IVF

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Από τότε που θυμάται τον εαυτό της, ήθελε να βρίσκεται ανάμεσα σε παιδιά. Μόλις στύλωσε τα πόδια στο πάτωμα και κατάφερε να κάνει τα πρώτα βήματα, το άκουσμα παιδιών στην αλάνα την έκανε να κολλάει τη μύτη στο τζάμι και να προσπαθεί να δει το παιχνίδι τους. Την καρδιά της την είχε κλέψει εκείνη η αλάνα και η μικρή γωνιά στο παράθυρο, με τις κλεφτές ματιές.

Τα χρόνια κυλούσαν, άνθιζε η γειτονιά και έβλεπε τα παιδιά που έκαναν πια δικά τους παιδιά. Το όνειρό της, μια οικογένεια με πολλά παιδιά. Να ζει μέσα της, να ζει για αυτή, να ζει μέσα από αυτή. Ο γάμος της ήταν η έναρξη του παραμυθιού. Μα κάθε παραμύθι έχει μια κακιά μάγισσα, που κλέβει την ελπίδα. Κάθε μήνα ήταν εκεί, ήλπιζε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Μια σκέψη πέρασε από το νου της, σα σκιά, μα την απόδιωξε. «Τυχαίο είναι» σκέφτηκε. Και τον άλλο μήνα πάλι ελπίδες και νέα απογοήτευση. Πέρασαν σειρά τέτοιοι μήνες με προσδοκίες που αποδεικνύονταν μάταιες. Και άρχισε η διάθεση να ακολουθεί το φυσικό κύκλο ελπίδα-προσμονή-ματαίωση. Κι όσο πέρναγε ο καιρός, τόσο ο κυματισμός γινόταν εντονότερος μεγαλύτερη ελπίδα-εντονότερη προσμονή-καταθλιπτική ματαίωση.

Οι ψίθυροι γύρω της πολλοί. Βλέμματα που την κατηγορούσαν. Κλάματα δήθεν «αγαπημένων» για το πού πήγε και «έπεσε» το παλικάρι τους, σε στέρφα γη. Και τα βλέμματα μετρούσαν την κοιλιά της αν φουσκώνει και οι ψίθυροι μεγάλωναν. Μέχρι που οι κουβέντες έφτασαν να στέκονται μπροστά της ξεδιάντροπα και να την κατηγορούν. Κι εκείνη, δεν ήξερε γιατί δεν ξεκινούσε το όνειρο;! Σφράγισε το σπίτι της, σφράγισε την καρδιά της, άφησε έξω όλους εκτός από τον αγαπημένο της. Και οι δύο μαζί άρχισαν να αναζητούν τρόπους να αποκτήσουν μερίδιο στην ευτυχία που ονειρεύτηκαν.
Ψάξιμο, αναζήτηση και απάντηση καμία. Υπογονιμότητα -λέει. Και έρχονται οι εύκολες κουβέντες «άγχος είναι», «μην το σκέφτεσαι», «άμα σταματήσεις να προσπαθείς, τότε θα έρθει». Και όσοι νόμιζαν πως είχαν το δικαίωμα άρχισαν να λένε «ξέρω ένα ζευγάρι που….» και ένα άλλο που… Κανένας δε σκέφτηκε για μια στιγμή πως ΔΕ την νοιάζει για το αν το ένα ή το άλλο ζευγάρι περίμενε δύο, τρία, πέντε ή δέκα χρόνια. Ούτε πως δεν είχε σκοπό να περιμένει δέκα χρόνια. Και τα βλέμματα εξακολουθούσαν να κατηγορούν και να θρηνούν «τη στέρφα γη», την «άχρηστη». Κανείς από τους κατήγορους δεν είχε αναρωτηθεί μήπως δεν έφταιγε εκείνη! Αλλά, ποιος νοιάζεται. Έτσι κι αλλιώς δεν έφταιγε κανείς τους.

Οι ψίθυροι μεγάλωναν και οι γλώσσες έλεγαν. Δεν έλεγαν μόνο για αυτή. Έλεγαν για όλες. Έλεγαν ακόμα και για όσες αρνούνταν το ίδιο δώρο που εκείνοι περίμεναν. Μα εκείνη δεν τους συμμερίστηκε. Δεν τους ζήλεψε ποτέ όσους ανθρώπους έφτασαν να αρνηθούν την ευτυχία. Πίσω από την άρνηση, υπήρχε πόνος. Δεν τον ζηλεύεις τον πόνο, ακόμα κι αν διώχνει κάτι που εσύ εύχεσαι.

Η μύτη είναι ακόμα κολλημένη στο τζάμι και κοιτάζει στην αλάνα τα παιδιά. Θα έρθουν άραγε ποτέ σε εκείνη; Γιατί, να παιδεύονται τόσο; Φεύγουν οι μέρες, στραγγίζει το συναίσθημα, μπαίνει η ζωή σε ένα ημερολόγιο και ένα ρολόι. Κλειστές οι πόρτες, ψίθυροι γεμάτοι έξω, γλώσσες φιδίσιες, μάτια γερακιού, χαιρέκακα χαμόγελα ανθρώπων που ήταν έτοιμοι να χορέψουν πάνω της. Με καμάρι της έλεγαν ανακοινώσεις για νέες εγκυμοσύνες και σταμάταγαν να δουν πώς αντιδρά, αν ζήλεψε, αν κατάφεραν να τη στενοχωρήσουν. Μα εκείνη μόνο ευχές μέσα από την καρδιά της έδινε σε κάθε νέα ζωή που έπαιρνε το δρόμο της για αυτόν τον κόσμο –κι ας ήταν σκληρός.

Προσπάθησε να κλείσει πιο έντονα τα αφτιά. Προσπάθησε να βρει γιατρούς που να αναζητήσουν μεθοδικά την αιτία. Και πήρε τίτλο η υπογονιμότητα, επίσημο: Ανεξήγητη. Τι αμήχανη η στιγμή που νιώθει τις λέξεις να πέφτουν μέσα της. Δεν ήξερε τι να ευχηθεί. Είναι ανακουφιστικό πως είναι «καθ’ όλα υγιείς και οι δύο», μα ταυτόχρονα και εκνευριστικό. Δεν είχε «εχθρό» να πολεμήσει. Αν υπήρχε συγκεκριμένο πρόβλημα, θα υπήρχε και μονοπάτι να το υπερνικήσει. Μα εδώ, ο «εχθρός» ήταν ένα φάντασμα, ένα άπιαστο «γιατί».

Πήρε τη μεγάλη απόφαση. Έβαλε την ιατρική για βοηθό, την ελπίδα και την αγάπη τους μπροστά, να κυνηγήσουν το όνειρο. Οι πόρτες της παρέμεναν κλειστές. Οι ψίθυροι σταθερά εκεί. Και οι βελόνες συντροφιά. Φάρμακα πίσω από το βούτυρο, κρυμμένα δίπλα στο τυρί. Το ψυγείο σύμμαχος κι αυτός σιωπηλός, πρώτη φορά το κοίταζε σαν κάτι ζωντανό. Της φύλαγε την ελπίδα. Πέρασαν έτσι οι 14 ημέρες. Και μετά σιγή. Σιωπή. Δεκατέσσερις μέρες απόλυτη, εκκωφαντική σιωπή. Τόση που ήθελε να φωνάξει για να δει αν λειτουργούσαν τα αφτιά της. Το σώμα, δεν έδειχνε τίποτα. Ακόμα κι αυτό, έκρυβε καλά το μυστικό. Ήταν; Δεν ήταν; Κανένας δε μπορούσε να το πει.

Έκαναν υπομονή. Γιατί –ναι! – ήταν δύο. Δεν ήταν μόνη σε όλο αυτό. Αλλά, οι εικόνες και τα συναισθήματα είχαν παγώσει. Ήθελε να κοιμηθεί –ως άλλη Κοιμωμένη– και να ξυπνήσει στο αποτέλεσμα. Σκληρές οι μέρες, αλλά πέρασαν.
Χρόνια τώρα έχει ακόμα τη μύτη κολλημένη στο τζάμι και χαζεύει στην αλάνα τα παιδιά. Τα δικά της παιδιά. Χαμογελά.

 

Zωή

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook