Ιζαμπέλ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο Ραφαέλ δεν κοιμήθηκε καλά απόψε. Ξύπνησε στις τρεις τα ξημερώματα ιδρωμένος αλλά και φοβερά ανυπόμονος. Αυτές οι ζεστές μεταβατικές μέρες της άνοιξης τον ενοχλούσαν. Σκέφτηκε στιγμιαία πως την άλλη εβδομάδα που θα εγκατασταθεί το κλιματιστικό όλα θα είναι τέλεια. Άξιζε άλλωστε λίγη πολυτέλεια παραπάνω μετά τα ζόρια των τελευταίων πέντε χρόνων. Σήκωσε παιχνιδιάρικα το μαξιλάρι του και πλάκωσε το κεφάλι του με αυτό.

Σήμερα θα έφευγε με το αμάξι. Δε χρειαζόταν να πάει στη δουλειά με το μετρό. Ήταν βέβαια συνηθισμένος να κινείται στις διαφορετικές γραμμές ανταπόκρισης μέσα στο Παρίσι, αλλά η σημερινή ημέρα ήταν ιδιαίτερη και διαφορετική. Ήταν σίγουρος πως η μέρα αυτή που ξημέρωνε ήταν η πιο όμορφη της ζωής του. Σήμερα το μέλλον άλλαζε οριστικά και αμετάκλητα. Το γκρίζο του γαλλικού ουρανού μετατράπηκε σε ήλιο, η άνοιξη μπήκε για τα καλά.

Ξυρίστηκε, έβαλε το αγαπημένο του υφασμάτινο παντελόνι, μπλε σακάκι και αθλητικά παπούτσια κατάλευκα. Υποδεχόμαστε το μέλλον με αισιοδοξία, σκέφτηκε και χαμογέλασε βλέποντας τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τα λεπτά καστανά μαλλιά του με τις μπούκλες που έπεφταν επάνω στη λευκή επιδερμίδα του έδειχναν έναν νέο άντρα όμορφο, φιλόδοξο και σίγουρο. Ήταν μόλις 27 χρόνων αλλά μέσα από τη φρεσκάδα της ηλικίας του, ο ίδιος διαπίστωσε αρκετή κούραση. Άτιμοι μαύροι κύκλοι, τους ψηλάφισε με τα χέρια του. Πασπάλισε με υδατική κρέμα τα επίμαχα σημεία και το μυαλό του ταξίδεψε νοερά μερικά χρόνια πίσω.

Σε ένα τόπο μακρινό, μακριά από τις παραδόσεις της δικής του χώρας, γνώρισε τη Νουγιέρ. Ίσως ήταν η μοίρα που έφερε δυο νέους από διαφορετικούς πολιτισμούς να γνωριστούν και να σμίξουν. Η φρεσκάδα των νιάτων, τα σκιρτήματα, ένα γλυκό βλέμμα, δεν ήθελε πολύ για να βρεθούν κοντά. Ο Ραφαέλ παραδόθηκε στην αγκαλιά της σα μαθητούδι. Δεν την ήξερε καλά, δεν ήταν καν η πρώτη του, ήταν όμως μία στιγμή που τη θυμάται μέχρι και σήμερα. Όπως θα θυμάται το ηλιοβασίλεμα δίπλα στη θάλασσα μαζί της, τις αγκαλιές αλλά και το πάθος που μοιράζονταν σχεδόν κάθε βράδυ για καιρό. Μέχρι να γυρίσει ο Ραφαέλ πίσω στην πατρίδα του. Έπρεπε να επιστρέψει. Δούλευε σε μία αρχιτεκτονική εταιρία.

Ήξεραν και οι δύο πως η σχέση είχε ημερομηνία λήξης. Δεν αναζήτησαν στη συνέχεια πολλά, μόνο μία επαφή διαδικτυακή, πιθανόν φιλική. Τον πρώτο καιρό έγραφαν ο ένας στον άλλο κάθε μέρα. Μέχρι που η Νουγιέρ σταμάτησε να του γράφει. Και χάθηκε. Σαν αεράκι που σε συνεπαίρνει και φεύγει έτσι ξαφνικά όπως ήρθε. Απόρησε ο Ραφαέλ που για καιρό δε λάμβανε νέα της. Προσπάθησε μάλιστα να της τηλεφωνήσει αν και η απόσταση δυσκόλευε την τηλεφωνική επαφή. Χωρίς επιτυχία όμως. Πάντως έψαξε.

Έψαξε με μανία τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Ήταν πολύ τακτικός και τα έβαλε με τον εαυτό του. Σήμερα δεν ήθελε να χάσει δευτερόλεπτο, η μέρα ήταν πολύ σημαντική. Όλα έπρεπε να είναι τέλεια. Παρατήρησε λεπτομερώς το φρεσκοβαμμένο σαλόνι του σπιτιού, τακτοποιημένο και καθαρό. Του πήρε δύο γεμάτα σαββατοκύριακα μαζί με τον κολλητό του να βάψει το σπίτι. Ανακαίνισε τα δωμάτια και επέλεξε φωτεινά χρώματα με τη βοήθεια της φίλης του της Βερά. Πριν φύγει τοποθέτησε επάνω στο δερμάτινο καφέ καναπέ ένα μεγάλο κουτί με περιτύλιγμα ροζ παλ και λευκό. Επάνω στο πακέτο είχε ένα τεράστιο ροζ περλέ φιόγκο. Χάιδεψε με τις άκρες των δακτύλων του τις λεπτομέρειες στο δέσιμο. Ήταν πανέμορφο.

Ο καιρός περνούσε χωρίς νέα από τη Νουγιέρ. Υποψιάστηκε ότι μάλλον γύρισε σελίδα. Ερωτεύτηκε σκεφτόταν και προτίμησε να ξεκόψει χωρίς πολλές δικαιολογίες. Μάτια που δε βλέπονται άλλωστε γρήγορα λησμονιούνται, όσα ερωτικά δειλινά και να αναπολείς. Και η απόσταση ήταν τεράστια. Ο Ραφαέλ παραδόθηκε εξ’ ολοκλήρου στη δουλειά του. Αμέτρητα βράδια ήταν μπροστά από ένα υπολογιστή φτιάχνοντας μοντέλα, σχεδιάζοντας κτίρια, υπολογίζοντας νούμερα σε αναφορές. Φιλόδοξος και νέος. Δούλευε σκληρά για να γίνει μια μέρα συνεργάτης. Ένα τέτοιο βράδυ έλαβε ένα περίεργο ηλεκτρονικό μήνυμα από άγνωστο αποστολέα. Συνήθως δεν άνοιγε τα μηνύματα να τα δει, κυρίως τα περίεργα αλλά ο τίτλος του μηνύματος Νουγιέρ ήταν μεγάλο κίνητρο για να το ανοίξει. Μία έντονη επιθυμία χαράς ξεδιπλώθηκε στα σπλάχνα του και η καρδιά του χτύπησε δυνατά ελπίζοντας να μάθει τα νέα της φίλης του. Μέχρι που διάβασε το σύντομο και περιεκτικό μήνυμα. Τα μάτια του γούρλωσαν και έμεινε παγωμένος διαβάζοντας ξανά και ξανά τις τρεις γραμμές. «Έχεις μία κόρη. Πρέπει να το ξέρεις. Απλά πρέπει να ξέρεις.» Η βραδινή κούραση σε συνδυασμό με την αμφιβολία σίγουρα δεν ήταν ποτέ καλός σύμμαχος για να σκεφτεί λογικά. Μήπως ήταν φάρσα; Ήταν η Νουγιέρ που του έγραφε; Tο αεράκι επέστρεψε μόνο που δεν είχε πια τη μορφή αιθέριας αύρας αλλά μιας ανεπιθύμητης αρνητικής ενέργειας.

Πατρότητα. Δεν ήταν στα άμεσα σχέδιά του. Η αλήθεια είναι πως κάνα δυο φορές στις επαφές του μαζί της ήταν απρόσεκτος. Κυρίως όταν εκείνη έπαιζε ερωτικά μαζί του. Όταν τον προκαλούσε με τα χάδια της, με το υπέροχο σώμα της που σαν φίδι γλιστρούσε στα απόκρυφα σημεία του σώματός του και τον ερέθιζε να την σφίξει στην αγκαλιά του και να τη δέσει με όλα του τα όπλα. Θυμόταν πόσο υπέροχα τα λεπτοκαμωμένα δάκτυλά της χάιδευαν τους γλουτούς του, καθώς εκείνος τη γέμιζε με τους δικούς του χυμούς. Ναι, θυμάται δύο πολύ έντονες στιγμές τους. Στιγμές που δεν ξεχνιούνται όσες συνέπειες και να είχαν. Συνέπειες που τον οδηγούν στο να αντιμετωπίσει το σήμερα. Να λύσει απορίες και ερωτηματικά. Ήταν όντως δικό του παιδί; Και αν ναι, γιατί δεν το έμαθε από την αρχή; Απανωτά ερωτήματα κυρίευσαν το κουρασμένο μυαλό του. Αισθάνθηκε ένα στιγμιαίο πόνο στο στήθος. Έκρυψε το πρόσωπο του με τις παλάμες του. Τα δάκτυλά του ταξίδεψαν στις μπούκλες των μαλλιών του. Ο Ραφαέλ μάζεψε τα πράγματα του, έκλεισε την πόρτα του γραφείου κι έφυγε.

Έκλεισε την εξώπορτα στον τρίτο όροφο της οδού Φομπούρ Σαιντ Ονορέ. Κλείδωσε και κατέβηκε με το ασανσέρ μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας όπου αντίκρισε μία υπέροχη ηλιόλουστη μέρα. Γύρισε προς τα πίσω και κοίταξε το παλιό κτίριο που μέτραγε χρόνια από τον καιρό του μεσοπολέμου. Παρατήρησε τα μικροσκοπικά μπαλκονάκια με τα σιδερένια μοτίβα όπως λαμπύριζαν στον ορίζοντα επιβλητικά. Στιγμιαία αναρωτήθηκε αν άφησε ανοιχτά τα παντζούρια του σαλονιού. Ήθελε το σπίτι φωτεινό και λαμπερό όταν θα γύριζε, ανοιξιάτικες εικόνες να κατακλύζουν τον παρισινό ορίζοντα. Το τηλέφωνο στην τσέπη του δονήθηκε.

Έκλεισε το τηλέφωνο μιλώντας με τη μητέρα του. Φοβερά προβληματισμένος πήρε τη δύσκολη απόφαση να ταξιδέψει σε εκείνη τη μακρινή χώρα, με άδεια άνευ αποδοχών. Έπρεπε να μάθει τι συνέβη σε αυτήν την κοπέλα που του έκρυψε αυτό το τόσο σημαντικό μυστικό. Φθάνοντας σε αυτήν την πόλη που τους ένωσε, συνάντησε μια παλιά κοινή γνωστή. Δεν έμαθε καλά νέα. Η Νουγιέρ δεν είχε πια τα χαρακτηριστικά της χαριτωμένης κοπέλας του παρελθόντος. Η κοινή γνωστή τον παρακάλεσε να προσέχει επίσης. Του έδωσε μία διεύθυνση. Ο Ραφαέλ δεν ήθελε να χάσει χρόνο. Στόχευε να λύσει το μυστήριο του μηνύματος αλλά και να ξαναβρεί αυτήν την παλιά αέρινη αγάπη που μεταλλάχθηκε σε κάτι άλλο.

Και τη βρήκε. Την είδε ένα πρωινό σε απόσταση μακρινή. Κοντά στη διεύθυνση που είχε στα χέρια του. Θλιμμένη, ατημέλητη, πολύ αδύνατη, με ρούχα περίεργα, ίσως προκλητικά, προχωρούσε στο δρόμο με ένα μικρό πλασματάκι με καστανά μαλλάκια. Το κοριτσάκι ήταν χαριτωμένο αν και δε φαινόταν καθαρά όπως τις έβλεπε, όμως κάτι δεν του άρεσε στην εικόνα. Παρατήρησε πως η μητέρα έσφιγγε με βία το χέρι της μικρής σαν να ήθελε να τη σύρει να κάνει κάτι που δε θέλει. Το κοριτσάκι έκλαιγε και προσπαθούσε να κρατήσει αντίσταση. Η Νουγιέρ σχεδόν έσερνε το παιδί και στην αντίσταση που κρατούσε το κοριτσάκι, έκανε να σηκώσει το χέρι της για να τη χτυπήσει. Ο Ραφαέλ ασυναίσθητα άρχισε να τρέχει προς το μέρος τους με ιλιγγιώδη ταχύτητα αψηφώντας τα αμάξια και τις μηχανές που περνούσαν αλλά και τους ανθρώπους που εκείνη την ώρα έτρεχαν σε δουλειές φορτωμένοι, μέχρι να φτάσει δίπλα τους και να της αρπάξει το χέρι.

«Τι πας να κάνεις;»

Η Νουγιέρ τρόμαξε. Τον κοίταξε έκπληκτη. Και τότε εκείνος αντίκρισε μία άλλη γυναίκα, χλωμή, με υπέρτατη λύπη στο βλέμμα, μάλλον πονεμένη. «Φύγε» του φώναξε «Τι θέλεις εδώ;». Ο Ραφαέλ επικέντρωσε το βλέμμα του στο μικρό κοριτσάκι με τα σχιστά μάτια και τις χαριτωμένες μπούκλες που έπεφταν στη λευκή επιδερμίδα της. Του θύμιζε εκείνον.

«Αυτό είναι το παιδί που μου έκρυψες» αποκρίθηκε. Έσκυψε και χάιδεψε το κεφαλάκι της μικρής, το βλέμμα της ήταν δακρυσμένο αλλά και φοβισμένο. Την κοίταξε μέσα στα βαθιά καστανά μάτια της και είδε ένα γλυκό κοριτσάκι δύο ετών τουλάχιστον να τον κοιτάζει με αφέλεια, με αθωότητα. Πανέμορφη, γλυκιά.

« Νουγιέρ, τι συνέβη;»

Ο Ραφαέλ μπήκε στο αμάξι του. Η ώρα περνούσε και έπρεπε να βιαστεί. Οι δρόμοι του Παρισιού άρχισαν να «φορτώνουν» αμάξια και σίγουρα το να εγκαταλείψει το κέντρο γρήγορα ήταν ευσεβής πόθος. Άνοιξε το ραδιόφωνο. Ο Μανού μοίραζε ήδη πρωινά δώρα στο κοινό και έπαιζε γνωστές επιτυχίες. Χαρούμενα τραγούδια γεμάτα ρυθμό όπως και κάποια τραγούδια που άκουγε πιο παλιά… τότε.

Έπρεπε να μάθει τι συμβαίνει. Εκείνο το πρωί η Νουγιέρ έφυγε με το παιδί αποφεύγοντας να του μιλήσει. Θα έλεγε κανείς πως τον αγνόησε. Προβληματισμένος ο νέος άντρας πήρε το θάρρος να επισκεφθεί τους γονείς της. Άλλωστε ήταν μεγάλο ερωτηματικό ποιος του έστειλε το μήνυμα. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε γινόταν αποφασιστικός, πιο σίγουρος.

Δυσκολεύτηκε επικοινωνιακά πολύ με τους γονείς ακόμα και με διερμηνέα. Τον ενδιέφερε να μάθει για το παιδί. Κρεμόταν από την παραμικρή λέξη και έκφραση που άκουγε, γυρνώντας γρήγορα το βλέμμα στο μεταφραστή για να μάθει. Η Νουγιέρ λοιπόν δεν ήταν καλά. Ψυχολογικά. Έντονα κυκλοθυμική αλλά και πολλές φορές φανερά χαμένη, αν κατάλαβε καλά, κάποια βράδια έφτανε μέχρι το σημείο να εκδίδεται για μερικές δεκάρες. Εξαρτιόταν από ουσίες. Η μητέρα της όσο μιλούσε «έσπασε», έκλαψε. Πήρε στα χέρια της τη φωτογραφία της εγγονής της και ψιθύρισε κάποια λόγια σαν προσευχή. Ο Ραφαέλ χαμήλωσε τα φρύδια του. Βούρκωσε. Προφανώς οι γονείς ήταν απεγνωσμένοι. Φτωχοί, χωρίς μόρφωση, χωρίς λεφτά αδυνατούσαν να σηκώσουν το βάρος. Η Νουγιέρ άφηνε τα βράδια το παιδί στο φτωχικό αλλά γεμάτο αγάπη σπιτικό των γονιών της και το πρωί το τραβολογούσε πίσω στο καταγώγιο που έμενε όπως έμαθε ο Ραφαέλ αργότερα και εκεί καμιά φορά εξαντλούσε τα περιθώρια του θολού της νοητικού επίπεδου επάνω στο παιδί.

Με τα νέα που έμαθε έκλαψε. Έκλαψε πολύ. Ίσως ένα ή δύο βράδια ήπιε και λίγο παραπάνω. Το νέο της ηλικίας του τον πρόλαβε και τον έφερε αντιμέτωπο με μία καινούρια κατάσταση. Όχι δεν είχε ποτέ σκεφτεί κάτι τέτοιο. Τα έβαλε με τον εαυτό του που δεν το πρόβλεψε. Θύμωσε πολύ.

Αποφάσισε να παρακολουθήσει για μέρες τη Νουγιέρ σιωπηλά. Χωρίς εκείνη να τον αντιλαμβάνεται. Ως παρατηρητής, την έβλεπε πριν και μετά από ερωτικές συνευρέσεις με άλλους άντρες επί πληρωμή και στη συνέχεια πώς πλήρωνε τους μόνιμους ή περιστασιακούς ντίλερ μερικές χούφτες χαρτονομίσματα για ελάχιστες τζούρες και σνιφαρίσματα. Ατελείωτες νύχτες, άγρυπνος όπως ήταν, την ακολουθούσε. Την έβλεπε να βγαίνει από χαμόσπιτα παραπατώντας παρέα με μπύρα στο χέρι της και μετά σε σκοτεινά δρομάκια να προβάλλει το κορμί της μέχρι κάποιος περαστικός να της βάλει χέρι, να της τσιμπήσει τη ρώγα του στήθους της ενώ εκείνη χασκογελούσε με μία τζούρα τσιγάρο. Μέχρι ο άγνωστος να απλώσει το χέρι του στα οπίσθια της και να την οδηγήσει σε άλλο ένα γνώριμο χαμόσπιτο. Τσαλακωμένη, με μαλλιά που πετούσαν και με μάσκαρα που κυλούσε από τον ιδρώτα στο δέρμα του προσώπου της. Το αεράκι αυτό το δροσερό, ο ήλιος της χαράς είχε μετατραπεί σε σύννεφο έτοιμο για καταιγίδα, για πυκνή ατελείωτη βροχή.

Πέρασε στον περιφερειακό του Παρισιού. Η μεγάλη στιγμή ήταν πάρα πολύ κοντά. Μερικά χιλιόμετρα έμεναν μακριά από τον προορισμό του. Όλα πήγαιναν καλά. Μίλησε στο τηλέφωνο και ήταν πλέον σίγουρος.

Ο Ραφαέλ έπρεπε να γυρίσει πίσω. Λίγες μέρες μετά από τις αποκαλύψεις διόρισε ένα τοπικό δικηγόρο και μία εβδομάδα πριν φύγει συνάντησε τη Νουγιέρ χωρίς το παιδί. Ένα πρωινό σαν εκείνα που είχαν ζήσει μαζί πιο παλιά. Εκείνη δε μιλούσε. Άλλωστε φαινόταν ότι ψυχολογικά ήταν ασταθής. Οι μόνιμοι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της, τα κοκκινισμένα χέρια, αδυνατισμένη, όλα ήταν σημάδια χαραγμένα επάνω της. Της πρότεινε να τη βοηθήσει. Δεν ήταν σίγουρος αν την ήθελε σαν σύντροφο στη ζωή του, αυτό το κεφάλαιο μάλλον ήταν κλειστό αλλά ήθελε να βοηθήσει την κοπέλα να βγει μέσα από την καταιγίδα όπου είχε μπει και να βγει νικήτρια σαν πλοίο που παλεύει με μεγάλα κύματα. Του μίλησε απότομα. «Δεν έχεις δικαίωμα ούτε σε εμένα ούτε στο παιδί. Φύγε λοιπόν. Γύρνα στο Παρίσι σου και στην πλούσια ζωή σου». Ο Ραφαέλ δε θύμωσε, έγινε όμως πιο ξεκάθαρος από ποτέ. Έπρεπε να γλιτώσει το παιδί. «Φεύγω. Αλλά ξέρεις ότι έχω κάνει ενέργειες για την πατρότητα. Και θα γυρίσω. Έχω δικαίωμα. Είναι δική μου κόρη επίσης». Τον άκουγε, αλλά ήταν αλλού. Το βλέμμα της ήταν άδειο. Ο Ραφαέλ ορκίζεται πως είδε ένα δάκρυ να πέφτει στο λευκό δέρμα της. «Πρέπει να αλλάξεις. Να βρεις τον εαυτό σου. Θα το παλέψουμε μαζί. Για σένα και για τη μικρή μας.» Η Νουγιέρ άκουγε αδιάφορα τα λεγόμενά του. Ήθελε ένα τσιγάρο εκείνη την στιγμή. Αυτό της ήταν πιο χρήσιμο. Απαραίτητο. Δεν ήθελε αναμνήσεις. Μόνο να αράξει κάπου.

Γυρίζοντας στο Παρίσι είχε μόλις δυο εβδομάδες στη διάθεσή του πριν επιστρέψει για την πρώτη νομική του μάχη. Είχε ήδη βεβαιωθεί ότι ήταν ο πατέρας του παιδιού. Ενημερώθηκε επίσης πως απαγορεύτηκε στη Νουγιέρ και στο παιδί να φύγουν από τη χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Κάτι που αποδείχτηκε ανέφικτο. Μερικές μέρες μετά έλαβε μήνυμα απο το δικηγόρο του πως μάνα και παιδί εξαφανίστηκαν. Ο πόνος στο στήθος επανήλθε με τα ξαφνικά νέα. Στιγμιαία ένα κρύο ρεύμα διαπέρασε το κορμί του και ιδρώτας εμφανίστηκε στο μέτωπό του. Έριξε το τηλέφωνο στον τοίχο και έγινε χίλια κομμάτια. Ο θυμός του μετατράπηκε σε απόγνωση.

Η αυπνία ήταν κολλητή του φίλη εδώ και καιρό. Πώς κατάφερε και έμπλεξε έτσι στη ζωή του; Πώς μπόρεσε να είναι τόσο ανίκανος να προστατεύσει ένα παιδί που αγνοείται; Του μπήκαν ιδέες ότι ίσως και να πήγαινε να το πουλήσει το παιδί. Πάγωσε. Κοίταξε από το παράθυρο. Αναθεματισμένος ουρανός! Πάλι ετοιμάζεται για βροχή!

Λίγο πριν παρκάρει, έλεγξε τα μηνύματα του κινητού του. Όλα κατ’ευχήν. Ήταν στην ώρα του επίσης. Όλα ήταν στο σωστό δρόμο. Χαμογέλασε. Τελικά έκλεισαν και τη δουλειά στο κτιρίου του 8ου διαμερίσματος. Τέλεια. Η καλή μέρα άλλωστε από το πρωί φαίνεται.

Δεν άργησε να ξαναπάρει το αεροπλάνο ο Ραφαέλ. Η Νουγιέρ εντοπίστηκε στη Νέα Υόρκη. Δεν έχει σημασία πώς. Απελάθη με συνοπτικές διαδικασίες. Η απόφαση ήταν καταπέλτης. Απαγορεύτηκε να βλέπει το παιδί. Το παιδί ορίστηκε να μένει σε ειδικό κέντρο με κοινωνικό λειτουργό. Η ίδια μπήκε υποχρεωτικά σε κέντρο αποτοξίνωσης με ειδική παρακολούθηση από ψυχίατρο. Ο Ραφαέλ ήταν εκεί στην απόφαση αλλά δεν ικανοποιήθηκε. Ήταν ο πατέρας. Και ένας πατέρας πρέπει να αποδείξει πόσο πολύ θέλει την κόρη του. Κατέθεσε εκ νέου φάκελο για την κηδεμονία του παιδιού. Συναντούσε τη μικρή κάθε μέρα. Έφυγε ελάχιστα από τη χώρα. Ευτυχώς υπήρξε κατανόηση στη δουλειά του. Ήταν καλός στη δουλειά του και αποφάσισαν με την ευκαιρία της παρουσίας του εκεί να τελειώσουν κάποια σχέδια για την Ασία. Παρηγοριά το αποκαλούσε. Δύο πράγματα άλλωστε τον κρατούσαν ζωντανό. Τα καστανά αθώα ματάκια και ο σχεδιασμός κτιρίων. Δούλεψε σκληρά. Και ήθελε το παιδί. Το ήθελε πολύ στη ζωή του.

Το δεύτερο δικαστήριο την κήρυξε ανίκανη μητέρα. Ο Ραφαέλ κέρδισε την πλήρη κηδεμονία. Όμως επετράπη στη μάνα να βλέπει το παιδί. Με έξοδα του πατέρα η μάνα θα επισκεπτόταν το παιδί κάθε τρίμηνο μία φορά. Είτε στην Ασία είτε στην Ευρώπη. Με παρουσία ειδικού λειτουργού που θα αξιολογούσε την επαφή του παιδιού με τη μάνα αλλά και παρουσία ειδικού ψυχολόγου. Ψυχίατρος θα παρακολουθούσε επίσης τη Νουγιέρ. Η απόφαση ήταν αμετάκλητη και οριστική.

Ο Ραφαέλ κοίταξε την οθόνη των αφίξεων. Έφτασε. Η μεγάλη στιγμή έφτασε. Όλα ήταν έτοιμα. Όλη η ταλαιπωρία, τα δάκρυα, τα δικαστήρια, όλα αυτά άξιζαν για εκείνη. Γιατί της άξιζε να είναι πριγκίπισσα. Η δική του πριγκίπισσα. Πεντάμορφη και γλυκιά. Της άξιζε ο κόσμος όλος. Της άξιζε αυτή η ζωή και άλλες δέκα. Ήταν ο παράδεισός του. Ίσως η καλύτερη και η πιο δυνατή ανάμνηση που θα έχει από τη Νουγιέρ. Ιδέα του ήταν ή αισθάνθηκε μία αιθέρια αύρα στον ορίζοντα; Και τότε οι κινούμενες πόρτες άνοιξαν.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook