Ημερολόγιο της Απώλειας

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Πέθανε μια μέρα σαν όλες. Κι αυτό είναι το πιο άδικο. Η ζωή συνεχίστηκε κανονικά κι εγώ έμεινα στάσιμη στις 21:14 που σημειώθηκε ως ώρα θανάτου.
Η ζωή συνεχίστηκε κανονικά κι αυτή είναι η πιο σκληρή παρηγοριά και η πιο άμεση επιβεβαίωση της τυχαιότητάς μας μέσα στο σύμπαν. Πάνω στο μεγάλο χαλί του σύμπαντος, εμείς σα μικρά κομπάκια, υπέροχες ατέλειες που το υφαίνουν και το ξηλώνουν, κι όπως αυτό κινείται και τσακίζεται και ισιώνει πάλι, κάποιοι κόμποι σπάνε και κάποιοι δημιουργούνται. Και το χαλί συνεχίζει να υπάρχει, σάμπως απαράλλαχτο. Έτσι ο δικός σου κόμπος έφυγε από το χαλί κι ήρθε κι έκατσε στην ανάσα μου, που πια δεν είναι ολόκληρη.

Από τότε τα βράδια αργούν να έρθουν και τα πρωινά ξυπνάω με μια πίκρα στα χείλη που αρνείται να φύγει. Κάθε πρωί γεύομαι την απώλεια. Ο πόνος δεν έρχεται σε κύματα. Ο πόνος είναι πλημμύρα κι εγώ μια μαύρη μπίλια που έχει χαθεί στο βυθό της.

Στα είπα όλα. Δεν είχαμε εκκρεμότητες μεταξύ μας. Η αγάπη ήταν δεδομένη και πιο πλατιά από το σύμπαν. Και η αγκαλιά το ίδιο. Σφιχτή σαν καλοπλεγμένος ιστός που μέσα του χωρούσε όλα τα νοήματα του κόσμου. Ίσως κι αυτό να πονάει περισσότερο. Δεν έμεινε εκκρεμότητα – κι έτσι δεν έχω πια τίποτα να σκέφτομαι, τίποτα να περιμένω.
Έξω από την αγκαλιά σου είμαι ένα κουφάρι. Άδεια. Να το αστείο, να έρχονται τα μέσα έξω, και όλα όσα κλείναμε αναμεταξύ μας τώρα είναι απροστάτευτα κι εγώ τα κοιτάζω από μακριά. Πνιγηρό αστείο. Δε γελάω εγώ, κάποιος άλλος γελάει.

Λέγαμε πάντα πως ο θάνατος είναι μια βλακεία. Μια στιγμή υπόθεση. Παίρνεις μια ανάσα, την αφήνεις και δεν παίρνεις άλλη. Κι έτσι τελειώνει η τόσο εύθραυστη και περαστική μας ύπαρξη.
Λέγαμε ποτέ να μη φοβόμαστε το θάνατο. Γιατί ανάμεσα μας ο θάνατος είναι πολύ μικρός, πολύ μικρός μπροστά μας.
Λέγαμε πως είναι παρήγορο να μην υπάρχει τίποτα μετά. Υπάρχεις μια στιγμή, και την επόμενη δεν υπάρχεις. Δεν έχει για σένα μετά. Αυτό το τόσο σκοτεινό μετά, που έχει κρεμάσει βαρίδια στην καρδιά μου και νιώθω να βυθίζομαι μέσα στην ανυπαρξία του.

Η θλίψη ήταν στην αρχή ψηλαφητή, μπορούσα ακόμα και να την πιάσω. Ήταν μια οντότητα μέσα μου γεμάτη αγκάθια. Ήξερα κάθε της πλευρά σαν από ένστικτο, σα να την είχα ξαναδεί. Κι όπου τη χάιδευα, πονούσα. Με χάιδευε κι εκείνη. Μέχρι που απλώθηκε παντού. Γίναμε ένα. Εγώ κι εκείνη γεμίσαμε αγκάθια. Τώρα, είμαι εγώ η θλίψη. Είμαι εγώ το αγκάθι. Κι εσύ ο κούφιος μου πυρήνας, η απουσία, η έλλειψη που έρχεται με τρόμο προετοιμάζοντας όλες τις κενές μέρες που θα ζήσω.

Περισσότερο από όλα πονάει που αφαιρέθηκε αυτή η τόσο σημαντική λέξη από το στόμα μου. Που όσο κι αν τη φωνάξω, δε θα απαντήσει κανένας. Όπου κι αν την πω, θα είναι κενή νοήματος. Στέρφα. Που δεν έχω λόγο κανέναν πια να τη φωνάξω. Κι αυτό με στοιχειώνει. Δε θέλω να μιλάω αφού δε μπορώ να μιλάω σε σένα.

Ημερολόγιο του Μετά, ημέρα εικοστή.
Μπαμπά μου λείπεις.

 

Η Μαύρη Μπίλια

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook