Η τσάντα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Χρειάζομαι μια μεγαλύτερη τσάντα» σκέφτηκε προσπαθώντας να χωρέσει καλύτερα τα μωρομάντιλα όρθια στο πλαϊνό τσεπάκι. Να τα έχει σε άμεση πρόσβαση. Ένα τελευταίο τσεκάρισμα: Νερά, μπανάνες, κιμωλίες εδάφους, φορητό γιογιό για τη μικρή, κρέμα για τα χτυπήματα, χαρτομάντιλα, μωρομάντιλα, πορτοφόλι, τσιγάρα, κινητό, κλειδιά, καπέλα και πάνω-πάνω δυο ζακετούλες ελαφριές, γιατί μόλις έπεφτε ο ήλιος έπιανε ψύχρα.

«Κορίτσια, είμαστε έτοιμες, φύγαμε για κούνιες!»

Σήκωσε την τσάντα. Τα χερούλια είχαν αρχίζει να ζορίζονται, ρε λες να γίνει καμιά στραβή και να κοπούν και να πρέπει να κουβαλάει την τσάντα αγκαλιά στο δρόμο μαζί με δυο παιδιά? Ήταν ψιλοβαριά, αλλά εντάξει ο ώμος αντέχει, μόνο τα λουριά να μην κλατάρουν.

Ποτέ δεν της άρεσε να κουβαλάει πολλές τσάντες και τσαντάκια, έχωνε τα πάντα σε μία για να έχει τα χέρια της ελεύθερα. Ήταν και καλή στο πακετάρισμα, μπορούσε να χωρέσει τα πάντα παντού. Αλλά καλά θα ήταν να είχε λίγο ακόμα χώρο. Και πιο γερά λουριά. Πότε ήταν που έβαζε τα κλειδιά και τα λεφτά στην κωλότσεπη και απλά έφευγε; Ούτε κινητά δεν υπήρχαν τότε. Και τώρα κουβαλάει βαλίτσα ολόκληρη για να πάει 2 ώρες στις κούνιες.

Ήταν σταδιακή η πρόοδος από το τίποτα στην τσαντάρα. Θυμάται κάπου εκεί στην ενηλικίωση που πριν φύγει τσέκαρε το μαγικό πεντάπτυχο: Λεφτά, γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, κινητό. Τίποτα δεν μπορούσε να συμβεί και να μην καλύπτεται από αυτά. Μετά κουβάλαγε και πορτοφόλι για να τα έχει πιο οργανωμένα, πάρε και κάνα χαρτομάντιλο να υπάρχει, κλειδί αυτοκινήτου εκτός του σπιτιού. Γυαλιά ηλίου. Ένα έξτρα βρακί. Φορτιστή. Κάνα βιβλίο μην αργήσει η παρέα και βαρεθεί μόνη της. Κάτι έγγραφα της δουλειάς. Τσαντάκι με καλλυντικά, μια βούρτσα. Κάπου σε ένα μικρό κρυφό τσεπάκι είχε χωμένο ένα καλό μαχαίρι. Κι ένα κατσαβίδι.

Μεγαλώνοντας κουβάλαγε και τα πράγματά του στην τσάντα της. Το πορτοφόλι του, το κινητό του, τα κλειδιά του, τα τσιγάρα του.

Και μετά ήρθαν τα παιδιά και η τσάντα ανέβηκε πίστα. Πάνες, μωρομάντιλα, κρέμες, μπιμπερό, φαγητό, νερό, αλλαξιές ρούχων και εσωρούχων, ζακετάκια, καπελάκια και όλα τα εις –άκια που ήταν τόσο μικρά και που ήξερες ότι τη μοναδική φορά που δεν θα τα πάρεις θα είναι η φορά που πραγματικά θα τα χρειαστείς.

Η μάνα της κυκλοφορούσε με τέτοιες τσαντάρες κάποτε. Είχαν μέσα τα πάντα. Βέβαια η μάνα της δεν είχε κινητό. Ούτε power bank. Ούτε μωρομάντιλα. Είχε ατζέντα. Και μια μικρή δερμάτινη θήκη με φωτογραφίες. Και μια πλαστικοποιημένη εικόνα της Παναγίας. Κι αν ήμασταν τυχερές είχε και τα σωστά κλειδιά.

Ναι, χρειαζόταν μεγαλύτερη τσάντα.

Η μάνα της πια κυκλοφορεί με ένα τόσο δα τσαντάκι περασμένο χιαστί. Δεν θέλει λέει πια τις μεγάλες τσάντες, έτσι κι αλλιώς λίγα πράγματα χρειάζεται όταν βγαίνει έξω. Δεν αντέχει ο ώμος της.

Υπάρχουν φορές που βλέπει την τσάντα της και θυμώνει. Που σε αυτή την τσάντα βλέπει όλες τις ανασφάλειες που απέκτησε μεγαλώνοντας, όλα τα κολλήματα, όλες τις δεσμεύσεις, όλες τις ευθύνες. Και ναι, θέλει να την πετάξει, να την θάψει, να την κάψει μελοδραματικά, να βάλει τα κλειδιά στην τσέπη και να βγει. Μια φορά την άφησε σπίτι. Μέχρι το αυτοκίνητο έφτασε. Γύρισε πίσω και την πήρε.

«Όσο αντέχει ο ώμος μου», αποφάσισε.

Που πουλάνε πολύ μεγάλες τσάντες με γερά χερούλια;

 

Ν.Κ

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook