Κόκκινο-Μαύρο.

Κόκκινο, όπως το αίμα που κυλάει και φουσκώνει τις φλέβες των χεριών μου. Σαν σχοινιά μοιάζουν, που πάλλονται στους χτύπους της καρδιάς μου. Σχοινιά, που σχηματίζουν γεωφυσικούς χάρτες, όσο τα χρόνια περνάνε. Αυτά θα προδίδουν πάντα την ηλικία μου…
Κόκκινο, όπως το λατρεμένο μου κραγιόν. Εκείνο που με παρακαλούσες να φορέσω. “Για σένα φτιάχτηκε το χρώμα αυτό”, έλεγες και χαμογελούσα. Ώσπου ένα βράδυ με το πίσω μέρος της παλάμης μου το έσβησα. Και μαζί με το κοκκινάδι, έσβησα και τη θλίψη.
Κόκκινο, όπως το μικρό σακατεμένο αυτοκίνητό μου. Αυτό που “τραυμάτισα” βαθουλώνοντας την πίσω αριστερή πόρτα του, κουρασμένη μετά από μια νυχτερινή βάρδια. Κακία δεν μου κράτησε, που δεν μπόρεσα ποτέ να επανορθώσω. Ακόμα στωικά με υπομένει. Τα άψυχα αγαπάνε με μια αλλόκοτη, αλτρουιστική αγάπη.
Κόκκινο, όπως τα κεράσια και οι φράουλες. Άνοιξη μυρίζει το κόκκινο και ας θέλουν με το ζόρι να βάψουν κόκκινο τον χειμώνα. Άνοιξη και γλυκόξινες γεύσεις. Στην ίδια παρτίδα είτε πολύ γλυκά, είτε απόλυτα ξινά. Ποτέ κάτι ενδιάμεσο. Μεσοβέζικα πράγματα δεν χωράνε στο κόκκινο.
Κόκκινο, όπως το κόκκινο κρασί που αφήνει ανεξίτηλους λεκέδες στη ψυχή. Μην τους τρίβεις ανόητη! Κάποιους λεκέδες, όσο τους τρίβεις, το μόνο που καταφέρνεις είναι να τους απλώνεις.
Κόκκινο, όπως το στυλό του καθηγητή μου στα φιλολογικά. Εκείνου που κάτω από κάθε έκθεση, μου έγραφε ένα τεράστιο “λογοτεχνίζεις”. Και πλήγωναν τα κοκκινάδια του γιατί δεν καταλάβαινε πως ήταν πάνω από μένα. Μέσα σε μένα.
Κόκκινο, όπως το μικρό λαμπάκι στις ηλεκτρικές συσκευές που δείχνει πως κοιμούνται, ενώ ακόμα ρεύμα τρέχει στα καλώδιά τους. Τίποτα δεν κοιμάται και ποτέ. Ακόμα και εσύ, νομίζεις πως κοιμάσαι. Νομίζεις πως το ταλαίπωρο κορμί σου αναπληρώνει ενέργεια. Ακόμα και τότε δουλεύει ακατάπαυστα, απλά εν αγνοία σου.
Κόκκινο, όπως τα αγαπημένα μου λουστρίνια με τις μπαρέτες. Εκείνα που σαν παιδί λάτρευα, γιατί νόμιζα πως θα με πάνε κοντά στον μάγο του Οζ. Κάνε ησυχία και θα ακούσεις τον μαγικό τους ήχο πάνω στο γυαλισμένο μωσαϊκό.
Κόκκινο, όπως τα πάθη, που γίνονται λάθη και ξανά πάθη. Φαύλος κύκλος αυτός. Ένας κόκκινος υπέροχος κύκλος…

Μαύρο, όπως τα μαλλιά της μάνας μου. Ένα έβενος τόσο οικείο, που ο χρόνος ακόμα παλεύει να μολύνει. Πόσο θα καταφέρνει να αντιστέκεται άραγε; Δεν μετριέται η σοφία στα άσπρα μαλλιά. Μετριέται στα μαύρα κατακάθια.
Μαύρο, όπως οι νύχτες χωρίς φεγγάρι μακριά από την πόλη. Τόσα χρόνια μακριά από την πόλη και ακόμα εντυπωσιάζομαι από τους νεκρούς πλανήτες, που σαν απόηχος φτάνουν στον αμφιβληστροειδή μου. Ταχύτητα του φωτός και μην ξεχνάς να κάνεις μια πεθαμένη ευχή, αν βρεθείς ετεροχρονισμένος μάρτυρας του θανάτου.
Μαύρο, όπως οι σκέψεις μου κάποιες φορές. Δεν σας φοβάμαι πλέον και ας είσαστε κατράμι. Εσείς με μάθατε να κολυμπάω. Εσείς δυναμώσατε τα πνευμόνια μου.
Μαύρο, όπως το μελάνι που χύνει η ψυχή μου και φτιάχνει ιστορίες. Αυτό ακόμα να μάθω να μην το φοβάμαι… Θεριό γίνεται και ξεσκίζει τις σάρκες μου. Χρόνια παλεύω να το εξοντώσω και αυτό όλο και δυναμώνει. Λάγνα με κοιτάζει και γελάει μαζί μου. Που θα μου πας! Θα σε ημερέψω!
Μαύρο, όπως το αγαπημένο μου φόρεμα. Εκείνο που ποτέ δεν με πρόδωσε, που ποτέ δεν μου έριξε μαύρο. Που με αγκάλιασε τρυφερά, κάνοντας τις ατέλειές μου να πονάνε λιγότερο. Σε ευχαρίστησα ποτέ αρκετά για αυτή την αγκαλιά, που τόσο ανάγκη την έχω;
Μαύρο, όπως η κάπνα από το τσιγάρο μου στο τασάκι. Βρωμερή και παρηγορητική συνάμα. Συντροφιά μου, που με σκοτώνεις, που βάφεις εκτός από τα δάχτυλα μου με μαύρο και το μέσα μου. Που ναρκώνεις την τρέλα μου και την κάνεις πιο υποφερτή.
Μαύρο, όπως η μικρή ελιά στον λαιμό μου. Η μόνη απ’ όλα μου τα σημάδια, που τελικά αγάπησα. Εκείνη που κάποτε θέλησα να κρύψω με κονσίλερ. Λες και μπορεί να κρύψει τίποτα το ρημάδι το κονσίλερ.
Μαύρο, όπως τα πλήκτρα του πιάνου. Εκείνα που της “πουλούσε” στην ταινία, με αντάλλαγμα την αγάπη της. Της τα χάρισε στο τέλος… Δεν εκβιάζεται το συναίσθημα, δεν εξαγοράζεται.
Μαύρο, όπως το πένθος που πλακώνει τους ανθρώπους και τους θυμίζει πως είναι ακόμα ζωντανοί. Βαρύ και ασήκωτο το σκέπασμα αυτό. Ένα σκέπασμα που πληγώνει και ζεσταίνει.
Κόκκινο ή Μαύρο;
Επιλογή ή τυχαιότητα; Δεν βιάζομαι… Ποντάρω πολλά, ποντάρω τα πάντα. Και μοιάζει η μεταλλική μπαλίτσα σαν σφαίρα σε όπλο. Έτοιμη να φύγει από το χέρι Εκείνου και κόντρα στη ροή, να κυνηγήσει το άπιαστο. Όλα σε μια ριξιά. Όλα κάτω από χλωμό φως μιας ικτερικής λάμπας. Η ζωή μου ολάκερη κάποιες περιστροφές γύρω από τον ήλιο. Η ζωή μου ολάκερη αριθμημένες ανάσες. Η ζωή μου ολάκερη σε κόκκινο και μαύρο. Και ζυγισμένο απόλυτα το τραπέζι με την πράσινη τσόχα, να μην παίρνει την παραμικρή παρασπονδία. Και ούτε λίγος μαγνήτης εντός μου να βοηθήσει την κατάσταση.
“Όχι άλλα στοιχήματα!”, φωνάζει ο κρουπιέρης της ζωής. Και τρέχει η μεταλλική μπαλίτσα ανάμεσα σε κόκκινα και μαύρα νούμερα, λαχανιασμένη. Όσες πιθανότητες έχει να σταματήσει σε κόκκινο, άλλες τόσες έχει να σταματήσει σε μαύρο. Πόσο σίγουρος είσαι, πως ξέρεις που θέλεις να κάτσει; Τι φοβάσαι περισσότερο; Τι σε τρομάζει; Μην βιαστείς να απαντήσεις… Έχεις ακόμα λίγο χρόνο.

Λίγο όμως, να το θυμάσαι.