Κρέμα προσώπου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Γεννήθηκα στην Αθήνα, αστική οικογένεια – δε μου έλειψε τίποτα ως παιδί. Σπούδασα, δούλεψα, έκανα οικογένεια. Όλα ήταν σχετικά καλά. Υπερβολικά πολλά χρήματα για τον εαυτό μου δεν μπορούσα να διαθέσω, όμως δεν ένιωσα πως στερούμαι κι όλας. Πρώτα οι ανάγκες της οικογένειας και μετά αν περίσσευαν χρήματα αγόραζα πράγματα και για μένα, ρούχα, καλλυντικά, κομμωτήριο. Όχι πάντα, και όχι όλα όσα ήθελα, αλλά δεν είχα παράπονο.

Μετά, ήρθε η κρίση. Ο σύζυγος είχε δική του επιχείρηση που έκλεισε. Εγώ, που ούτως ή άλλως λόγω παιδιών δούλευα part-time, κέρδιζα πια ψίχουλα από τη δουλειά μου. Μας συντηρούσαν οι δικοί μου και εκείνοι πια με το ζόρι, γιατί στην ίδια κατάσταση με εμάς ήταν και τ’ αδέρφια μου και έπρεπε να βοηθάνε κι εκεί.

Όπως σχεδόν όλοι, έτσι και εμείς, βρεθήκαμε να χρωστάμε κάρτες και δάνεια, να είμαστε συνέχεια μείον, ψάχναμε για δουλειά, ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ δουλειά και ταυτόχρονα μειώναμε όλα μας τα έξοδα. Τέλος οι εξωσχολικές δραστηριότητες των παιδιών, τέλος οι ταβέρνες και οι καφέδες, τέλος τα προσωπικά μας έξοδα. Ο σύζυγος έκοψε το κάπνισμα. Εγώ έκοψα το κομμωτήριο, τις αγορές ρούχων, τα καλλυντικά, τα νύχια. Εδώ δεν είχαμε λεφτά να στείλουμε το παιδί στην εκδρομή του σχολείου του, το κομμωτήριο θα κοίταζα;

Κι έτσι περνούσε ο καιρός. Μίζερα. Αγχωτικά.

Μία μέρα, μια φίλη μου είπε πως μια συνάδελφος της ψάχνει baby sitter για το 4 χρονών παιδάκι της. Τα χρήματα καλά και το σπίτι κοντά στο δικό μου. Πήγα, άρεσα στη μητέρα, με προσέλαβε.

Η δουλειά δεν ήταν εύκολη. Πολλές οι ώρες, το παιδάκι πολύ δύσκολο, μοναχοπαίδι, μεγαλωμένο από νταντάδες, πάθαινε συνέχεια κρίσεις όταν δεν του έκανες το χατίρι, κοπανιόταν, σε χτύπαγε, έκανε κακό στον εαυτό του. Η μάνα απαιτούσε να του κάνουμε όλα τα χατίρια, δεν μπορούσε να κατανοήσει πως με το να κάνεις όλα όσα ήθελε το παιδί, ουσιαστικά το καταστρέφεις. Τον πρώτο χρόνο προσπάθησα να της εξηγήσω, έπεσα σε τοίχο, ήταν σαφής πως με πλήρωνε όχι για να της πω πως να μεγαλώσει το παιδί της, αλλά για να το προσέχω όσο λείπει. Πάσο, λοιπόν. Από ένα διάστημα και μετά, έκανα απλά όλα τα χατίρια του παιδιού, προσέχοντας απλά να μην κάνει κακό στον εαυτό του και βρω κάνα μπελά, και όσο μπορούσα προσπαθούσα να αποφύγω τα χτυπήματα του (όχι εύκολο αυτό).

Η μάνα ήταν πολύ ευκατάστατη. Πέρα από αυτό, δούλευε σε μια μεγάλη εταιρία με καλλυντικά. Τα μπάνια του σπιτιού ήταν γεμάτα προϊόντα μακιγιάζ, ότι πιο ακριβό, ότι πιο καινούριο υπήρχε. Παντού υπήρχαν κουτιά με σφραγισμένες συσκευασίες από κρέμες, κραγιόν, μέηκ απ, αρώματα. Δεκάδες κουτιά, στοιβαγμένα στα μπάνια, αχρησιμοποίητα, ξεχασμένα.

Ένα μεσημέρι που το παιδί κοιμόταν στο κρεβάτι της μητέρας του, μπήκα στο μπάνιο του δωματίου της για να μην χρειαστεί να πάω στο μπάνιο των ξένων και βγω από το υπνοδωμάτιο και αφήσω το παιδί μόνο του – αν ξυπνούσε και δεν με έβλεπε ήταν ικανό να αρχίσει να ουρλιάζει και να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο. Μπήκα στο μπάνιο της και έπλυνα το πρόσωπο μου, και μετά έμεινα να περιεργάζομαι τον πάγκο με τα καλλυντικά της. Άπειρα. Τα πιο ακριβά. Τα πιο εξεζητημένα.

Φορούσα στο πρόσωπο μου μία πούδρα που είχα πάρει από σούπερ μάρκετ, είχε κοστίσει 4μιση ευρώ. Έκανε το πρόσωπο μου να φαίνεται γέρικο, μου δημιουργούσε ερεθισμό και σπυράκια. Το κραγιόν που είχα στο σπίτι, το έβαζα πια με το δάχτυλο, είχε μείνει μόνο λίγο, η μάσκαρα είχε παλιώσει τόσο που αν έβαζα ποτέ, μου έκανε τις βλεφαρίδες κόμπο.

Άπλωσα το χέρι μου και χάιδεψα τις συσκευασίες των καλλυντικών. Ένιωσα όπως παλιά που είχα χρήματα και πήγαινα σε μεγάλα καταστήματα και αγόραζα ότι ήθελα.

Είχε τόσα πολλά.

Κάτω από τον πάγκο με τον καθρέφτη είχε ντουλάπια, άνοιξα ένα. Είχε ένα καλάθι, γεμάτο με σφραγισμένες συσκευασίες κρέμες προσώπου, αντιγηραντικές και σέρουμ. Τράβηξα ένα, από τον πάτο του καλαθιού. Το έβαλα κάτω από τη μπλούζα μου, το σπίτι είχε κάμερες παντού, εκτός από τα μπάνια. Βγήκα και προσεκτικά πήγα στην τσάντα μου και το έριξα μέσα. Γύρισα στο παιδί.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν μαρτυρικές. Κάθε μέρα σκεφτόμουν πως θα μου πει πως το ήξερε ότι της είχα κλέψει την κρέμα. Αλήθεια δεν είχε κάμερες στο μπάνιο; Κι αν είχε; Την συσκευασία στο σπίτι μου, δεν την άνοιξα ποτέ, τη μισούσα, ήθελα να την επιστρέψω αλλά φοβόμουν πως θα το καταλάβαιναν.

Μία μέρα όσο ήμουν στο σπίτι με το παιδί, με πήρε τηλέφωνο η μάνα. Ήθελε λέει να την περιμένω, να μου μιλήσει. Παραλίγο να λιποθυμήσω. Νόμιζα πως θα πεθάνω. Σκεφτόμουν πως θα τα πει όλα στον άντρα μου, στους δικούς μου, θα βγάλει βρώμα στη γειτονιά πως είμαι κλέφτρα, θα το μάθουν οι γονείς των συμμαθητών των παιδιών μου. Μπήκα στο μπάνιο 2 φορές κι έκανα εμετό από το άγχος μου.

Όταν ήρθε, μου είπε με αυστηρό ύφος πως δεν θέλει να συνεχίσουμε άλλο, επειδή δεν μαθαίνω λέει τίποτα στο παιδί της και απλά κάθομαι εκεί και δεν κάνουμε δραστηριότητες. Θα μπορούσα να της εξηγήσω πως το παιδί δεν δέχεται να κάνει τίποτα και αν του πρότεινες να κάνει οτιδήποτε, απλά χτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο. Θα μπορούσα να της πω, πως το παιδί χρειάζεται παιδαγωγό ειδικής αγωγής, αλλά δεν το έκανα. Την ευχαρίστησα και έφυγα.

Στο δρόμο έκλαιγα από ανακούφιση.

Έχουν περάσει 2μιση χρόνια. Ακόμα δεν έχω ανοίξει τη συσκευασία που έκλεψα.

 

Ανώνυμη

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook