Κίτρινο Τριαντάφυλλο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Σήκωσε τα μάτια.
Αυτός ο ήχος πάλι.
Αυτό το σπίτι την τρελαίνει. Τα παντζούρια είναι παμπάλαια και ο αέρας λυσσομανάει.
Γκαπ-γκουπ.
Πρέπει να σηκωθεί, να βάλει το μάνταλο.
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΗΚΩΘΕΙ.

Το βλέμμα της πέφτει στο ρολόι. 12:00.

Πότε μεσημέριασε? Έχει χάσει την αίσθηση του χρόνου. Τι μέρα είναι? (Έχει σημασία;)
Σέρνει τα πόδια της μέχρι την κουζίνα. Ο νεροχύτης γεμάτος απομεινάρια και άπλυτα πιάτα. («Χα, ορίστε εργαστήριο. Σε λίγο θα έχω τις δικές μου καλλιέργειες.») Μειδιά. Λαιμός ξερός, την είχε προειδοποιήσει ο γιατρός – «πιθανή, αλλά όχι συχνή παρενέργεια της αγωγής σας κυρία Μ. Μην ανησυχείτε καθόλου.» (Εύκολα το λες αυτό όταν είσαι στην άλλη πλευρά του γραφείου.)

Σωριάζεται σε μία καρέκλα. Χμ, το πάτωμα θέλει σφουγγάρισμα. (Ε, ΚΑΙ;) Κάπου είχε το κινητό της. Α, να το. Δεκαπέντε αναπάντητες από τη μάνα. (Α, ρε μάνα.)

Καφέ. Να πιει καφέ. Ψάχνει να βρει καθαρό ποτήρι. Ανοίγει το βάζο με τον ελληνικό, πρώτα μυρίζει όμως το καπάκι. Το έκανε και η γιαγιά. («Αχ, βρε σούρδα, έφυγες κι εσύ.») Ζάχαρη, πολλή ζάχαρη. Να φύγει η πίκρα από το στόμα, μήπως φύγει και αυτός ο κόμπος στο λαιμό. Η μυρωδιά του φρέσκου καφέ την εκπλήσσει ευχάριστα. Την πάει πίσω. (Πάντα λειτουργούσε έτσι Με τις μυρωδιές. Συνειρμικά, σε όμορφες και άσχημες στιγμές.)
Πίσω. Λείπει κάτι, ένα τσιγάρο. Ψάχνει το πακέτο, δύο έμειναν. («Να το σημειώσω, πρέπει να πάω και σούπερ. Πόσο ντελίβερι πια»- το προτιμάει, να μην της φέρνει φαγητό η μάνα. Δε θέλει να την βλέπει έτσι, σκιά του εαυτού της.)
Πίσω λοιπόν. Τότε που χαμογελούσε αβίαστα και δεν κρυβόταν. Πριν έρθει η καταχνιά. Πρώτα η απόλυση. Σοκ. («Μην το πάρεις προσωπικά», της είπαν, «περικοπή θέσεων γίνεται, όχι προσώπων.». Ναι, ηλίθιοι, αυτό θα πω και στην τράπεζα. Και στη ΔΕΗ. Και στη σπιτονοικοκυρά. Δεν έχω να σας πληρώσω, δεν είναι προσωπικό, απλά με «περιέκοψαν».) Στη σκέψη αυτή πετάχτηκε πάλι αυτή η φλέβα, λίγο πιο πάνω από το δεξί βλέφαρο. Νευροφλεβίτσα την αποκαλούσε εκείνος. «Την αγαπώ αυτή την φλέβα, με προειδοποιεί πριν έρθει η τρικυμία.» Και γελούσαν. Μαζί.

Εκείνος. Εκείνος…
Η φωτογραφία του τσαλακωμένη και μούσκεμα. (Θα θύμωνε;) Μπροστά της ένα μαραμένο τριαντάφυλλο. (Όχι καντήλια, όχι, δε θα το ήθελε, δεν του ταίριαζαν.)
Ήθελε να της φτιάξει τη διάθεση. Της έστειλε μια ανθοδέσμη από κίτρινα τριαντάφυλλα, τα αγαπημένα της. (Τα ρόδα του ήλιου) Η κάρτα έγραφε: «στις 21:00. Να είσαι εκεί.»

Και ήταν. Αλλά αυτός δεν ήρθε ποτέ. Δεν πρόλαβε. (Το χέρι της αρχίζει να τρέμει, ζεστός καφές χύνεται στο γυμνό της πόδι.) «Λυπούμαστε κυρία μου. Ο άλλος οδηγός παραβίασε φωτεινό σηματοδότη. Ήταν ακαριαίο.»
Πετάει το τσιγάρο στο πάτωμα, δάκρυα πάλι, μάτια θολά. OK, την έκανε την προσπάθεια της και σήμερα. Πίσω ολοταχώς στο κρεβάτι.

«Κάτω από ένα κουνουπίδι εκαθόταν σαμιαμίδι»
(Τι γίνεται μεσημεριάτικα;) «Εκαθόταν και σκεφτόταν, να χα Θε μου ένα απίδι!»
(Κανείς δε μπορεί να ηρεμήσει στις μέρες μας, θόρυβος, θόρυβος παντού.)
Το τραγούδι δυναμώνει. Κοντοστέκεται. Κρύβεται πίσω από το μισάνοιχτο παντζούρι. Στο πάρκο μπροστά από το σπίτι της έχει παιδική χαρά. Ένας καλοβαλμένος ασπρομάλλης σπρώχνει ένα κοριτσάκι στην κούνια και της τραγουδάει. (Συμπαθητικά ομολογουμένως.) Παππούς-εγγονή προφανώς. Το κοριτσάκι λάμπει. (Μήπως φταίει η αντηλιά;)
Όχι, λάμπει, λάμπει γιατί χαμογελάει. Σωστό τριανταφυλλάκι του φωτός κι αυτό, με τις ξανθές μπουκλίτσες να πλαισιώνουν το στρογγυλό προσωπάκι του και τον ήλιο να το χαιδεύει γλυκά. Και το τραγούδι συνεχίζεται.

Τελικά, θα κάνει ένα μπάνιο και θα λουστεί.
Ίσως να βγει να περπατήσει και λίγο.
Να αγοράσει ένα φρέσκο κίτρινο τριαντάφυλλο.

*(αφιερωμένο σ’ εσένα που δεν πρόλαβες να δεις αυτήν που τραμπαλίζεται στην κούνια, μπαμπά μου.)

 

ΕΛΕΑΝΝΑ ΦΙΛΙΟΥ

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook