Το ρόλοι τοίχου μέσα στην λιτή αίθουσα αναμονής του διαγνωστικού κέντρου δείχνει 8 και τέταρτο και έχει ήδη νυχτώσει από νωρίς. Ο λιγοστός κόσμος που περιμένει καθισμένος υπομονετικά στα άβολα καναπεδάκια, δε μιλά, δεν κοιτάζεται κανείς με κανένα. Όλοι απορροφημένοι, τάχα μου, σε κάποιο ιατρικό προσπέκτους, κάνουν τη δική τους περισυλλογή. Είτε περιμένουν τη σειρά τους για την εξέταση, είτε για το αποτέλεσμα, δεν ακούγεται μιλιά παρά μόνο η στριγγιά φωνή της ρεσεψιονίστ που καλεί τον επόμενο σε σειρά. Κι ο επόμενος σηκώνεται απρόθυμα και σέρνει αργά τα βήματα του προς το γκισέ, όπως ο Σον Πεν στο Dead Man Walking.

Κάπως έτσι κάθεσαι και συ, σα να χει καρφιά η καρέκλα και κοιτάς τους λεπτοδείκτες να περιστρέφονται νωχελικά σαν δερβίσηδες σε νιρβάνα. Σφουγγίζεις τις , μόνιμα, ιδρωμένες παλάμες σου στο πανωφόρι σου κι κάνεις αέρα με το παραπεμπτικό, μη μπορώντας να καταλήξεις αν χρειάζεσαι δροσιά ή οξυγόνο. Πόσο ανάγκη έχεις τώρα από ένα τσιγάρο, μια δυνατή ρουφηξιά που θα ηρεμούσε λίγο τα τσιτωμένα νεύρα σου, μα κρατιέσαι, πόση ειρωνία κρύβει μέσα της μια τέτοια εικόνα; Να περιμένεις αποτελέσματα για αξονική στον πνεύμονα και συ, σε ρόλο τσιμινιέρας, να βγάζεις γλώσσα στο θάνατο.
“Ο,τι δεν ξέρεις, δε μπορεί να σε σκοτώσει”, σκέφτεσαι με το γνωστό ιδιόρρυθμο χιούμορ σου κι αποφασίζεις να ακούσεις λίγη μουσική στα ακουστικά σου, μπας και χαλαρώσεις. Τα ερτζιανά όμως συνωμοτούν σε αυτό το θέατρο του παραλόγου. Ο σταθμός με τα ελληνικά παίζει Μοσχολιού και η βραχνή και στεντόρεια φωνή της ξεχύνεται μες τον εγκέφαλό σου.
Ποτέ δε μ’ άφησες να δω μιαν άσπρη μέρα
και σου γουστάρει πάντα να με τυραννάς
Κι ίσως μου χάρισες αυτή την ταμπακιέρα
για να μου γίνει και το κάπνισμα βραχνάς.

https://www.youtube.com/watch?v=g6ntKXhQycM

Ανατρέχεις στη μνήμη σου και συνειδητοποιείς ότι ποτέ δεν είχες ταμπακιέρα, παρότι πάντα κάπνιζες πακέτο μαλακό, που το χωνες και στην κωλότσεπη και βγαίναν τα τσιγάρα λες και τα πάτησες με πρες παπιέ. Ίσως κάποτε σου χε χαρίσει η φιλενάδα σου αλλά ποτέ δεν την χρησιμοποίησες. Ήταν πολύ κυριλέ, πολύ “τακτοποιημένη” για σένα και τον χαοτικό χαρακτήρα σου. Μήπως εκείνος; Μα όχι, ούτε εκείνος. Σε ήξερε πολύ καλά για να σου πάρει τέτοιο δώρο. Ίσως κάνα zippo για να φουντώνεις το τσιγάρο σου και με 10 μποφόρ, ναι, αυτό μπορούσε να στο χει πάρει γιατί ο “ντιλερ” πάντα τροφοδοτεί τον “χρήστη”…

Το τραγούδι παίζει ακόμη στ΄ αυτιά σου κι εσύ μειδιάς με την αλληλουχία των σκέψεων που σου προκαλεί. Σαν ένας αόρατος, από μηχανής dj, έχει βάλει αυτό το τραγούδι να παίξει αυτή ακριβώς τη χρονική στιγμή. Τη στιγμή που περιμένεις να μάθεις αν ένα από τα μεγαλύτερα πάθη της ζωής σου, μέλλει να είναι και το τελευταίο σου. Διώχνεις με βία και τούτη τη σκέψη και προσπαθείς να καταλήξεις αν προτιμάς τη βερσιόν της Μοσχολιού, της Βέμπο ή της Μαρίκας Νίνου. Άραγε εσύ μπορείς να το πεις ή μήπως είναι πολύ χαμηλά ο τόνος για σένα; Μα τι χαζή που είσαι, ένα μόνο πράγμα θέλει αυτό το τραγούδι, νταλκά, κι εσύ τονε σέρνεις χρόνια.

Την ταμπακιέρα σου δεν έπρεπε να πάρω
γιατί τη βλέπω και βαθιά μελαγχολώ
Μέχρι που σκέφτομαι να κόψω το τσιγάρο
για να σε διώξω μια στιγμή απ’ το μυαλό.
Πρέπει να κόψεις το τσιγάρο, ΠΡΕΠΕΙ, σκέφτεσαι. Στο είπε η γιατρός, πας γραμμή για ΧΑΠίτισσα ή για το 3ο (ένθα απέδρα πάσα οδύνη, λύπη και στεναγμός ξανασκέφτεσαι και γελάς με την μαλακία που σε δέρνει). Και θες ρε γαμώτι, έχεις προσπαθήσει τόσες φορές και μηδέν εις το πηλίκο. Κει που λες ότι το μπούχτισες, ότι σου φαγε τα πνεμόνια (και τα συκώτια μαζί), κει είναι που σου λείπει να το λαχταράς περισσότερο από οτιδήποτε. Σαν το τσιγάρο μετά το καλό σεξ, αυτό που κάνεις γυμνός και ιδρωμένος, πριν πας για ντους, πριν μιλήσεις καν στον παρτενέρ σου.
Και παίρνεις τα τσιρότα και τα χάπια και τα ηλεκτρονικά κι όλα τα υποκατάστατα που κυκλοφορούν. Και για λίγο το ΄χεις. Κι ενίοτε, αθλείσαι κιόλας για να φτύσεις την πίσσα που χεις συσσωρεύσει και το γάλα της μάνας σου , που δε βύζαξες, μαζί. Κι εκεί που λες ότι τα κατάφερες κι άφησες πίσω τον εφιάλτη, να σου μπροστά ο εθισμός. Γιατί έρχονται στιγμές που ειν’ το παρεάκι σου και το θες να σου ζεστάνει τα ακροδάχτυλα και την καρδιά.

Τσιγάρο ατέλειωτο βαρύ η μοναξιά μου
μοιάζει γυναίκα κουρασμένη απ’ το δρόμο
ρίχνει το γέλιο της και κάθεται κοντά μου
κερνάει τα επόμενα και με χτυπάει στον ώμο

Τώρα, ο από μηχανής dj των ερτζιανών, αυτός που βάλθηκε να σ΄ αποτελειώσει, παίζει Μάλαμα και συ πια γελάς δυνατά γιατί, δε μπορεί, κάποιος σου κάνει πλάκα. Παίρνεις την τσάντα σου, το παραπεμπτικό σου και βγαίνεις έξω. Η βραδινή δροσιά εισβάλλει στα ρουθούνια σου και η βουή του δρόμου σε επαναφέρει στις εργοστασιακές σου ρυθμίσεις. Ανάβεις τσιγάρο και τραβάς μια γερή ρουφηξιά που βγάζεις από τα ίδια ρουθούνια. Βάζεις οξυγόνο, βγάζεις διοξείδιο και έναν μικρό αναστεναγμό. Έρμαιο των παθών σου γεννήθηκες, έρμαιο και θα πεθάνεις, το ξέρεις πια καλά. Ίσως το ρίξεις στο στριφτό και πάρεις και μια δερμάτινη θήκη, από αυτές με τα ψυχεδελικά σχέδια που πουλούν στο Μοναστηράκι. Ίσως τελικά το κόψεις. Πάντα όμως θα το αγαπάς.