«Η τσάντα μένει στο σχολείο!
Δε θ’ ανοίξουμε το σαββατοκύριακο
Κανένα μας βιβλίο!»

Αυτό το ρυθμικό σλόγκαν ακουγόταν στις 1:15 της Παρασκευής στο Δημοτικό σχολείο της περιοχής. Αφορμή στάθηκε η πρόσφατη εφαρμογή της απόφασης του Υπουργείου Παιδείας για να παραμένει η τσάντα στο σχολείο και να μη μπαίνει κανενός είδους εργασία για τουλάχιστον ένα Σαββατοκύριακο του μήνα ή και περισσότερα αν το επιθυμούν οι δάσκαλοι. Στόχος της «δράσης» αυτής του Υπουργείου είναι σύμφωνα με την απόφασή του, να μπορούν τα παιδιά να περνάνε ποιοτικό χρόνο με τους γονείς τους.
Οι ξέφρενοι πανηγυρισμοί ενός κοριτσιού πάνω κάτω πέμπτης ή έκτης δημοτικού με επανέφεραν στην πραγματικότητα. Έριξα μία ματιά τριγύρω. Παιδιά έφευγαν ελευθερωμένα από το βάρος της τσάντας τους, γελώντας και σχεδόν με ένα κέφι που θύμιζε ξεφάντωμα καρναβαλιού, διασκέδαζαν την αναχώρησή τους από το σχολείο. Κάπως παράμερα κάποια άλλα παιδιά, με δισταγμό και ανησυχία, προσπαθούσαν να διαμαρτυρηθούν στους δασκάλους τους γιατί τα εμπόδιζαν να πάρουν την τσάντα τους στο σπίτι. Δύο εικόνες τόσο διαφορετικές και σκέψεις τόσο αντιφατικές.
Με προβλημάτισε η εικόνα που αντίκρισα σε αυτά τα λίγα λεπτά που ακολούθησαν το χτύπημα του κουδουνιού. Τι ακριβώς προσπαθεί να κάνει το υπουργείο άραγε; Δίνεται η λύση με το να μείνει η τσάντα στο σχολείο; Δηλαδή αν ένας γονιός είναι πιεστικός, πιστεύει -το υπουργείο- πως με το να κρατήσει την τσάντα του παιδιού του στο σχολείο, εκείνος δε θα βρει τρόπο να το φορτώσει; Ή μήπως τα φροντιστήρια θα πάψουν να λειτουργούν; Το παράδοξο είναι πως τα κατ’ εξοχήν πιεσμένα παιδιά των ιδιωτικών σχολείων εξαιρούνται από αυτό το μέτρο, αφού αυτό αφορά αποκλειστικά και μόνο τα δημόσια σχολεία. Πόσοι και πόσοι γονείς δεν αναρωτήθηκαν αν τελικά το δημόσιο σχολείο κάνει πραγματικά τη δουλειά του και μήπως θα πρέπει να αρχίσει να μπαίνει ένας δάσκαλος στο σπίτι για στήριξη ή μήπως να αναζητήσει δρόμους για να εγγραφεί το παιδί του σε κάποιο ιδιωτικό, όπου θα υπάρχει σταθερότητα. Γιατί άραγε θεωρεί το υπουργείο πως τα παιδιά των ιδιωτικών σχολείων δεν έχουν την ίδια ανάγκη «ποιοτικού χρόνου» με τους γονείς τους; Εφόσον θεωρεί τόσο σημαντικό αυτό το μέτρο, γιατί δεν το γενικεύει ανεξαιρέτως για όλα τα σχολεία της χώρας μαζί με τα ιδιωτικά;
Ενώ λοιπόν στο μυαλό μου γυρίζουν τέτοια ερωτήματα, ακούω μια μαμά πιο πέρα να λέει πως είναι αναγκασμένη να εργάζεται τις Κυριακές. Άραγε, πόσο ποιοτικό χρόνο μπορεί να περάσει ένας γονιός που το κράτος τον φέρνει στην εργασία του την Κυριακή; Αλήθεια, εφόσον θεωρείται τόσο σημαντικός ο «ποιοτικός χρόνος» με τους γονείς, γιατί δεν θεσπίζει το κράτος αντίστοιχα καθολική αργία ολόκληρο το Σαββατοκύριακο για όλους τους εργαζομένους γονείς που έχουν παιδιά στο δημοτικό ή και σε μεγαλύτερες τάξεις; Στο νου μου ξετυλίγεται ένα θέατρο του παραλόγου. Όσο το σκέφτομαι, τόσο πιο κούφια μου φαίνεται αυτή η απόφαση.
Κι εξακολουθώ να αναρωτιέμαι, τι θα γίνει με εκείνα τα παιδάκια που έχουν δυσκολίες στη μάθηση και χρειάζονται σταθερότητα, εξάσκηση και ένα σχετικό πρόγραμμα για να ισχυροποιήσουν τις δεξιότητες που κατακτούν με κόπο. Πόσο ανεύθυνο είναι άραγε αυτό το μέτρο που τα απομακρύνει από την επαφή που χρειάζεται να έχουν για να κατακτήσουν τους στόχους τους.
Τα ερωτήματα που έρχονται στο νου μου δεν παίρνουν απαντήσεις ούτε δείχνουν να έχουν τελειωμό. Είναι τόσο λοιπόν φριχτό το διάβασμα ενός παιδιού που πηγαίνει στο σχολείο; Ποιο ακριβώς είναι το μήνυμα που περνά «κάτω από το τραπέζι» το υπουργείο; Πως το διάβασμα είναι βραχνάς; Πως το σχολείο είναι αγγαρεία; Πως η τσάντα είναι ένα περιττό βάρος από το οποίο πασχίζει κάποιος να απαλλαγεί; Δεν είδα καμία δράση φιλαναγνωσίας π.χ. «Γεμίστε την τσάντα με εξωσχολικά βιβλία» ή «Διαβάστε παραμύθια» ή κάτι σχετικό.
Έριξα μια ματιά τριγύρω. Το σχολείο άδειαζε με τον ίδιο ξέφρενο και πανηγυρικό τρόπο που ορμούσαν τα παιδιά στο λουνα παρκ μαζί με τον Πινόκιο. Ναι, αυτό το παραμύθι μου θύμισε η δράση του υπουργείου. Πόσο πολύ θα μετασχηματίζονται σε «γαϊδουράκια» τα παιδιά -σύμφωνα με το παραμύθι- μέχρι να καταλάβουν πως κάποιο λάκκο έχει η φάβα; Το μέτρο είναι ευχάριστο, είναι όμως αληθινά θετικό;
Όχι στο παραφόρτωμα των παιδιών. Όχι στην πίεση και τις ατελείωτες ώρες υπερφορτωμένου προγράμματος. Αυτό όμως το μέτρο, δεν φρενάρει την υπερβολή στον όγκο των μαθητικών εργασιών. Στην πράξη είναι μια γροθιά στον πραγματικό στόχο του σχολείου που οφείλει να είναι η αγάπη για το βιβλίο και τη μάθηση.
Θυμήθηκα για μια στιγμή το «ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» του Μ. Λουντέμη: «(…)Αφανίστηκε να κοιτά έξω απ’ το παράθυρο, σαν να ξεφύτρωσε ξαφνικά εκεί έξω κάνας καινούργιος κόσμος και πάσκιζε να τον μάθει. Απ’ τ’ άλλο βράδυ άρχισε να πηγαίνει. Σαν συγύριζε τα βόδια και τα πότιζε και τα πάχνιζε, έχυνε στο κεφάλι του ένα μαστραπά νερό, σφουγγαριζότανε, έχωνε στον κόρφο του τα χαρτιά του και κλεφτά κλεφτά τρύπωνε στο σπίτι του δασκάλου. Τα ‘χανε συμφωνήσει οι δυο τους, να μη μαθευτεί το μυστικό τους πουθενά. (…)»
Αλήθεια, αν οι παππούδες μας που έκαναν αγώνα για να μάθουν οι ίδιοι ή τα παιδιά τους δυο γράμματα, πώς θα έβλεπαν αυτή τη «δράση»;
Φεύγοντας από το σχολείο και με τις σκέψεις να χορεύουν άτσαλα στο νου μου, συγκράτησα μια φράση που με έκανε να χαμογελάσω. Ένα μικρό παιδάκι, με κόκκινα ματάκια γιατί είχε αναγκαστεί να έρθει σε αντιπαράθεση με τη δασκάλα του, έλεγε στη γιαγιά που το συνόδευε στο σπίτι και το ρωτούσε τι συνέβη: «Δε θέλω να αφήσω την τσάντα στο σχολείο. Νιώθω σα να αφήνω ένα κομμάτι μου. Είναι δική μου, τη θέλω, την αγαπάω κι αυτή και την κασετίνα μου και τα βιβλία μου και όλα». Έριξα μια κλεφτή ματιά στο μικρό αυτό θυμωμένο μουτράκι. Τελικά, ίσως υπάρχει ακόμα ελπίδα…

Υ.Γ. Το υπουργείο γράφεται στο παρόν κείμενο με μικρό «υ» και χωρίς τις υπόλοιπες λέξεις που το προσδιορίζουν, γιατί στέκεται μικροπρεπώς απέναντι στη λέξη «Παιδεία».