Η πισίνα της Bibi-bo

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Όταν ήμουν παιδί, δεν ξέρω αν ήταν άλλες εποχές, όπως είθισται να λένε, ή αν οι γονείς ήταν από άποψη πιο σφιχτοί κι από τα λαστέξ, αλλά σίγουρα τις παροχές που έχουν τα σημερινά παιδιά, εγώ δεν τις είχα. Για να πάρω μια κούκλα, κατά προτίμηση Bibi-bo, έπρεπε να περιμένω τα Χριστούγεννα. Κι όχι ότι θα μου την έφερνε ο αγαπημένος Άγιος των απανταχού μικρών, αλλά με τα λεφτά που μάζευα στα κάλαντα μπορούσα να πάω στο παιχνιδάδικο της γειτονιάς και να πάρω εκείνη την ξανθιά κούκλα, την πιο γλυκιά του κόσμου, που στεκόταν μέσα στο κουτί της στη βιτρίνα και με κοίταζε καρτερικά, κάθε φορά που περνούσα από μπροστά της. Όπως εγώ ήταν περισσότερα παιδιά στη γειτονιά, για να είμαι ειλικρινής, οπότε ποτέ δεν με έπιασε το παράπονο, και ποτέ δεν κράτησα κακία στον Άγιο Βασίλη, ο οποίος τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον δεν λάμβανε πότε τα γράμματα μου ή δεν του άρεσαν οι κουραμπιέδες που του άφηνα.
Μέχρι που μετακόμισε στην πολυκατοικία μας η Αθηνά. Μια κούκλα η Αθηνά. Τόσο όμορφη που η θεά Αφροδίτη θα έβγαζε αφρούς από τη ζήλια της. Καλοντυμένη, μοσχομυριστή, με τις μπουκλίτσες της να πετάνε δεξιά αριστερά, και με αέρα μελλοντικής ντίβας. Και πως να μην είχε τέτοιο αέρα. Κόρη τραπεζοϋπαλλήλου και καθηγήτριας μαθηματικών. Ωραία ρούχα, και όχι τριτοφορεμένα, είχε. Ποδήλατο κατακόκκινο δικό της, και όχι το παλιό της ξαδέλφης της, είχε. Όλη τη σειρά της Bibi-bo είχε… Όλα τα είχε. Και μέσα στα όλα και την πισίνα της Bibi-bo, που τόσο ήθελα να πάρω και περίμενα πως και πως εκείνα τα Χριστούγεννα για να την αποκτήσω. Ακόμα θυμάμαι την πορτοκαλί σεζλόνγκ στην πισίνα… Μια πισίνα που στοίχειωσε την παιδική μου ηλικία και κομμάτιασε την αυτοπεποίθηση μου, το καταραμένο εκείνο απόγευμα που η Αθηνά την κατέβασε στην πιλοτή να μας τη «επιδείξει». Κι εγώ… απλά να την αγγίξω ήθελα, αλήθεια σας λέω. ΟΧΙ να βουτήξω σ’ αυτή. Κι όμως η Αθηνά, όχι μόνο άρχισε να ουρλιάζει «Μη! Μη!», αλλά με κοίταξε υποτιμητικά λέγοντας μου «Η μαμά μου είπε να μην την ακουμπήσετε! Δεν είναι για τα βρωμόχερά σας!»… ΣΟΚ!!! Τα ποια;;;;… Στήλη άλατος έμεινα. Κι από το πολύ αλάτι έφαγα τα λύσσακά μου κι απλά γύρισα την πλάτη κι έφυγα, για να μη δει η Αθηνά εκείνο το δάκρυ που με το ζόρι συγκρατούσα…
Δεν ξαναμίλησα με την Αθηνά. Λίγο καιρό μετά ο μπαμπάς της πήρε προαγωγή, η μαμά της έγινε διευθύντρια σε Γυμνάσιο της περιοχής, κι έτσι μετακόμισαν. Την ξανασυνάντησα χρόνια μετά στο Λύκειο, όπου την έβλεπα από μακριά να μαγνητίζει τα βλέμματα με το δυναμισμό της, να κερδίζει τις εντυπώσεις κάθε φορά με τις εμφανίσεις της φορώντας αποκλειστικά επώνυμα ρούχα (ξέρετε εκείνα που έχουν το logo παντού κραυγάζοντας «είμαι ψώνιο! είμαι ψώνιο!»), να έχει με λίγα λόγια τον αέρα της ντίβας που λέγαμε, σαν άλλη Kelly Taylor από το Beverly Hills, αν θυμάστε. Κι εγώ σαν άλλη Brenda, που μόλις κατέφτασε από τη Μινεσότα, να αναρωτιέμαι ποια είμαι εγώ να συγκριθώ μαζί της… Δεν ήμουν καν άξια να ακουμπήσω την πισίνα της Bibi-bo…
Τα χρόνια πέρασαν και χαθήκαμε τελείως. Ξαναβρήκα όμως την χαμένη μου αυτοπεποίθηση και η Brenda από τη Μινεσότα μεταμορφώθηκε σε Brenda της Αθήνας, παρακαλώ… Και να πως τα έφερε η ζωή και ξανασυνάντησα την Αθηνά… Μόνο που η Αθηνά δεν θύμιζε σε τίποτα εκείνο το κοριτσάκι, που προφανώς παπαγαλίζοντας τα λόγια της «μορφωμένης» και «επιπέδου» μαμά της (καθηγήτρια, για να μην ξεχνιόμαστε), είχε χαρακτηρίσει τα χέρια μου «βρωμόχερα». Η Αθηνά δεν ήταν πλέον το κορίτσι με την πισίνα των παιδικών ονείρων μου, αλλά η γυναίκα με τη μαύρη στολή, που καθάριζε τις σκάλες σε μεγάλο εμπορικό κέντρο… Δεν ξέρω αν με θυμήθηκε. Εγώ πάντως θυμήθηκα την περίφημη φράση του Σόλωνα που ορθώς είπε στον Κροίσο «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε»…
Η Αθηνά είχε χάσει πλέον εκείνη τη λάμψη που είχε, τον αέρα της ντίβας… Δεν τη λυπήθηκα για τη χαμένη λάμψη, για το χαμένο αέρα… Εμένα λυπήθηκα που δεν κατόρθωσα πότε να παίξω με την πισίνα της Bibi-bo. Όχι γιατί δεν είχα μαζέψει αρκετά χρήματα στα κάλαντα, αλλά γιατί μαζί με την αυτοπεποίθηση που εκείνη την μέρα η Αθηνά μου διέλυσε άθελά της, μετέτρεψε αφενός την πισίνα στο πιο μισητό παιχνίδι όλο του κόσμου, αφετέρου μεταμόρφωσε τη Bibi-bo από γλυκιά κούκλα σε «πανούκλα»… Δεν χαίρομαι για το παρόν της Αθήνας, μιας και φαινόταν ότι θα είχε ένα μέλλον ζηλευτό, τουλάχιστον θαμώνα Μυκόνου, χαίρομαι όμως που οι ΕΡΓΑΤΕΣ γονείς μου με έμαθαν να μην υποτιμώ κανέναν, ότι καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, ότι σ’ αυτή τη ζωή όλοι έχουν αξία και αξίζουν τον σεβασμό μου, κι ότι όσο έχω χέρια η ζωή μου ανήκει. Κι ας είναι «βρώμικα» από τη δουλειά τα χέρια μου, σημασία έχει να είναι η ψυχή μου καθαρή…
Τα παιδιά είναι οι καθρέφτες μας και ως καθρέφτες αντανακλούν το χαμόγελό μας, την καλή μας κουβέντα, τα «αγκάθια» μας… Μιμούνται αυτό που βλέπουν. Αναπαράγουν αυτό που ακούν. Τις «ταμπέλες», τις χλευαστικές αναφορές, τους υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς. Γι’ αυτό τις όποιες συμπάθειες, αντιπάθειες, κρίσεις και σκέψεις μας, οφείλουμε να τις κρατήσουμε για εμάς, για τον δικό μας μίζερο κόσμο, όπου η πλαστική πισίνα της Bibi-bo, δυστυχώς, φαίνεται να έχει περισσότερη αξία από το δάκρυ στα μάτια ενός παιδιού…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook