Ανοίγω τα μάτια και κάνει κρύο. Τα παιδιά δε θέλουν να πάνε σχολείο, ο Πέτρος ετοιμάζεται για δουλειά με νεύρα, δε βρίσκει και έναν φάκελο που ψάχνει, βρίζει. Φεύγει χτυπώντας την πόρτα πίσω του, η μικρή δεν πίνει το γάλα της, ο μεγάλος δε βρίσκει τι να φορέσει, η ώρα περνάει, αργούμε πολύ, με πιάνει ταχυπαλμία.

Κλείνω τα μάτια. Έξω χιονίζει αλλά μέσα είναι πολύ ζεστά, φοράω κοντομάνικο. Χουζουρεύω λίγο στα ζεστά design σκεπάσματα μου στο υπέροχο δωμάτιο μου, ενώ από την κουζίνα ακούγεται χαρούμενη απαλή μουσική. Σηκώνομαι, τα γυμνά μου πόδια πατάνε σε κατάλευκο πεντακάθαρο παχύ χαλί και κατευθύνομαι προς την κουζίνα. Μυρωδιά καραμελένιου καφέ μου χτυπάει τα ρουθούνια και φρεσκοψημένου κρουασάν βουτύρου. Ένας πανέμορφος άνδρας με ένα τεράστιο χαμόγελο με υποδέχεται με ένα γλυκό φιλί και καθόμαστε μαζί να φάμε πρωινό.

Ανοίγω τα μάτια, δεν παλεύεται η κίνηση στο δρόμο. Μόλις άφησα τα παιδιά σχολείο και πάω για δουλειά. Θ’ αργήσω πάλι, θα με στραβοκοιτάξει η προϊσταμένη, θα μου κάνει παρατήρηση και θα μουρμουρίζει όλη μέρα για την ανεργία που μαστίζει την Ελλάδα και αυτοί που δουλεύουν δεν εκτιμούν το μεροκάματο που παίρνουν και δεν είναι συνεπείς. Θα καταπίνω όλες τις προσβολές της και θα κάνω τη δουλειά που μου αναθέτουν, ασφαλώς δεν θα θα φύγω στην ώρα μου, δεν θα τολμήσω καν να το αναφέρω, θα μείνω μέχρι να τελειώσει η δουλειά, πολύ μετά το 8ωρο μου.

Κλείνω τα μάτια, είμαι στο γραφείο μου, στην δική μου επιχείρηση, σχεδιάζω ρούχα που ασφαλώς είναι περιζήτητα. Είμαι δημιουργική, το γραφείο μου είναι υπέροχο, μου φέρνει έναν καφέ μια υπάλληλος και της γλυκομιλάω. Είμαι φιλική με όλους τους συνεργάτες μου, γελάμε, είμαστε αχτύπητη ομάδα. Πάω σε ντεφιλέ, συναντώ σημαντικούς ανθρώπους, τα ρούχα μου είναι καλοραμμένα και πρωτότυπα! Όλοι με προτιμούν, το όνομα μου γίνεται γνωστό.

Ανοίγω τα μάτια, είμαι σούπερ μάρκετ. Έχω 20 ευρώ μόνο και πρέπει να ψωνίσω. Κάτι να φτιάξω να φάμε σήμερα και αύριο, γάλατα, χαρτιά τουαλέτας και ένα σαμπουάν. Πως θα μου φτάσουν;

Κλείνω τα μάτια, είμαι σε πολυκατάστημα. Περνάω από τα αρώματα και διαλέγω, μετά καλλυντικά. Διαλέγω σκιές ματιών, κραγιόν. Ανεβαίνω στον όροφο με τα εσώρουχα, δοκιμάζω χωρίς να κοιτάω τιμές. Επιλέγω δαντέλα και βελούδο, τολμηρά. Πληρώνω με χρυσή πιστωτική.

Ανοίγω τα μάτια, πανικός στο σπίτι, σφάζονται η Άννα με τον Γιάννη. Χίλιες φορές της έχω πει να μην του πειράζει τα πράγματα του, χίλιες φορές του έχω πει να μην την βαράει. Προσπαθώ να τα ηρεμήσω, έρχεται ο Πέτρος, τα αρχίζει στις Χριστοπαναγίες, κλαίνε, θα μου καεί και το φαΐ. Άρχισε να βρέχει, δεν πρόλαβα να μαζέψω τα ρούχα, μούσκεμα θα γίνουν πάλι, ας γίνουν, α στο διάολο πια! Ξεκινάμε τα διαβάσματα, κάτω από τη βάση πάλι ο Γιάννης στο διαγώνισμα και η Άννα έχει σημείωμα από τη δασκάλα. “Δεν προσέχει την ώρα του μαθήματος και μιλάει συνέχεια”

Κλείνω τα μάτια, χαλαρώνω στον καναπέ μου, πίνοντας ένα ποτήρι λευκό κρασί. Σε λίγο θα βγω με τον αγαπημένο μου, θα πάμε για φαγητό σε ένα καταπληκτικό εστιατόριο με θέα τη θάλασσα. Θα κάνω αφρόλουτρο και θα φορέσω τα καινούργια μου εσώρουχα. Ρούχα σχεδιασμένα από εμένα και θα μακιγιαριστώ με τα καινούργια μου καλλυντικά. Τα μαλλιά μου είναι ανάλαφρα και λαμπερά.

Ανοίγω τα μάτια, τα μαλλιά μου είναι σα πράσα. Το δέρμα μου θαμπό, με κοκκινίλες και μαύρους κύκλους. Δεν αντέχω να λουστώ, θα κάνω ένα ντουζ μόνο. Πρέπει να σιδερώσω και να ετοιμάσω τα ταπεράκια των παιδιών για αύριο.

Κλείνω τα μάτια. Ο αγαπημένος μου με τραβάει στο κρεβάτι και μου βγάζει τα ρούχα. Χαϊδεύει το δέρμα μου και μου λέει πόσο υπέροχα δείχνουν πάνω μου τα εσώρουχα. Αφήνομαι στα χάδια του.

Ανοίγω τα μάτια. Είμαι πτώμα, πήρα χάπι για τη μέση μου. Ξαπλώνω, ο Πέτρος ροχαλίζει.

Κλείνω τα μάτια.

Tess