Ο Αλέξης κρατούσε το σποράκι στη χούφτα του, σαν φυλαχτό. Κοιτούσε δεξιά – αριστερά, περιμένοντας μήπως πεταχτεί κάποιο άλλο παιδί και του το αρπάξει. Κοίταξε το μικρό δάσος που απλωνόταν μπροστά του, με τα τεράστια πεύκα και τις ταλαιπωρημένες ελιές. Έπρεπε να βρει το κατάλληλο σημείο για να θάψει το σποράκι του. Θα έβαζε κι ένα μικρό κόκκινο «Α» σ’ εκείνο το σημείο ώστε να το βρει μετά από πολλά χρόνια και να θαυμάσει το δένδρο που θα είχε γίνει.
Κινήθηκε μέσα στο δάσος, του οποίου τα πυκνά δένδρα άφηναν ελάχιστες αχτίδες του ήλιου να εισχωρήσουν μέσα του. Ο Αλέξης άρχισε να τρέμει ελαφρά. Είχε ακούσει πολλές ιστορίες γι’ αυτό το δάσος. Παιδιά που μπήκαν για να βρουν μία μπάλα και δεν βγήκαν ποτέ. Ζώα που βρίσκονταν πεθαμένα και ξεκοιλιασμένα. Φαντάσματα που κρύβονταν μέσα στους θάμνους και έτρωγαν τους ζωντανούς.
Βλακείες, σκέφθηκε. Ιστορίες που λένε στα μικρά παιδιά για να φάνε το φαγητό τους. Αυτός δεν ήταν μικρό παιδί όμως πλέον. Και το δένδρο του, θα το φύτευε πάση θυσία.

Ο Χασάν έτρεξε με τον ιδρώτα να λούζει το μέτωπό του. Ο ήλιος από πάνω του, μόνιμος συνοδοιπόρος. Τα κουρέλια που ανέμιζαν, πάνω στο καχεκτικό του σώμα, είχαν γεμίσει στάμπες από ξεραμένο αίμα και χώμα. Ο Χασάν δε θυμόταν πόση ώρα έτρεχε. Τις πατούσες του δεν τις ένιωθε πια, ούτε και το στομάχι του που είχε δεθεί κόμπος από την προσπάθεια. Το μοναδικό που ένιωθε ήταν οι σφαίρες που ακόμα αντηχούσαν στ’ αυτιά του. Τα μάτια του θόλωσαν από τη ζέστη, παραλίγο να λιποθυμήσει, μέχρι που είδε ένα μικρό κομμάτι πράσινου μπροστά του. Μπορεί ο ήλιος να του έπαιζε παιχνίδια, μπορεί να είχε πεθάνει κι απλά ο παράδεισος να ήταν μία πράσινη όαση, αλλά ο Χασάν είχε σκοπό να τρέξει λίγο ακόμα. Να φτάσει εκεί, να ξαπλώσει στο γρασίδι κι ας αφήσει την τελευταία του πνοή.
Μπήκε στο μικρό δασάκι και δε σταμάτησε να τρέχει μέχρι που τα πόδια του αρνήθηκαν να κάνουν ένα βήμα παραπάνω. Εκεί, σωριάστηκε κάτω. Το κεφάλι του προσέκρουσε πάνω σε ένα μικρό λάκκο με κιτρινισμένα φύλλα. Άπλωσε τα χέρια του, έπιασε χώμα, πετραδάκια και κάτι που του γαργαλούσε το δέρμα. Σύρθηκε με κόπο, άκουσε κελαρυστό νερό, πόση ώρα είχε να καταπιεί έστω μία σταγόνα; Πήρε μία βαθιά ανάσα, έκανε μία προσπάθεια να σηκωθεί, μάταιος κόπος. Έμεινε εκεί, ξαπλωμένος, κοιτώντας το γρασίδι και τις απαλές αχτίδες του ήλιου που δραπέτευαν μέσα από την πολύφυλλη φυλακή του δάσους.

Η Τσανγκ έσκισε ένα κομμάτι από το φόρεμά της και το βούτηξε στο βρώμικο ποτάμι. Μετά το άπλωσε πάνω στο μέτωπό της και έγειρε πίσω, ακουμπώντας με την πλάτη στον κορμό του δένδρου. Το χέρι της ήταν κλεισμένο σφιχτά, γροθιά, δεν είχε τολμήσει να το ανοίξει καθόλου από την ώρα που είχε φύγει από το σπίτι της. «Αυτό που κρατάς, κόρη μου, είναι ο κόσμος σου όλος. Ο δικός μας κι ο δικός σου. Μην το αφήσεις ποτέ», της είχε πει η μητέρα της πριν μπουκάρουν στο σπίτι εκείνοι οι ψηλοί στρατιώτες με τις ξιφολόγχες.
Η Τσανγκ είχε κρυφτεί στο ντουλάπι της κουζίνας, κλείνοντας τ’ αυτιά της, προσπαθώντας να μην ακούσει τα ουρλιαχτά της μητέρας της. Ξεκίνησε να τραγουδάει νανουρίσματα της γιαγιάς της, που της έλεγε όταν εκείνη στη κούνια της, προσπαθούσε με τα χεράκια της να πιάσει τη μεγάλη της μύτη. Δε θυμόταν τίποτα από όταν ήταν μωρό, αλλά η μαμά της έλεγε ότι χαμογελούσε συνέχεια.
Τώρα η Τσανγκ έψαχνε καταφύγιο, να βρει φαγητό, μία στέγη, μία οικογένεια. Το χωριό της είχε παραδοθεί στις φλόγες κι οι καπνοί είχαν το ίδιο χρώμα με αυτούς που έβλεπε να βγαίνουν, παλιά, από την καμινάδα του σπιτιού της. Μόνο που ήξερε ότι δεν καίγονταν ξύλα αλλά σπίτια κι άνθρωποι.
Σηκώθηκε από το σημείο που είχε κάτσει να ξαποστάσει κι αποφάσισε να διασχίσει αυτό το μυστηριώδες δάσος. Άνοιξε ελαφρά τη γροθιά της κι αντίκρισε το στρογγυλό πετράδι που είχε πλέον αφήσει σημάδι στην παλάμη της.
«Όταν βρεις το μέρος που θα ξαποστάσεις, εκεί θα το θάψεις. Εκεί θα είναι η βάση σου, η αρχή σου και το τέλος σου. Κι εκεί θα έρθω να σε πάρω, όταν έρθει η ώρα, μεγάλη πια, στα βαθιά γεράματα».
Η Τσανγκ έβαλε το πετράδι στην τσέπη του φορέματός της, έπιασε τα μαλλιά της αλογοουρά και ξεκίνησε να τρέχει. Έπρεπε να βρει εκείνο το σημείο γρήγορα για να μην αργήσει στο ραντεβού με τη μαμά της.

Ο Λευκός Κεραυνός τράβηξε το τόξο του και σημάδεψε. Είχε από καιρό εντοπίσει αυτό το ελάφι να τριγυρνάει γύρω από το ποτάμι. Ο ίδιος, δεν τολμούσε να περάσει απέναντι. Η φυλή των Σίου δεν αστειευόταν κι ο Μεγάλος Αρχηγός τους ήταν κατηγορηματικός.
«Όποιος περάσει απέναντι, θα τον παρασύρει το ποτάμι και θα τιμωρηθεί από το Μεγάλο Πνεύμα».
Ο Λευκός Κεραυνός ήξερε ότι δεν έπρεπε να τα βάζει με το Μεγάλο Πνεύμα. Αυτό χάριζε, αυτό τιμωρούσε. Ήταν όμως πολύ καλός κυνηγός, καλύτερος κι από τα τρία αδέρφια του. Έπρεπε να φέρει φαγητό για την οικογένειά του. Τα ψάρια δεν ήταν καλά τελευταία, είχαν μολυνθεί από κάτι παράξενο. Ο Μεγάλος Αρχηγός είχε πει ότι ήταν από μάγια που έκαναν οι Λευκοί κατακτητές.
Χαμήλωσε το σώμα του κι άρχισε να κινείται πλάγια για να αποκτήσει καλύτερη θέα προς το ελάφι. Εκείνο έβοσκε, ανενόχλητο, δίπλα στην όχθη του ποταμού. Ο Λευκός Κεραυνός ετοιμάστηκε να ρίξει όταν στραβοπάτησε κι έπεσε κάτω. Το βέλος έφυγε από το χέρι του και προσγειώθηκε μέσα στο ποτάμι. Το ελάφι τρόμαξε κι άρχισε να τρέχει προς το δάσος. Ο Λευκός Κεραυνός βλαστήμησε την ατυχία του και ξεκίνησε να το κυνηγάει. Μάταια όμως, το ελάφι ήταν πολύ γρήγορο.
Μπήκε μέσα στο δάσος κι εκεί πλέον έχασε κάθε ελπίδα. Την ώρα που ετοιμαζόταν να επιστρέψει χωρίς φαγητό πίσω, άκουσε έναν περίεργο ήχο. Ένας μεγάλος γδούπος και μετά σαν κάποιος να ξερίζωνε χόρτα. Πλησίασε προς τα εκεί κι αντίκρισε μία χούφτα άνδρες να περπατάν μέσα στο δάσος, κόβοντας χόρτα και ανοίγοντας δρόμο. Τα όπλα τους ήταν περασμένα στη ζώνη τους. Ο Λευκός Κεραυνός ξεκίνησε να τρέχει, αδιαφορώντας για τις φωνές που έβγαζαν οι άνδρες όταν τον αντιλήφθηκαν.
Έπρεπε να ειδοποιήσει το χωριό του. Ένα δυνατό μπαμ του προκάλεσε μία σουβλιά πόνου στα πλευρά. Σωριάστηκε κάτω. Με την άκρη του ματιού του είδε το ελάφι να τον κοιτά από απόσταση και μετά σκοτάδι.

Ο Αλέξης είχε βρει το τέλειο σημείο. Ένα μικρό, κυκλικό ξέφωτο, περικυκλωμένο από τρία μεγάλα δένδρα όπου τα κλαδιά τους έπεφταν, σαν αγκαλιά, προς το κέντρο του κύκλου. Έσκαψε ελαφρά το χώμα, άπλωσε τα χέρια του και τοποθέτησε στοργικά, σαν ένα μικρό μωρό, το σποράκι κάτω. Μετά, το κάλυψε κι έμεινε από πάνω του να το παρακολουθεί, λες και θα μεγάλωνε εκείνη τη στιγμή. Ξαφνικά το ελάχιστο φως του ήλιου χάθηκε κι ο Αλέξης κοίταξε προς τα πάνω νομίζοντας ότι ένα τεράστιο σύννεφο είχε μπει μπροστά. Αυτό που είδε τον έκανε να αναπηδήσει.
Τα κλαδιά από τα δένδρα τριγύρω είχαν κατέβει προς το μέρος του και με μία απότομη κίνηση είχαν καρφωθεί στην τρύπα που είχε ανοίξει ο Αλέξης. Εκείνος οπισθοχώρησε τρομαγμένος αλλά σάστισε όταν ξαφνικά, μέσα από την τρύπα, άρχισε να μεγαλώνει ένα πανέμορφο, καταπράσινο δένδρο. Το στόμα του Αλέξη παρέμενε ορθάνοιχτο καθώς το δένδρο μεγάλωνε κι άλλο, ξεπέρασε τα υπόλοιπα, τα οποία, λες και γέρασαν απότομα, είχαν μαραζώσει κι άρχισαν να πέφτουν και να μικραίνουν.
Ο Αλέξης με τρεμάμενα χέρια σημείωσε ένα «Α» στη βάση του δένδρου κι ετοιμάστηκε να φύγει για να πει την απίστευτη ιστορία στους φίλους του.
Καθώς έφευγε, θα έπαιρνε όρκο ότι άκουσε ένα «Ευχαριστούμε» από τα υπόλοιπα δένδρα τα οποία, πλέον, είχαν γίνει ένα μάτσο γέρικα κλαδιά.