Αφύπνιση στις 7. Χτυπάει, την κλείνεις, σηκώνεσαι. Αμέσως. Εσύ. Μόνο εσύ, όμως!

Το υπόλοιπο family έχει ένα θεματάκι οπότε όσο προσπαθούν να υπερνικήσουν την βαρύτητα (πούστη Νεύτωνα, δε θα σε πετύχω στην άλλη ζωή, έχεις να φας μήλα κατακούτελα) εσύ ντύνεσαι, πλένεσαι, χτενίζεσαι (δε θέλω σχόλια για την αλά Τζέισον Στέιθαμ κόμη μου), ετοιμάζεις πρωινό για τέσσερις και χρησιμοποιείς πειθώ και skills μόνιμου λοχία συγχρόνως μπας και τις σηκώσεις «αγάααπεςςς μουυυ, έτοιμο το πρωινόοοοο, ελάαατε μη σας γ@#%^ την Μπ..έμπα μου ξύπνησες έλα αγάπη μου θα κρυώσει το γαλατάκι σου».

Οριακά προλαβαίνεις να ετοιμάσεις τσάντες όσο η θα-μπορούσα-κάλλιστα-να-είμαι-κομμώτρια (ουπς, σόρρυ, hair stylist ήθελα να πω) συμβία σου, ετοιμάζει τη μισή Ευκλείδεια γεωμετρία στο κεφαλάκι της δεσποινίδας (τον μικρό τον κούρεψα γουλί και ξεμπερδέψαμε, έφαγα καναπέ για κάνα μήνα βέβαια, δεν το κάνουμε θέμα) και τρέχουμε σφαίρα να προλάβουμε το κουδούνι του σχολείου.

Καλημερίζεις τον σχολικό φύλακα («βαριά η κουβέρτα και σήμερα κυρ-Νίκο μου ε;» σου λέει και σου κλείνει το μάτι, άμα σου γ@#$% και σένα, αποτυχημένε πρώην ΟΥΚα, στα διάλα πρωινιάτικα) μπαίνεις στο αμάξι, στάση στον πλησιέστερο Γρηγόρη/Coffee Island/Mikel/whatever που θα σε βοηθήσει να στυλώσεις τα μάτια όρθια και βουρ στη ζούγκλα της ασφάλτου.

Αισίως 8μιση, με το που μπαίνεις Αττική Οδό, μποτιλιάρισμα. Στα matrix μήνυμα «ακινητοποιημένο όχημα στην έξοδο 11 Λεωφ. Κηφισίας, προετοιμαστείτε για στάση» τί να προετοιμαστούμε ρε φίλε, σάμπως προλάβαμε να κουμπώσουμε δευτέρα, τέσπα, χαλαρώνεις με auto-tuning στο ραδιόφωνο, σταματάει στους 108φεύγα FM και μερακλώνεις με George Margaret οπότε βγάζεις χερούκλα από ανοιχτό παράθυρο δίνοντας μπόνο «εσύυυυ μου μιλάααας στην καρδιάαα μου» ενώ σιγορουφάς το εσπρεσσάκι. Συνεννοημένα θαρρείς, σταματάει SUV θηριάκι αριστερά σου, κατεβαίνει φιμέ τζάμι και βλέπεις κουστουμάτο μεσήλικα να κραυγάζει «άσε το εσπρεσσάκι κι άνοιξε το Τσίβας να γίνουμε πρωινιάτικα, αγορίναααα», ο δε γύφτος με το Datsun και τα καρπούζα στην καρότσα παρκάρει δεξιά σου, «ντώσε τον σταθμό ρε μπαλαμέ να το βάλω στη ντουντούκα να το κάνουμε Λαλέουσα», μπαίνει και στο ηχείο ο Μαργαρίτης, μερακλώνει ο κουμπάρος, σπάει τα καρπούζα στην άσφαλτο, χαμούλης στο δρόμο. Έρχεται άρον άρον κι ο ζητάς με τη μηχανή, «ρε παιδιά, ρε παιδιά, με την τσίμπλα στο μάτι Μαργαρίτη, λυπηθείτε μας, κουμπάρε κάρτα καυσαερίων πότε έβγαλες τελευταία φορά στην Πόρσε με την καρότσα, ποιο άσμα είναι, μπωωωωω κομματάρα ρε φίλε, τί μου θύμισες τώρα, εποχές Λαλέουσας στην Εθνική», ακούει ο γύφτος Λαλέουσα, τρέχουν τα δάκρυα, αγκαλιάζονται με τον μπάτσο, φεύγω εγώ στο μεταξύ γιατί έχουμε και δουλειές έτσι;

Αισίως 10:30, μπαίνω φουριόζος εφορία καθότι τυγχάνει να είμεθα μεγαλοαστοί σύμφωνα με την κοινή λογική του κράτους που έχουμε το θράσος να βγάζουμε πάνω από 500€ το μήνα και να έχουμε και το ρημαδοχώραφο με τα ραδίκια στη Δροσιά Αναβύσσου οπότε όλο και κάτι χρωστάμε. Τέσπα, δε θα συγχυστώ, μπαίνω ρωτάω στις πληροφορίες «για το μητρώο;», «πού να ξέρω κύριε μου, γράφει πληροφορίες στο κούτελο μου;», «στο κούτελο σας όχι κύριε, αλλά στη μαρκίζα από πάνω ναι», βγαίνει ο τύπος, κοιτάει, γουρλώνει τα μάτια, «είκοσι χρόνια δουλεύω (γελάνε οι πέτρες, τρίζουν τα μπετά, καταρρέει το κτίριο) εδώ μέσα, πρώτη φορά το βλέπω, ανεβείτε στον τρίτο, από τις σκάλες, δυστυχώς το ασανσέρ χάλασε με το σεισμό του ‘81 κι ακόμα δεν, καταλαβαίνετε».

Αλίμονο πώς, εγώ δεν καταλαβαίνω; Κάνω γράμμωση στους γλουτιαίους μυς μου, παραδόξως τελειώνω στο δεκάλεπτο, τί σκατά επεισόδια έχω χάσει, ρε αυτοί έχουν μάθει και τα βασικά του υπολογιστή, κάνω να φύγω, απόλυτη ησυχία στο ισόγειο, δέκα γεροντάκια περιμένουν υπομονετικά, μπαίνει ο διάολος μέσα μου, «πούστη Τσίπρα μας γ@@@σεεεεεεεεες» φωνάζω και φεύγω τρέχοντας, ενώ από πίσω έχει αρχίσει το σύστριγκλο.
«Αλήτες κουμμουνιστές, θα μας πάρετε τα σπίτια»
«ναι, ψήφισε Κούλη εσύ να σου κόψει και το κωλόχαρτο»,
«α ρε Ανδρέα, πού είσαι»
και λοιπά φαιδρά, κάνω high-five στον σκασμένο από τα γέλια σεκιούριτι στην είσοδο, παλιόφιλος απ’το φροντιστήριο, «α ρε γίγαντα, π@@τάνα τα έκανες πάλι, να μας ξανάρθεις σύντομα, μου’ φτιαξες την μέρα ρε μπαγάσα», την κάνω με ελαφρά στο μεταξύ γιατί έχω να πάρω και τα πουκάμισα από το καθαριστήριο εδώ δίπλα.

Αισίως 12 μπαίνω, χαιρετάω την κυρά-Λένη, «καλημέρααα», «καλώς τον, έτοιμο σε έχω, να κοίτα ‘δω, τσάκιση αεροδρόμιο, με παραδέχεσαι;», «ναι, κυρά-Λένη μου, εσύ κι ο Ελ. Βενιζέλος, τί χρωστάω;», «τίποτα ένα εικοσαρικάκι». Πιάνει στο μεταξύ το μάτι μου την ηλικιωμένη γειτόνισσα παραδίπλα που κοιτάει με ύφος «μμμμ, εμ βέβαια, πού να σιδερώσουν οι νέες νοικοκυρές, την ευκολία τους κοιτάνε όλες», μπαίνω εγώ στο νόημα κι απαντάω πριν μιλήσει. «Α όλα κι όλα κυρία μου, εγώ την γυναίκα μου δεν την έχω για να μου λιώνει πάνω από τη σιδερώστρα, στα ώπα-ώπα την έχω, και τα καθαριστήρια της, και την οικιακή βοηθό της, και τη νταντά για τα παιδιά κι απ’όλα».
«Ε καλά παιδάκι μου, μπράβο σου, δε λέω, αλλά σου περισσεύουν λεφτά για τόσα έξοδα;»
«Κλεμμένα τα’χω; Δουλεμένα ένα-ένα με τον τίμιο ιδρώτα μου, κυρία μου, για αυτό βγάλαν ρόζους τα χέρια μου να κουβαλάω τα ζεμπίλια στην οικοδομή, μια ζωή την έχουμε, μανδάμ, δε θα πεθάνουμε κιόλας».
«Κι άμα είσαι τόσο μπρούκλης
(εκ του Brooklyn, άσχετοι, ο κονομημένος, πώς το λένε) παιδάκι μου, τί δουλειά έχεις στο ταπεινό Καματερό;» «Κυρία μου, εμένα τα φράγκα δε με άλλαξαν! Δεν ξεχνάει ο Νικόλας, ο γιος της κυρά-Θοδώρας και του κυρ-Αλέκου τις ρίζες του! Όσο ψηλά κι αν έφτασα, εγώ είμαι πάντα ταπεινός» ε κάπου εκεί καταρρέει στο πάτωμα η κυρα-Λένη, κλαίνε από τα γέλια κι οι γείτονες που έχουν μαζευτεί απ’ έξω και παρακολουθούν το σόου, βγαίνω σφαίρα από το μαγαζί να μην ακούσω τις κατάρες της γριάς και συνεχίζω στο τρελάδικο μέχρι το απόγευμα.

Αισίως 6 μπαίνω σπίτι, βγάζω ρούχα, κάνω μπάνιο κι ορμάω με αλαλαγμούς στην κουζίνα, «πεινάωωωωω, φύγετε από μπροστά μουυυυ, τί έχουμε για φαϊιιιιιι;;;;» «Ηρέμησε ρε αγάπη, μακαρόνια με σάλτσα και ρίγανη φρέσκια από τον κουμπάρο σου στην Καλαμάτα», βάζω μια γενναία πιατέλα, σαβουριάζω στο πεντάλεπτο κι αράζω καναπέ, όπου αντιλαμβάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά εδώ πέρα, τί σκατά μπλε δράκοι είν’ αυτοί στο σαλόνι και τί σκατά κάνει ο Δίας καθισμένος δίπλα μου, φέρε εδώ την εφημερίδα ρε καριόλη, «ρε γυναίκα τί διαφορετικό έβαλες στο φαγητό σήμερα», «άσε το φαγητό κι έλα να βοηθήσεις, η Τίνκερμπελ έχει πάρει τα παιχνίδια της μικρής κι ο κάπταιν-Χουκ πάει να διαλύσει το κάστρο των Ιπποτών και ποιος τον ακούει τον μικρό»!!

Παιδιά σόρρυ φεύγω, έχω να επιλύσω μια μικρή (καθημερινή) οικογενειακή κρίση, προσοχή στην καλαματιανή ρίγανη παιδιά, δεν είναι να παίζουμε με τέτοια πράματα – α ρε κουμπάρε, θα μου το κλείσεις το σπίτι….