Κλεψύδρα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Έρχεσαι στον κόσμο και κλαις. Ξυπνάς, ανοίγεις τα μάτια, άγνωστα πρόσωπα, μία καρδία που χτυπάει κάτι σου θυμίζει, ένα βλέμμα που ανυπομονεί να έρθεις κοντά του, μία αγκαλιά που σε ζεσταίνει. Κι είναι η πρώτη και μοναδική αγκαλιά που θα σε ζεστάνει.
Να μπουσουλήσεις, να περπατήσεις, να ακούς και να μην απομακρύνεσαι, να σε ακούν και να περιμένουν τις μαγικές σου λέξεις, να σε νανουρίζουν, να τους νανουρίζεις. Να ζητάς φαγητό, να διώχνεις φαγητό, να γελάς και να κάνεις τους άλλους να γελούν, να κλαις και να αγχώνονται, να πονάς και να πεθαίνουν στον πόνο.
Ζητάς παραπάνω πράγματα, παίρνεις λιγότερα. Ζητάς να ανέβεις στο δένδρο, φοβούνται να ανέβεις στο πλατύσκαλο. Ζητάς να παίξεις με τα ζωάκια, τρομάζουν στο τι μπορεί να κολλήσεις. Παρακαλάς για ένα παιχνίδι παραπάνω, σου κρύβουν ένα παιχνίδι περισσότερο. Κλαις για ένα γλυκό παραπάνω, σε ταΐζουν με το φαγητό που σιχαίνεσαι. Αναζητάς την αγκαλιά που κάποτε ήξερες, το βλέμμα που κάποτε σε τραβούσε και βρίσκεις μόνο κλειστά χέρια και κλειστά βλέφαρα.
Μεγαλώνεις στα έξω σου, μικραίνεις στα μέσα σου. Σε κοιτάνε κι είναι έτοιμοι να σου φορτώσουν οδηγίες, υποχρεώσεις, ευθύνες και φοβίες. Θες να βγεις έξω, να μυρίσεις να γευτείς, να απολαύσεις, να ματώσεις, να γδαρθείς, να τυφλωθείς. Όχι όμως, τα πρέπει μεγαλώνουν, πληθαίνουν, γίνονται χείμαρρος και σε παρασέρνουν. Τα πρωινά δεν σε ζεσταίνουν, σου υπενθυμίζουν τι δύσκολη που είναι η μέρα που έρχεται. Τα γλυκόλογα των μεγάλων γίνονται φωνές, γεμάτες αυστηρότητα και με σηκωμένα φρύδια.
Κι έρχεται η στιγμή που γίνεσαι κι εσύ μεγάλος, μπαίνεις κι εσύ στον ατελείωτο χορό των υποχρεώσεων και των παραχωρήσεων. Στην αρχή ήθελες να φτάνει το κεφάλι σου ψηλά, να πιάνεις το βάζο από το ράφι για να φας τη λιχουδιά που κρυβόταν μέσα. Τώρα όμως το σώμα σου ανέβηκε πολύ, τα πόδια σου είναι πιο μεγάλα αλλά δεν πατάνε σωστά στη γη. Τα χέρια σου μεγάλωσαν αλλά οι παλάμες σου έγιναν πιο κλειστές. Δεν ανοίγεις για να αγκαλιάσεις αλλά σφίγγεις για να μην ματώσεις.
Σφίγγεις για τις στιγμές που απογοητεύτηκες, που σου υποσχέθηκαν και δεν υποσχέθηκες, που αγωνιούσες κι αδιαφορούσαν, που έκλαψες και γελούσαν. Σου μοιάζουν όλα σαν ένα κουκλοθέατρο, μία παράσταση που κανένας δεν έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο κι όμως όλοι θέλουν από ένα χειροκρότημα. Να κρατάνε το λάβαρο ψηλά και να βγαίνουν πρώτοι. Εσένα δεν σε ενδιαφέρουν όμως οι δάφνες, προτιμάς να τρέχεις στην ανηφόρα και να απολαμβάνεις το κορμί σου που καίγεται για να φτάσει στο τέλος.

Τι; Αδιαφόρησες; πρέπει να είσαι εκεί δίπλα τους, να μιλάς σωστά, κόσμια, συμμαζεμένα, με το κεφάλι σκυφτό.
Τι; Πήρες πολύ αέρα; Πρέπει να είσαι απόμακρος, ευγενικός, να κοιτάς τη δουλειά σου, την αυλή σου, τη βολή σου.
Τι; Θες να τα κάψεις όλα και να κυνηγήσεις το όνειρό σου; Πρέπει να είσαι εδώ παρών, δίπλα στους δικούς σου, δίπλα στα θέλω τους, δίπλα στα πρέπει τους, στις επιθυμίες τους, στις ανάγκες τους.
Πόσες στιγμές έκλεισες τα μάτια, έβαλες τις παλάμες σου στ’ αυτιά και προσπάθησες να κλείσεις τους ήχους όλου του σπιτιού, όλου του τετραγώνου, όλου του κόσμου; Πόσες φορές έβαλες τ’ ακουστικά στ’ αυτιά ώστε μόνο η μουσική που μιλούσε κατευθείαν στην καρδιά σου, να είναι κι ο σύντροφός σου; Πόσες φορές έπιασες τα κάγκελα του μπαλκονιού, κοίταξες κάτω, χαμηλά, κι αναρωτήθηκες «Πόσο κοντά είναι αυτό το κράσπεδο;»

Ήθελες να γελάσεις, να κλάψεις, να αγγίξεις, να τρομάξεις, να πιάσεις τον αέρα και να τον μυρίσεις, να γευτείς το απαγορευμένο και να το κρύψεις, να απλώσεις την κουβέρτα σου και να αγκαλιάσεις. Όχι! Δεν είσαι καλά; Τι πάει να πει δεν είσαι καλά, εδώ τόσα προβλήματα έχει ο υπόλοιπος κόσμος. Πώς; Δε σου αρέσει η ζωή σου; Τι πάει να πει δε σου αρέσει, τα πάντα έχεις, οικογένεια, φίλους, παιδιά, πρόσωπα παντού, πρόσωπα που μιλάνε, πρόσωπα που δεν ακούνε.
Γιατί; Γιατί να θέλεις να απομακρυνθείς; Γιατί κλείνεσαι στον εαυτό σου;
Γιατί; Γιατί; Γιατί;

Να, δεν σου αρέσουν πως εξελίχθηκαν τα πράγματα; Πάρε μία κλεψύδρα. Μία μεγάλη, τεράστια, βαριά κλεψύδρα. Κοίτα πως πέφτει η άμμος, πόσο ομοιόμορφα κυλάει από την μία άκρη στην άλλη.
Θες να τα αλλάξεις; Θες να δώσεις μία στο τραπέζι και να το γυρίσεις ανάποδα; Θες να δώσεις μία στον τοίχο και να τον γκρεμίσεις και μετά να τον χτίζεις λιθαράκι λιθαράκι;
Θες το σώμα σου να μικρύνει, τα χέρια σου να μικρύνουν, η καρδιά σου να μικρύνει, το βλέμμα σου να μικρύνει και να ξαναδείς αυτά τα χέρια, αυτά τα μάτια, αυτό το ζεστό, απαίδευτο και χωρίς πόνο βλέμμα;
Πιάσε την κλεψύδρα και γύρνα την.
Γύρνα την.
ΓΥΡΝΑ ΤΗΝ!!!

«Μα πώς να χωρέσει ο χρόνος σε μία ευχή
Παράξενο παιχνίδι είναι η ζωή,
Την κλεψύδρα να γυρνούσα κι ό,τι βγει,
Αρκεί να ξαναρχίζαν όλα απ’ την αρχή».

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook