Τραγουδώ. Πρέπει να τραγουδούσα απ’ τη μήτρα της μάνας μου, βγάζοντας μπουρμπουλήθρες με το αμνιακό υγρό. Τραγουδούσα την ώρα που γεννιόμουνα με αποτέλεσμα να γλιστρήσω και να πέσω απ’ τα χέρια του έκπληκτου μαιευτήρα. Πριν καν αναπνεύσω, τραγουδούσα με άναρθρες κραυγούλες, που όμως είχαν τέμπο και μελωδία.

Σαν νήπιο, τότε που άρθρωνα τις πρώτες μου λεξούλες, βγαίναν όλες τραγουδιστά. Κάτι παλιές μπομπίνες, γραμμένες σε οικογενειακές μαζώξεις καταμαρτυρούσαν το πάθος μου για το τραγούδι. Ένα και πάτωμα αλλά οι κορώνες μου σπάζαν τύμπανα και κάναν τους μεγάλους να ξεσπούν σε χάχανα, ξελιγωμένοι από το σκέρτσο με το οποίο κρατούσα τη βούρτσα, ή το κηροπήγιο που χρησιμοποιούσα σαν όφωνο. Βλέπεις τότε δεν ήμασταν τόσο τεχνολογικά εξελιγμένοι να έχουμε μικρόφωνα σαν αυτά που χω πάρει στην κόρη μου ασύρματα και μη, με σταντ ή χωρίς, τα οποία στολίζει και με κορδέλες ως άλλος Αξλ Ρόουζ.

Μετά ξεκίνησα το πιάνο. Αλί όμως, δε γούσταρα τα κλασσικά κομμάτια, αυτά που είχαν τα βαρετά βιβλία μου. Αυτοσχεδίαζα στο πιάνο κομμάτια που μπορούσα να τραγουδάω και οι γείτονες μάζευαν υπογραφές για να μας διώξουν. Του κάκου, ιδιοκτήτες γαρ! Όλοι λέγαν πως είχα καλή φωνή, μουσικό αυτί και πως έπιανα με τη μία όποια μελωδία άκουγα. Βλέπεις, ο μπαμπάς ήταν τροβαδούρος της αγάπης κι έπαιζε φοβερή κιθάρα κι η μαμά είχε μια υπέροχη βελούδινη φωνή που σιγοντάριζε τα ακόρντα του και τη στεντόρεια φωνή του. Πόσες μουσικές βραδιές έχω ζήσει σε βεγγέρες, σε διακοπές, σε σπίτια φίλων. Τότε που σπίτια και ψυχές ήταν ορθάνοιχτα και το γλέντι στηνόταν απ’ το πουθενά.

Δεν έκανα ποτέ τραγούδι, δεν έμαθα να διαβάζω παρτιτούρα, γιατί στο μεταξύ οι γείτονες είχαν απειλήσει τη σωματική μου ακεραιότητα και τελείωσε άδοξα η καριέρα μου ως πιανίστα. Όμως συνέχισα να τραγουδώ ακατάπαυστα, μέχρι και τα τζιγκλάκια των διαφημίσεων. Μετά έμαθα γλώσσες και τραγουδούσα ξενόγλωσσα. Τραγουδούσα όπου σταθώ κι όπου βρεθώ, σε ταβέρνες, σε παρέες, στη στάση του λεωφορείου περιμένοντας το 218. Οι γονείς μου είχαν χωρίσει πια, όμως οι φωνές τους ήταν περασμένες σε ένα μόνιμο κανάλι μες το μυαλό μου. Ο αδερφός μου, αξιότερος οργανοπαίχτης από μένα, είχε ανεβεί επίπεδο στο πιάνο και γρατζουνούσε και μπουζούκι με μαεστρία. Ε ρε τι γινότανε, πρώτες, δεύτερες, κακός χαμός!

Δυστυχώς για μένα και ευτυχώς για τους άλλους, τότε δεν υπήρχαν τάλεντ σόουζ πέρα από το «Να η ευκαιρία» και πού να βγει ο Κακοφωνίξ μπροστά στη Ροζίτα Σώκου να φάει άκυρο; Όμως δε κώλωνα πουθενά. Όπου έβλεπα όφωνο το άρπαζα και δίχως ντροπές άφηνα την καμπάνα φωνή μου να ξεχυθεί μαζί με την ψυχή μου. Τραγουδούσα όλα τα είδη, όλες τις φωνές, όλα τα σάουντρακ από ταινίες. Έχω σολάρει συνοδεία χορευτικού, στο ‘Σουπερκαλιφρατζιλιστικεξπιαλιντόσιους’, ως άλλη επίδοξη Μαίρη Πόπινς!

Όλες οι λύπες κι οι χαρές μου γίνονταν τραγούδι. Κοιμόμουν και ξυπνούσα με ένα τραγούδι στο νου. Άκουγα ώρες ατελείωτες, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές για μα μαθαίνω νέα τραγούδια. Και τότε που δεν υπήρχε το Shazam, αν τύχαινε να ακούσω κανα καινούργιο που δεν έπιανα τον τίτλο ή τα στίχια, έπαιρνα τηλέφωνο και τους τραγουδούσα την μελωδία. Αχ και να’ ξερες άμοιρε αναγνώστη, πόσο «τιριτιτιτριριρι» έχει ακούσει ο Γκαραβέλας και δε σωριάστηκε…

Μέχρι που άρχισα να τραγουδώ όλο και λιγότερο. Άρχισα να ντρέπομαι για τη φωνή μου, για τις εκφράσεις του προσώπου μου όταν τραγουδούσα. Ένιωθα ότι πλάταριζαν τα ρουθούνια μου, ότι τραγουδούσα σε ξι φαλτσόρε, ότι χειροκροτούσαν από ντροπή κι από υποχρέωση. Κι έτσι πέρασαν μήνες, μπορεί και χρόνια κι όλες αυτές οι νότες μέναν σφηνωμένες στο στέρνο μου ή βγαίναν σα σιγομουρμούρισμα ίσα ίσα για να με ακούω. Ποια; Εγώ! που τραγουδούσα και σπάζανε τζάμια απ’ τη συχνότητα.

Ένα ήσυχο βράδυ, απ’ τα πολλά που με βρίσκαν καθισμένη να σερφάρω αδιάφορα στον υπολογιστή μου, ένα φιλαράκι μου σφύριξε για μια εφαρμογή που τραγουδούσες καραόκε. Στο πρώτο άκουσμα ξέσπασα σε γέλια μιας κι ο συνειρμός που μου ‘ρθε ήταν Κορεάτισσας παιδούλας που τραγουδάει παραλλαγή του «Οπα νινανιναναι, νιναναι ναι» κι απο κάτω χτυπιούνται οι σχιστομάτηδες. Όμως την κατέβασα στον υπολογιστή μου και έγινε το θαύμα!

Ξανάρχισα να τραγουδάω, στην ηρεμία του σπιτιού μου, στη σιγαλιά της νύχτας, δίχως κοινό και μικρόφωνα, αλλά μόνο με προηχογραφημένα τραγούδια. Κι έγινα και φίλη με άλλους καραοκίστες (αδόκιμος όρος) κι έκανα και ντουέτα παναθεμά με. Και οι νύχτες γίνονταν μέρες και το πρώτο φως με έβρισκε να τραγουδώ τους καημούς μου μόνη ή με ψευδώνυμα ανά τον κόσμο. Και κάνα δυο φορές, έκανα και ντουέτο με αυτόν που μου ΄σκασε το παραμύθι και τα κομμάτια αυτά με σκέπαζαν τις κρύες και μοναχικές νύχτες του χειμώνα.

Ένα ζευγάρι ακουστικά, ένα ποτήρι ουίσκι και πόρτες ερμητικά κλειστές μη ξυπνήσω το παιδί μου και καλέσει αυτοβούλως και οικειοθελώς την Πρόνοια να την πάρουν. Δίχως κοινό, δίχως χειροκρότημα, δίχως ανάγκη να μοιραστώ με κανένα το βίτσιο μου αυτό. Οι βραδιές καραόκε γίναν το παρεάκι μου, η χαλάρωση μου, η ώρα του παιδιού που επέτρεπα στον εαυτό μου. Και τα τραγούδια πλήθαιναν και τραγουδούσα πια με βιρτουόζους του είδους, αλλά και με άλλους Κακοφωνίξ που γουστάραν όμως τα μάλα σαν κι εμένα, γιατί το φάλτσο τους αβάσταχτο, αλλά το πάθος τους με έστελνε θυμάμαι…

Συνέχισα να τραγουδάω ελληνικά, αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά μέχρι και κορσικάνικα είπα η αθεόφοβη, που να με ακούσει ο Θηβαίος να τραγουδάω Corsica και να σκίσει τα πτυχία του ο άθρωπας! (καλά ο Guelfucci έχει ήδη αυτοκτονήσει και αγιοποιηθεί στην τοπική Εκκλησία..). Κάνα δυο βράδια δύσκολα, έστειλα κάνα δυο τραγούδια σε άλλους. Το επτασφράγιστο μυστικό είχε πια βγει στην επιφάνεια. Και τα ‘στειλα όχι για το «μπράβο» ή το χαβαλέ, στον οποίο εννοείται ότι πρωτοστατούσα. Τα ‘στειλα γιατί αυτά που ήθελα να τους πω, θέλαν τη φωνή μου. Όχι αυτή τη μπάσα αγριοφωνάρα της ομιλίας μου, αλλά αυτή που γλυκαίνει και γίνεται ζεστό σιρόπι πάνω σε τηγανίτα, όταν τραγουδάω.

Και τραγουδώ ακόμη και θα τραγουδώ ίσαμε να πεθάνω. Μπορεί και κει στο νεκροκρέβατο να σας ρίξω κάνα κουπλεδάκι και να κλάσετε μέντες όλοι και να με θάψετε μπρούμυτα, μην τυχόν και ξεμυτίσω. Αλλά δε ντρέπομαι πια, δεν κομπλάρω κι ούτε πάω για καριέρα στα γεράματα. Μα να, αν καμιά φορά κει που καθόμαστε ανοίξω το στόμα μου κι αρχίσω, μη παραξενευτείτε. Ανοίχτε το στόμα και την ψυχή και τραγουδήστε μαζί μου κι ας βγάζετε βατράχους. Δεν πειράζει σας λέω. Σημασία δεν έχει ο τόνος ή η άρθρωση. Σημασία έχει το τραγούδι. Όλα είναι τραγούδι.

 

Ραβανί