάζοντας τον τρελό. Έφτασε η μέρα εκείνη που έπεσε στην παγίδα, σε λίγα λεπτά θα λάμψει η αλήθεια. Οι σκέψεις συνεχίζουν τον προκλητικό τους χορό, τον σπρώχνουν με περισσότερη λαχτάρα προς τη στιγμή της αποκάλυψης.

Ώστε γι’ αυτό επέμενε η καλή του νεράιδα να ξαναρχίσει τη φαρμακευτική αγωγή. Όλα προσυμφωνημένα, τον ήθελε συνεχώς μαστουρωμένο από τα φάρμακα, για να μπορεί να χαίρεται ήσυχη τον αγαπητικό της. Αυτός ήταν ο στόχος, λοιπόν. Με πρόφαση την ατέρμονη αγάπη της γι’ αυτόν, τον είχε σύρει πάλι στους γιατρούς. Η επιμονή της να ξεκινήσουν εκ νέου οι συνεδρίες με τον ψυχίατρο είχε απώτερο σκοπό να τον μετατρέψουν και πάλι σε ζόμπι, να τον κλείσουν ξανά μέσα στην “κόλαση” του τρελοκομείου. Όχι, δεν θα επέστρεφε εκεί ποτέ, το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του. Με μαεστρία είχε καταφέρει να πετά τα χάπια που έπρεπε να παίρνει εδώ και τρεις εβδομάδες, πείθοντας την όμορφη συμβία του ότι ακολουθεί κανονικά την αγωγή. Αυτός γνώριζε όμως, είχε σχέδιο. Προσποιήθηκε τον γαλήνιο και κατάφερε να την πείσει.

Και τώρα θα την αιφνιδίαζε, θα έμπαινε στο σπίτι και θα τους έπιανε πάνω στην “καυτή” τους ώρα. Ήταν σίγουρος, το τηλεφώνημα που της είχε κάνει ενώ ήταν στη δουλειά έμεινε αναπάντητο, πράγμα που καταδεικνύει ότι η κυρία είχε επισκέψεις. “Θα την τσακώσω την πουτάνα και θα τη σαπίσω στο ξύλο. Μαζί κι αυτόν τον καριόλη. Που θα με βγάλει εμένα τρελό”.

Τα λεπτά πέρασαν γρήγορα και το δίκυκλο έφτασε κοντά στη μονοκατοικία. Φρόντισε να το σβήσει λίγα μέτρα πιο πριν, για να πλησιάσει αθόρυβα. Με γατίσια βήματα στάθηκε έξω από την πόρτα. Δικαίωση! Μια ανδρική και μια γυναικεία φωνή ακούγονταν από το εσωτερικό του σπιτιού να συζητούν. “Θα σε λιώσω, παλιοβρώμα”, μονολογεί.

Καταφέρνει εξίσου αθόρυβα να μπει και κατευθύνεται προς την κρεβατοκάμαρα, απ’ όπου ακούγονται και οι φωνές. Περνώντας έξω από το μπάνιο, διακρίνει μια φιγούρα να κινείται. Μια κραυγή τρόμου βγαίνει από τα χείλη της. “Πότε μπήκες χριστιανέ μου; Με κατατρόμαξες. Τι συμβαίνει; Όλα καλά; Γιατί έφυγες τόσο νωρίς από τη δουλειά;”. Το πρόσωπό του αποκτά απότομα μια έκφραση αποκρουστική! Τα μάτια του φωτίζονται με μια τρομακτική λάμψη και τα χέρια του αρχίζουν να τρέμουν. “Που τον έχεις τον επιβήτορα, μωρή καριόλα; Σας άκουσα που πηδιόσαστε. Που τον έκρυψες;”.

Σαστισμένη και χάνοντας τα λόγια της, προσπαθεί να τον ηρεμήσει. “Σε παρακαλώ αγάπη μου, προσπάθησε να χαλαρώσεις, πάρε βαθιές αναπνοές. Το πήρες το χάπι σου, το πρωί;”. Το χέρι του έφυγε αστραπιαία, σχεδόν ακούσια προς το πρόσωπό της: “τι λες παλιοπουτάνα, προσπαθείς να με στείλεις στο ψυχιατρείο, αλλά δεν θα σου κάνω τη χάρη! Πες μου που είναι αυτός ο πούστης, πρώτα θα τον κάνω τόπι και μετά έρχεται η σειρά σου”. “Σε ικετεύω μωρό μου, μη λες τέτοια πράγματα. Δες με, εδώ είμαι, στο μπάνιο, βάζω πλυντήριο”. “Και που ήσουν μωρή ψωλού όταν τηλεφώνησα, ε;”. Το χέρι κατευθύνεται ξανά στα μάγουλά της. Πνίγοντας τον λυγμό, μαζεύει όση ψυχραιμία έχει απομείνει και απαντά: “εδώ ήμουν καλέ μου, άπλωνα την μπουγάδα! Δες, όλη μέρα μπουγάδα κάνω σήμερα! Να, έχω ν’ απλώσω και το τελευταίο καλάθι. Σε ικετεύω, πάμε να σου δώσω ένα χάπι, όλα θα πάνε καλά”. Αυτή η τελευταία της φράση τον έφτασε στα όρια. Χάνοντας πλήρως τον έλεγχο, τυλίγει τα δυο χέρια του γύρω από τον λαιμό της. “Θα ψοφήσεις, σκρόφα. Θα σε τελειώσω”. Λέξεις σκόρπιες βγαίνουν από τα χείλη της, όσο η ανάσα λιγοστεύει βασανιστικά: “σε παρακαλώ… όχι… η μπουγάδα…”! Οι λέξεις διακόπτονται, το ίδιο και οι ανάσες.

“Σειρά του παλιόπουστα, τώρα. Σου έρχομαι, γαμημένε”. Ανοίγοντας την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, αιφνιδιάζεται! Κανείς στο δωμάτιο, κανένα ίχνος ζωής! Μόνο ο υπολογιστής ακούγεται, να παίζει τη γνωστή σαπουνόπερα. Ο αγαπημένος ήρωας της γυναίκας του, προσπαθεί να πείσει την καλή του να εγκαταλείψει τον δυστυχισμένο της γάμο. Με μια βίαιη κίνηση του χεριού του, σπρώχνει δυνατά την οθόνη προς το πάτωμα. Οι ήρωες της σαπουνόπερας σιωπούν.

Κατευθύνεται προς την κουζίνα, χρειάζεται νερό, νιώθει να καταρρέει. Πάνω στον πάγκο, το φρέσκο φιλέτο περιμένει να κοπεί και να μπει στον φούρνο. Δίπλα του στέκει το μεγάλο πριονωτό μαχαίρι. “Πρόλαβε και τον φυγάδευσε τον γκόμενο. Θα το πληρώσει ακριβά αυτό”. Με το μαχαίρι του φιλέτου επιστρέφει στο μπάνιο κι ολοκληρώνει αυτό που στο θολωμένο του μυαλό φαντάζει ως απονομή δικαιοσύνης.

Λίγη ώρα αργότερα, βγαίνει στον δρόμο μπροστά από το σπίτι, κρατώντας στα χέρια ό,τι απέμεινε από εκείνη. “Την μπουγάδα την άπλωσα αγάπη μου, την άπλωσα”, ψελλίζει ασυνάρτητα. Οι σειρήνες των περιπολικών και οι προσταγές τον αστυνομικών δείχνουν να μην “φτάνουν” στα αυτιά του, δεν τις αντιλαμβάνεται.

“Την άπλωσα την μπουγάδα”, επαναλαμβάνει ακατάπαυστα. Μονάχα το ουρλιαχτό μιας περαστικής φαίνεται ότι τον επαναφέρει. Στρέφει το βλέμμα του προς το μπαλκόνι του σπιτιού. Πράγματι, είχε απλώσει την μπουγάδα. Τα πόδια της λατρεμένης του κρέμονταν στο σύρμα, δίπλα στα φρεσκοπλυμένα ρούχα, τοποθετημένα με τάξη. Παραδίπλα, στηριγμένα από δεκάδες μανταλάκια, στέγνωναν τα μαλλιά και το κεφάλι της. Όλα είχαν τακτοποιηθεί, η αλήθεια είχε λάμψει μέσα του, όπως έλαμπε στον ήλιο και η απλωμένη μπουγάδα.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook