Κάτω από το γραφείο!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η ώρα κόντευε επτά το απόγευμα. Στις επτά ακριβώς είχε ραντεβού μ’ αυτόν τον περίεργο πελάτη για να οριστικοποιήσουν την συμφωνία. Μετάνιωσε που το είχε κανονίσει τόσο αργά. Αν δεν ήταν αυτό το ραντεβού τώρα θα ήταν στο σπίτι της. Θα είχε βγάλει αυτά τα άβολα ρούχα και τις γόβες, αχ αυτές τις γόβες! Ανακάθισε στην καρέκλα του γραφείου της βαριεστημένα. Και τότε χτύπησε η πόρτα. Η γραμματέας της ανακοίνωσε την επίσκεψη ενός αγνώστου.
«Μα τώρα περιμένω τον πελάτη…» πρόλαβε να πει και τότε εμφανίστηκε εκείνος.
«Δεν θα σας καθυστερήσω, μην ανησυχείτε!» παραμέρισε την κοπέλα με την συντηρητική εμφάνιση και μπήκε μέσα αποφασισμένος, σοβαρός αλλά με ένα ανεπαίσθητο πονηρό χαμόγελο.
Εκείνη τα έχασε για μερικά δευτερόλεπτα κι ύστερα στράφηκε στην γραμματέα:
«Εντάξει, μπορείς να πηγαίνεις.»

«Τι θέλεις εδώ; Δεν έχω χρόνο, έχω ραντεβού με πελάτη.» έμοιαζε θυμωμένη.
«Μπα; Και ο πελάτης σου θα σου πει πιο σημαντικά πράγματα από αυτά που θα σου κάνω εγώ;» συνέχιζε αυτό το πονηρό χαμόγελο.
«Πρέπει να φύγεις!» προσπάθησε να φανεί απόλυτη αλλά ούτε η ίδια δεν πίστευε τον εαυτό της.
«Πρέπει. Θέλεις όμως;» την πλησίασε απειλητικά. Την κάρφωνε στα μάτια μ’ αυτό το διαπεραστικό του βλέμμα. Μια ανάσα τους χώριζε.
«Σε παρακαλώ φύγε!» έκανε να τραβηχτεί προς τα πίσω αλλά εκείνος την άρπαξε από την μέση και την έσφιξε επάνω του.
Έσκυψε στον λαιμό της, μύρισε το άρωμα της. Εκείνη ανατρίχιασε.

Με το χτύπημα της πόρτας εκείνος αυτόματα έσκυψε κάτω από το γραφείο. Η γραμματέας ανακοίνωσε την άφιξη του πελάτη καθώς με το βλέμμα της έψαχνε στον χώρο για τον άγνωστο. Ο πελάτης πέρασε την είσοδο του γραφείου και η γραμματέας βγήκε έξω με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο. Εκείνη χαιρέτησε ευγενικά τον πελάτη και τον παρότρυνε να καθίσει στην θέση που υπήρχε μπροστά από το γραφείο της. Διστακτικά κάθισε κι εκείνη στην καρέκλα της.

Ξεκίνησαν να συζητούν και τα πρώτα λεπτά κόντεψε να ξεχάσει την παρουσία εκείνου κάτω από το γραφείο. Κάθε τόσο έριχνε κλέφτες ματιές σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως είναι ακόμα εκεί, λες και υπήρχε τρόπος να φύγει. Δεν τον έβλεπε, δεν τον άκουγε, δεν τον αισθανόταν. Τα πρώτα λεπτά.

Μετά όμως, όσο η κουβέντα προχωρούσε, τόσο εκείνος δήλωνε την παρουσία του. Σ’ εκείνη. Μόνο σ’ εκείνη. Άρχισε να τον αισθάνεται. Πρώτα την ανάσα του. Ζέστη, υγρή, πολλά υποσχόμενη. Στα πόδια της, να ανεβαίνει αργά, από τους αστραγάλους ως τους μηρούς. Δεν αντέδρασε. Μετά αισθάνθηκε τα χέρια του, απαλά, αθόρυβα, ακούμπησαν τα γόνατά της και τα έσπρωξαν ελαφρά ώστε να ανοίξουν, τόσο όσο του χρειαζόταν. Δεν αντιστάθηκε. Κι έπειτα σήκωσαν την φούστα. Αισθάνθηκε ακόμα και την έκπληξή του όταν είδε πως δεν υπήρχε τίποτα άλλο να τον εμποδίζει. « Ώστε με περίμενες… » σκέφτηκε με ένα χαμόγελο ικανοποίησης κι εκείνη άκουσε την σκέψη του. Ύστερα αισθάνθηκε ξανά την ανάσα του. Καυτή, αχόρταγη. Κι αμέσως την γλώσσα του, βασανιστικά αργή, μεθοδική. Κι όλο και πιο σίγουρη, πιο επιθετική, πιο απολαυστική. Κι εκείνη έπρεπε να παραμένει ανέκφραστη. Να ακούει τον συνομιλητή της και να συζητά μαζί του. Να του δίνει προσφορές, χρονοδιαγράμματα, οδηγίες. Στα αφτιά της έφταναν σκόρπιες λέξεις για παραγγελίες, τιμοκαταλόγους, ποσότητες, υλικά… Λέξεις που δεν έδεναν μεταξύ τους, λέξεις που δεν έμπαιναν σε σειρά μες το μυαλό της. Προσπαθούσε τόσο πολύ να συγκεντρωθεί, όμως εκείνος κάτω από το γραφείο ήξερε τόσο καλά αυτό που έκανε που δεν άφηνε χώρο στο μυαλό της για τίποτα άλλο. Ήταν τόσο ορμητικός τώρα, την τρέλαινε! Είχε αρχίσει να μουδιάζει. Έπρεπε να βρει μια λύση. Έπρεπε για λίγο να συγκεντρωθεί. Έβαλε τα δυνατά της «Με συγχωρείτε, επειδή δεν αισθάνομαι και πολύ καλά σας πειράζει να συνεχίσουμε την κουβέντα μας σε ένα νέο ραντεβού; Θα το κανονίσει τώρα αμέσως η γραμματέας μου. Μπορείτε να με αφήσετε μόνη σας παρακαλώ; Σας ζητώ και πάλι συγνώμη.»

Εκείνος κάτω από το γραφείο είχε αγριέψει. Αισθανόταν την γλώσσα του, τα χείλη του, τα δόντια του, τα δάχτυλά του, πότε όλα μαζί και πότε εναλλάξ. Πότε απαλά και πότε δυνατά, λυσσασμένα. Τα πόδια της έτρεμαν.
Ο πελάτης κάτι είπε αλλά της ήταν αδιανόητο να τον καταλάβει. Δεν την ενδιέφερε τίποτα πια. Είχε αρχίσει διαλύεται… Του έδειξε την έξοδο χωρίς φυσικά να κουνηθεί από την θέση της και τον χαιρέτησε βιαστικά. Όταν τον είδε να βγαίνει από την πόρτα σαστισμένος, ανακουφίστηκε. Τότε επιτέλους χαλάρωσε και απογειώθηκε, κι ύστερα εξερράγη. Μέσα στο στόμα του. Σ’ αυτό το τόσο επιδέξιο στόμα!

 

Guess Guest

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook