(Η αρχή της ιστορίας https://thebluez.gr/katerina-enty-giannis/ )

 

Έντυ

Κινητό, πορτοφόλι και κλειδί.
Έτοιμος!
Έτοιμος;
Πήρε μια βαθιά ανάσα και βγήκε από το δωμάτιο του ξενοδοχείου.
Έτοιμος;

Ναι, ήταν μια περίεργη αίσθηση. Η αναποδιά της προηγούμενης μέρας αποκάλυψε μια Κατερίνα που δεν φανταζόταν πως υπήρχε. Θερμή, ανυπόμονη, αλλά το κυριότερο αποφασισμένη. Ήταν σίγουρος πως θα αντιμετώπιζε την δυσπιστία της. Δεν ήταν και λίγο, μια ολόκληρη μέρα στήσιμο στο πρώτο ραντεβού, καμιά γυναίκα δεν θα το ανεχόταν. Όμως η Κατερίνα, μόλις μπόρεσε και την βρήκε επιτέλους, τον βομβάρδισε μ ερωτήσεις αγωνίας και ενδιαφέροντος για το ξαφνικό πρόβλημα υγείας του πατέρα του, που έγινε αιτία γι αυτό το μπέρδεμα.
Κάλεσε το ασανσέρ για το λόμπι.

Κι όμως. Κάτι παράξενο πλανιόταν στον αέρα, κάτι στριφογύριζε γύρω γύρω, μια αίσθηση πως ενώ όλα πήγαιναν καλά, τίποτε δεν πήγαινε όπως πρέπει. Πώς του το είχε πει εκείνη; «Έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας». Αυτό ήταν; Η Κατερίνα, ήταν γλυκιά, πανέμορφη, οξυδερκής, ενδιαφέρουσα. Όμως όλο αυτόν τον καιρό που την γνώριζε, ήξερε πως δεν ήταν τόσο δοτική ή και τόσο τρυφερή, σίγουρα δεν ήταν η γυναίκα απ την οποία περίμενε ν ακούσει «έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας». Σίγουρα αυτή κι αν ήταν έκπληξη.

Ξεφύσηξε. Βγήκε έξω στον παγωμένο αέρα κι ο πορτιέρης κάλεσε ένα ταξί.Έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και κάλεσε το νούμερό της. «Αγάπη μου;» άκουσε την μελωδική φωνή της κι η καρδιά του κλώτσησε. Γιατί βασανίζεται με αόριστες υποψίες; Η Κατερίνα του τον περίμενε.

Κατερίνα

Δυο σταγόνες άρωμα.

Η μάνα της έλεγε πως αρκούν δυο σταγόνες άρωμα για να μείνεις για πάντα στην θύμηση κάποιου. Μπορεί να ξεχάσει την φωνή σου,το πρόσωπό σου, όλα. Το άρωμα όμως δεν ξεχνιέται ποτέ. Κι ήταν το αγαπημένο της, έδενε μοναδικά επάνω της ,της ταίριαζε όπως λένε. Ούτε που θυμάται πότε το πρωτοφόρεσε. Είχε γίνει όμως το σήμα κατατεθέν της. Χαμογέλασε. «Θα θέλω να κρυφτώ καμιά φορά και θα με προδώσει αυτό.»

Πήρε την τσάντα της και βγήκε. Θα έπαιρνε ταξί, δεν θα οδηγούσε απόψε. Απόψε ήθελε ν αφεθεί. Η σημερινή μέρα, θα ήταν η νέα αρχή της ζωής της, έπρεπε να είναι η νέα αρχή της ζωής της.

Γιάννης

Τριγυρνούσε στην παλιά του γειτονιά. Τίποτε σχεδόν δεν είχε αλλάξει, τίποτε που να την κάνει αγνώριστη. Όλα εδώ, μα όλα αλλιώς. Τριγυρνούσε άσκοπα, ήθελε να σκεφτεί. Ήθελε να διώξει από πάνω του εκείνη, το άρωμά της, το γέλιο της, το βλέμμα της. Το ντύθηκε το βλέμμα της, πρέπει να το πάρει απόφαση. Δεν ήξερε πώς θα ήταν η ζωή του από εδώ και πέρα. Ήξερε μόνο πως ένα κομμάτι του πέθανε χθες, εκεί στην αίθουσα αφίξεων του αεροδρομίου, όταν την συνάντησε.

Την προηγούμενη μέρα.

Ο Γιάννης φόρεσε τα γυαλιά του κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Με το αυτόματο άνοιγμα της, την είδε. Όμορφη, ξεχωριστή, μοναδική. Πάντα μ έναν τρόπο η Κατερίνα ξεχώριζε ανάμεσα στον κόσμο. Στράφηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ήξερε πως δεν περίμενε εκείνον, ούτε καν της περνούσε από το μυαλό πως θα ήταν εκεί αυτός.
Όχι, δεν θα της μιλούσε. Δεν είχε το θάρρος, την είχε εγκαταλείψει τόσο άνανδρα κι ασυγχώρητα, που δεν τολμούσε να της μιλήσει. Προχώρησε, σέρνοντας την βαλίτσα του. Ήταν τα πόδια του βαριά όμως, κάτι τον τραβούσε σε κείνη, πάντα κάτι τον τραβούσε σε εκείνη μόλις την έβλεπε.

Στάθηκε παράμερα και την παρατηρούσε. Να ψάχνει ανάμεσα στον κόσμο τον Έντυ, να κοιτάζει το ρολόι της, τον πίνακα αφίξεων ξανά και ξανά. Η πτήση ήδη είχε αφαιρεθεί, είχε αντικατασταθεί από τις νέες αφίξεις. Περίεργο: κοιτούσε το ρολόι της, τον κόσμο, δεξιά αριστερά, αλλά δεν κρατούσε κινητό τηλέφωνο; Κοίταξε πιο προσεκτικά. Ναι, δεν είχε κινητό; Άρα; Δεν μπορούσε να επικοινωνήσει άμεσα με τον Έντυ;
Ένιωσε την καρδιά του να βροντοχτυπάει. Δεν μπορούσε να φύγει όπως σχεδίαζε, έπρεπε να μείνει, να την δει, να της εξηγήσει.

Προχώρησε προς το μέρος της.
Ποτέ στην ζωή του δεν ένιωσε τέτοιο τρακ και ταραχή. Πώς θα την πλησίαζε Θεέ μου; Τι θα της έλεγε;
Η Κατερίνα, λες και κάποιος της έδωσε ένα σύνθημα, έτσι ξαφνικά, γύρισε προς το μέρος του και τον είδε.
Ναι, δεν πίστευε στα μάτια της, η έκπληξη ήταν ολοφάνερη στο πρόσωπό της. Στο όμορφο πρόσωπό της. Πόσο όμορφη ήταν Θεέ μου, το είχε ξεχάσει.
«Γιάννη;»

Τ όνομά του από τα χείλη της, σαν ζεστή κουβέρτα που σ αγκαλιάζει όταν έχεις αποκοιμηθεί στον καναπέ.
«Κατερίνα; Εσένα έψαχνα» Πώς βγήκαν αυτές οι κουβέντες από το στόμα του, δεν κατάλαβε. Ήρθαν κοντά. Το άρωμά της τον τύλιξε και μαζί όλες οι μνήμες. Κρατήθηκε ψύχραιμος. «Πάμε να πιούμε έναν καφέ, θα σου τα εξηγήσω όλα» της είπε αμήχανα, σιγανά.
Κι εκείνη την στιγμή, μ αυτήν την φράση, η Κατερίνα σαν να της πέταξαν παγωμένο νερό, έγινε άκαμπτη, ψυχρή.
«Περιμένω έναν φίλο, δεν έχω χρόνο για καφέ Γιάννη, λυπάμαι»
«Περιμένεις τον Έντυ, που θα έφτανε σήμερα Ελλάδα, σωστά;»
Η Κατερίνα έσμιξε τα φρύδια- «ναι, πού το ξέρεις;»
Τον ακολούθησε προς το καφέ της αίθουσας.

«Πού είναι το κινητό σου;» την ρώτησε- δεν ήξερε πώς ν αρχίσει, πόσο βλάκας θα της φαινόταν άραγε;
«Δυστυχώς το ξέχασα σπίτι. Έφυγα τόσο βιαστικά και το αντιλήφθηκα στην μέση της διαδρομής, δεν είχα χρόνο να γυρίσω πίσω. Γιατί ρωτάς;»
«Αν είχες λοιπόν το τηλέφωνό σου μαζί, θα ήξερες ήδη πως ο Έντυ, ανέβαλε γι αύριο την άφιξή του. Ο πατέρας του αρρώστησε ξαφνικά κι εκείνος αναγκάστηκε να μείνει μια μέρα ακόμη πίσω. Ανέθεσε σε μένα να σε ειδοποιήσω. Και μην με κοιτάζεις έτσι, θα σου τα εξηγήσω όλα. Με τον Έντυ συνεργαζόμαστε, για την ακρίβεια, εργάζομαι στην εταιρεία του. Τύχη; Σύμπτωση; Μοίρα; Ποιος ξέρει; Έφυγα από την Ελλάδα γιατί είχα βρει δουλειά εκεί.
Ήταν η καλύτερη πρόταση, ήταν και είναι μια σπουδαία ευκαιρία. Δούλευα πολύ, δούλευα καλά, με τον Έντυ ταιριάζουμε και στις απόψεις κι όπως ξέρεις, η δική μας δουλειά έχει μέσα και όραμα. Ναι, με τον Έντυ ταιριάζουν και τα οράματά μας. Γνώρισε μια Ελληνίδα μου είπε μια μέρα κι ήταν ξετρελαμένος κι αφού κι εγώ είμαι Έλληνας, σε μένα το εμπιστεύτηκε πρώτος. Κι ένα απόγευμα που μιλούσατε στο skype άκουσα την φωνή σου. Τότε κατάλαβα ποια ήταν η Ελληνίδα του. Δεν του έχω πει τίποτε για μας, δεν βρήκα το θάρρος. Δεν ξέρω πώς να του το πω, δεν ξέρω τι να του πω. Το πρότζεκτ απαιτεί και τους τρεις μας. Αρνήθηκα να έρθω στην αρχή, μα είναι στην Ελλάδα κι ήμουν ο πιο κατάλληλος. Όταν συνέβη το ξαφνικό με τον πατέρα του, μου ανέθεσε να σε ειδοποιήσω. Κι έτσι, είμαι εδώ, μαζί σου»

Με μια ανάσα τα είπε ο Γιάννης, την κοιτούσε όλη την ώρα, αλλά η Κατερίνα παρέμενε ανέκφραστη. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του. Και ποτάσα θα έπινε, τόσο τραχύ ήταν το στόμα του. Η καρδιά του βροντοχτυπούσε, δεν γίνεται, τώρα ήρθε η στιγμή να δώσει και τις άλλες εξηγήσεις, τις δύσκολες.

Η Κατερίνα τον κοίταξε. Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια, έσκυψε προς το μέρος του.
«Σ ευχαριστώ πολύ για την εξυπηρέτηση. Αύριο λοιπόν, εγώ θα είμαι πάλι εδώ, να περιμένω τον Έντυ».
Σηκώθηκε. Ο Γιάννης πετάχτηκε και την έπιασε από το χέρι.
«Πού πας; Έχουμε να μιλήσουμε» είπε έντονα.
Ξανακάθισε.
«Να μιλήσουμε λοιπόν αφού το θέλεις. Αλλά δεν ξέρω τι έμεινε να πούμε άλλο. Ό,τι είπες είναι όλες οι «απαντήσεις» που θέλεις, αλλά ας τα ξαναπώ μήπως και δεν το κατάλαβες. Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Έχουμε εμένα, που από μία κακή συγκυρία, περίμενα άδικα εδώ κάποιον. Σου θυμίζει κάτι; Αυτός ο κάποιος όμως κίνησε γη και ουρανό να με ειδοποιήσει κι αν δεν είχα ξεχάσει το κινητό μου, θα ήμουν πάλι σπίτι μου, ήσυχη. Αυτό σίγουρα δεν σου θυμίζει κάτι. Έχουμε κι εσένα, που πάλι δείλιασες, δίστασες, κρύφτηκες, φοβήθηκες. Τι σ έκανε να μου μιλήσεις; Ίσως μόνο το γεγονός πως μπροστά μας έχουμε μια συνεργασία. Είμαι σίγουρη πως αν δεν ήταν αυτό, θα με άφηνες να περιμένω εδώ ώρες. Σου θυμίζει κάτι; Είχαμε μια σχέση εμείς οι δύο, όμορφη, δυνατή, σπάνια. Που την κλώτσησες αναίτια σ ένα βράδυ. Πόνεσα, έκλαψα, αρνήθηκα, λυπήθηκα, όμως ξανασηκώθηκα. Και ξαναγάπησα. Εσύ; Κρύφτηκες, δείλιασες, έφυγες. Κι αυτή την στιγμή, ομολογείς πως ξαναδείλιασες, ξανακρύφτηκες.
Τι μένει να πούμε λοιπόν; Μείνε στην γωνιά σου Γιάννη. Μείνε στο σκοτάδι σου.
Μέχρι πριν λίγο, αν με ρωτούσε κάποιος, θα έλεγα πως δεν μπορώ να προχωρήσω στην ζωή μου όπως θα ήθελα, δεν μπορώ να ερωτευτώ, πονάει λίγο μέσα μου το χθες. Τώρα όμως, όλα άλλαξαν. Εγώ αύριο θα υποδεχθώ έναν άνθρωπο που αγαπώ. Που με νοιάστηκε. Και θα είμαι διπλά χαρούμενη. Γιατί αύριο θα είναι η επίσημη πρώτη της νέας μου ζωής. Κι όσο για μας, μην σε νοιάζει. Θα μιλήσω εγώ στον Έντυ για μας. Θα είναι τόσο υπέροχο αυτό το αύριο, που θα περάσει απαρατήρητη αυτή η πληροφορία, να είσαι σίγουρος γι αυτό. Άλλωστε εσύ δεν είσαι φτιαγμένος για μάχες, σωστά; Κάτσε στην γωνιά σου λοιπόν.»

Η Κατερίνα ξανασηκώθηκε.
Άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε το μάγουλο.
«Ποτέ δεν περίμενα να στο πω αυτό: μ έκανες τόσο ευτυχισμένη σήμερα. Κλείδωσες οριστικά το παρελθόν»

Έμεινε να την κοιτάζει καθώς έφευγε.
Μόλις την έχασε οριστικά.