Η πριγκηπέσσα και το αγκάθι.

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Από τη μέρα που πρωτ’ άνοιξε τα μάτια της στην κούνια το θυμάται, το ένιωσε εκείνο το αγκάθι. Αυτός, την κοιτούσε με μάτια ορθάνοιχτα, δύο γαλάζιες χάντρες σε κοντοκουρεμένο δεκάχρονο κεφάλι. Κι όσο εκείνος χαμογελούσε, τόσο εκείνη ένιωθε το αγκάθι μέσα της. Το έβλεπε να καθρεφτίζεται στο βλέμμα της μητέρας της. Ω, ναι! Την αγαπούσε η μητέρα της εκείνη! Ήταν κορίτσι, ένα παιδί όπως το ήθελε, όχι σαν τ’ άλλο. Τ’ αγόρι είναι πουλί που φεύγει, εκείνη όμως τα κατάφερε και έχει το παιδί της. Στα πούπουλα θα μεγαλώσει, πριγκίπισσα. Το άλλο, έχει πατέρα, αν θέλει, ας το νοιαστεί.

Δίκαιος ο πατέρας, έλεγε τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη. Θύμωνε με τις σκανδαλιές, τιμωρούσε. Καμιά φορά αν δεν ήταν στα χωράφια, ίσως ξέφευγε και κανένα χάδι στα παιδιά. Η μάνα, όμως ήταν φύλακας άγγελος. Τίποτα δεν έφτανε από τις τιμωρίες στη μικρή «πριγκιποπούλα». Αν κάτι γινόταν, αμέσως κάκιζε τον μεγαλύτερο, και τιμωρούσε εκείνον στη θέση της. Σε κάθε καλό λόγο που έλεγαν οι φίλοι ή οι γείτονες για εκείνον, φαρμακωνόταν. Δεν τους μίλαγε. Τιμωρούσε το γιο και τον απόδιωχνε. Έπιανε την πριγκιποπούλα της από το χέρι και της εξηγούσε πόσο κακός είναι ο κόσμος και πως μόνο εκείνη την καταλαβαίνει.

Θύμωνε η πριγκίπισσα. Ήξερε, πως την ύπαρξή της όλη, την έχει σημαδέψει η παρουσία του αδερφού. Μπροστά του, εκείνη έδειχνε τσαλακωμένη, στρυφνή και πεισματάρα, κακομαθημένη και νευρική. Ακόμα κι όταν οι φίλοι και οι γείτονες σταμάτησαν να μιλούν για να γλιτώσει ο γιος τις τιμωρίες, η μάνα σκαρφιζόταν λόγους για να τον θέτει «εκτός». Χαιρόταν η πριγκίπισσα, μα μέσα της το ήξερε καλά, όλοι εκείνον αγαπούσαν, όχι αυτή. Μιας και ο καθρέφτης ήταν η μάνα, έβλεπε μέσα από τα μάτια της το μίσος, τη ζήλια, το φθόνο να μεγαλώνουν, σα φυσική συνέπεια της συμπεριφοράς «των άλλων».

Μεγάλωνε η πριγκίπισσα για τη μάνα, μεγάλωνε ο μπελάς για όλους, μα πιο πολύ για πατέρα κι αδερφό. Και έμαθε η κόρη να μισεί, κάθε αρσενικό στον κόσμο. Μαζί με αυτά, και τη σπορά τους. Τα χρόνια περνούσαν κι εκείνη νικούσε, έτσι ένιωθε. Ο αδερφός έφυγε μακριά. Κάπου μέσα της το ξέρει καλά, έβαλε κι αυτή το χέρι της, μα πάνω απ’ όλα την καλύτερη δουλειά την έκανε η μάνα της, που απ’ την κούνια την προστάτευε. Ποιος νοιάζεται, όμως;! Αρκεί που τα κατάφεραν.

Ήρθε ο καιρός της παντρειάς. Η αγάπη για το χρήμα ήταν φυσική συνέπεια μιας «πριγκιπικής ανατροφής». Το συνοικέσιο που της έκαναν ήταν πραγματικά συμφέρον κι ας ήταν ο γαμπρός λίγο «λειψός». Με τον καιρό, θα τον κανόνιζε κι εκείνον. Γέμισε η καρδιά της χρήματα και αγκάθια. Τόσα, όσα και τα αγόρια στην νέα οικογένεια. Για μια στιγμή θυμήθηκε τον αδερφό, ρίγησε στη σκέψη του. Έβαλε το γλυκό της χαμόγελο και πήγε να τον βρει. Ήθελε να δει πως τα είχε καταφέρει τόσα χρόνια χωρίς αυτή. Το χρήμα όμως μυρίζει από μακριά, της άνοιξε την όρεξη και με το καλό της προσωπείο, έριχνε δόλωμα πως ήρθε καιρός να τα βρουν «μια οικογένεια είναι», έλεγε.

Κέρδιζε το ένα τρόπαιο μετά το άλλο. Πήρε από τη μάνα την ευχή και τα προικιά της, από τον πατέρα την κληρονομιά, από τον αδερφό τη «στήριξή του» μεταφρασμένη σε μετρήσιμο είδος και από τον άντρα τα πάντα. Ειδικά από αυτόν πήρε ακόμα και την κυριότητα του εαυτού του, πετώντας το σαρκίο του σε κάποιο ίδρυμα.

Έμεινε με τους τρεις καρπούς της ζωής της. Τα δύο αγόρια και το αγαπημένο της παιδί, την κόρη της. Μέσα στα πρώτα χρόνια «κανόνισε» τον πρωτότοκο. Στα μάτια του «έβλεπε» το βλέμμα του αδερφού της. Τον άφησε σε μια γειτόνισσα. Πήγαινε και τον έβλεπε φυσικά. Μια ή δύο φορές, ήταν αρκετές, μην κακομάθει κι όλα! Τον δεύτερο τον άφησε να μεγαλώσει λίγο. Ήταν κι αυτός «λειψός» σαν τον πατέρα του. Διάλεξε εκείνη, τον ίδιο δρόμο για το γιο. Πριν την ενηλικίωσή του, είχε «τακτοποιηθεί» κι αυτός στο ίδρυμα. Κι έμεινε πλέον ανεμπόδιστη η αγάπη για την κόρη.
Τρεις γυναίκες πια, δεμένες με το ίδιο νήμα, μιας αγάπης με αγκάθια και χρήμα. Μα η κάθε γενιά εξελίσσεται περισσότερο σε σχέση με την προηγούμενη. Η πριγκιπέσσα είχε δει καλά πώς η μάνα της φρόντισε τον αδερφό της. Την ίδια φροντίδα πρόσφερε η μοσχαναθρεμμένη στη μάνα της, αφού πρώτα τη στράγγιξε σε είδος. Όταν σιγουρεύτηκε πως το είδος τελείωσε, πέταξε ακόμα ένα σαρκίο μακριά της.

Έμειναν τώρα πια μόνες για να χαρούν ανεμπόδιστα την αγάπη τους η πριγκίπισσα με την κόρη της. Η όρεξη για μετρήσιμο είδος είχε γίνει ακόρεστη. Το βάρος στην ψυχή από τα σαρκία ήταν κάπου θαμμένο και ξεχασμένο, σχεδόν δεν το ‘νιωθε. Κι έτσι, ήρθε η ώρα να βάλει στο ζύγι την ίδια της την κόρη. Τι να της πάρει; Ότι, θα μπορούσε να έχει η κόρη της, το είχε ήδη εκείνη. Κι έτσι το αποφάσισε. Θα έδινε και το σαρκίο της κόρης, με αντάλλαγμα το χρήμα. Κι αυτή η σάρκα ήταν νέα, φρέσκια και τρυφερή. Μπορούσε να την «χαρίζει» στους άλλους έναντι αδρής αμοιβής, συχνά, επαναληπτικά, αχόρταγα. Ικανοποίηση σχηματίστηκε στο σκοτεινό χαμόγελό της. Έτσι κι έγινε. Χρυσωρυχείο. Χρυσωρυχείο που αυτονομήθηκε με τον καιρό και ήρθε η σειρά του να πετάξει πίσω του ένα σαρκίο, εκείνο που κάποτε μεγάλωνε ως πριγκίπισσα.

Για χρόνια, όποιον τύχαινε να τον φέρει ο δρόμος στην Κυψέλη, σε ένα παλιό διαμέρισμα του πρώτου, ζούσε μια γιαγιά μόνη. Δεν είχε επισκέπτες, δεν άνοιγε τα παντζούρια της στο φως. Άλλωστε πάντα την ενοχλούσε ο ήλιος. Κάθε απόγευμα άνοιγε για λίγο ένα παράθυρο για να πετάξει μια στάλα νερό σε δύο γλάστρες, να ρίξει μια θυμωμένη ματιά στον κόσμο κι αμέσως πάλι ακουγόταν βαρύς ο ήχος απ’ τα παντζούρια που έπεφταν πίσω της βαριά.

Όταν με τον καιρό, σταμάτησε να σαλεύει μέσα στο διαμέρισμα αυτή η σκιά, τη βρήκαν οι γείτονες λίγες μέρες μετά, ένα σαρκίο μόνο, πεσμένο στο πάτωμα. Από κάτω της, βρισκόταν σε πακέτα, όλοι οι θησαυροί που μάζευε. Μα οι θησαυροί, δεν ρίχνουν μια στάλα δάκρυ κι ας τους αγάπησε εκείνη τόσο.

Νέμεσις

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook