Στα αυτιά του φτάνουν ήχοι μακρινοί, φωνές πνιγμένες στο σκοτάδι, αναστεναγμοί χαμένοι στο χρόνο. Τα μέλη του, μουδιασμένα ακόμη και βαριά από την κατάρα μιας άλλης ζωής, ξυπνούν αργά. Τεντώνεται. Τα δάχτυλα των ποδιών του βυθίζονται στην υγρασία και το μαλακό χώμα τρίβεται στα μαλλιά του καθώς στρέφει το κεφάλι προς τους ψιθύρους. Όλο δυναμώνουν, γίνονται όλο και πιο ρυθμικοί. Απλώνει το χέρι και αγγίζει την κρύα, γυαλιστερή επιφάνεια.

Το σπέρμα του κυλάει ακόμα ανάμεσα στα πόδια της. Οι ρώγες της σκληραίνουν και τα μάτια της μισοκλείνουν ξανά. Απλώνει το χέρι της στο στήθος του, χαϊδεύει την κοιλιά του και κατεβαίνει στον πούτσο του. Τον σφίγγει και τον παίζει μέχρι που ξυπνάει, έτοιμος ξανά. Τον τραβάει επάνω της, κοιτάζοντας τα είδωλα τους στον καθρέφτη απέναντί της. “Πιο γρήγορα” “Πιο βαθιά” , του φωνάζει, μέχρι που χύνουν πάλι, μαζί. Χορτασμένη επιτέλους, κοιμάται βαθιά μέχρι το πρωί. Όταν πια ξυπνάει, αυτός έχει ήδη φύγει, όπως ακριβώς είχαν συμφωνήσει. Τη νύχτα που έρχεται, κάποιος άλλος θα βρίσκεται στη θέση του, νέος κι αυτός και όμορφος, όπως ακριβώς τους θέλει, όπως ακριβώς τους χρειάζεται.

Στα ρουθούνια του φτάνει μεθυστικό το άρωμα των νάρκισσων. Ψηλαφεί το υγρό χώμα της όχθης και στηρίζεται στους αγκώνες του. Μέσα από το σκοτεινό, ακίνητο νερό φθάνουν οι γνώριμες, ρυθμικές κραυγές της. Σκύβει με κόπο το μουδιασμένο του κορμί στο γυαλί. Κοιτάζει αχόρταγα.

Τυλιγμένη με την πετσέτα του μπάνιου, με τις σταγόνες του νερού να γυαλίζουν στο δέρμα της, στέκεται όρθια μπροστά στο μεγάλο, παλιό καθρέφτη. Αφήνει την πετσέτα να πέσει. Τα δάχτυλα της χαϊδεύουν το στήθος της και κατεβαίνουν χαμηλά ανάμεσα στα πόδια της. Χαϊδεύει ρυθμικά το μουσκεμένο μουνί της. Η ανάσα της γίνεται βαριά και οι αναστεναγμοί της ηδονής όλο και πιο δυνατοί. Τη στιγμή που χύνει, ακούγεται το κουδούνι της πόρτας. Πριν ανοίξει, ακουμπάει τα χείλη της στον καθρέφτη και γλύφει με λαχτάρα το είδωλό της. Πηγαίνει στην πόρτα, καυλωμένη ξανά, έτοιμη για τον αποψινό εραστή της.

Πετάγεται μέσα στη σιωπή, ηλεκτρισμένος από την επαφή με τα χείλια της. Υγρά, αχόρταγα, έτοιμα για βαθιά,ηδονικά φιλιά. Σκύβει πάλι μπροστά, στο κρύο νερό, στο σκληρό γυαλί που τους χωρίζει. Τη βλέπει ξαπλωμένη γυμνή στα σεντόνια της και σταγόνες από σπέρμα κυλούν στα στήθη της. Με τα δάχτυλα της μπλεγμένα στα μαλλιά του εραστή της, οδηγεί το κεφάλι του ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια της. Ακούει τις κραυγές της ηδονής της και , καθώς αυτή παρακολουθεί το σμίξιμο τους στον καθρέφτη, τα βλέμματά τους συναντιούνται. Μια αόρατη, κόκκινη κλωστή απλώνεται από τις δύο πλευρές του καθρέφτη, δένοντας τα κορμιά, τις ψυχές, τους κόσμους τους.

Σύντομα, μένει μόνη. Ένα αόρατο, μαγικό χέρι τραβάει τον έναν στον άλλο. Από τις δύο πλευρές του γυαλιού, ακουμπούν τις παλάμες τους. Τα χείλη τους ματώνουν σε αχόρταγα φιλιά. Τα κορμιά τους γεμίζουν γρατζουνιές από τα ανυπόμονα χέρια τους. Το γυαλί ανάμεσα τους ραγίζει σε χιλιάδες μικρότερες αντανακλάσεις. Οι ψυχές τους φυλακίζονται στην αιώνια ηδονή, σε ένα ζοφερό αγκάλιασμα, χαμένες στο σκοτάδι.

Πίσω τους τα κομμάτια του καθρέφτη ενώνονται ξανά σε μια ατόφια, απειλητική λάμψη. Ένα μαύρο, μεταξωτό φτερό πέφτει αργά στις σανίδες του πατώματος.

 

Χ.

 

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα