“Κρίση, με πιάνει κρίσηηη, κι όταν με πιάσει δεν μπορεί ένας ολόκληρος στρατός να με κρατήσει”, τραγουδά ο Μακρόπουλος στη μέση της λουλουδιασμένης πίστας και μια νέα ομοβροντία γαρίφαλων μαζί με καλαθάκια κι ενίοτε την ίδια τη λουλουδού, εκτοξεύεται προς την πίστα από τους θαμώνες σε μέθεξη.

Κάπου κει μπροστά, πρώτα τραπέζια πίστα κάθεσαι και συ, με τα ουίσκια και τα ξηροκάρπια σου ανακατωμένα με το μαδημένο γαρίφαλο. Φοράς τα σέα σου και τα μέα σου, έχεις κάνει μακιγιάζ στούκο βενετσάνο και ρουφάς το τσιγάρο σου με ύφος μπλαζέ. Είναι καμιά δεκαριά και βάλε χρόνια πριν, τότε που οι μπουζουκλερί δουλεύαν κατάμεστες και καθημερινές και συ δε βγαίνεις ΣΚ όπως ο λαουτζίκος. Εσύ είσαι γκόμενα ψαγμένη και Ρίο-Μάρε, τρυφερή σα την καρδιά ενός μαρουλιού.

Η λέξη κρίση δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο σου, παρά μόνο στα στίχια του λαικού σουξέ και για να περιγράψει αυτό που σε πιάνει λίγες ώρες πριν μπροστά στην ντουλάπα σου, προσπαθώντας να αποφασίσεις με πιο ανσάμπλ θα καταπλήξεις τα πλήθη. Το ντεκολτέ σου αβυσσαλέο άλλα η βαρύτητα δεν έχει πλήξει ακόμη το μπούστο σου. Το 12ποντο, καλογυαλισμένο στιλέτο σου, σου δίνει κορμοστασιά Αφρικανικής γαζέλας όσο στέκεσαι και κολάζει άγιο καθώς σταυρώνεις τις γάμπες σου κάτω από το τραπέζι. Βάρδα μη σε πιάσει κατούρημα όμως και στο ταξίδι για την τουαλέτα, τρεκλίσεις σα να περνάς την Φαλκονέρα.

Πίνεις κι επιδίδεσαι σε λουλουδοπόλεμο με τα δίπλα τραπέζια. Δε σκέφτεσαι αηδίες όπως το πρωινό ξύπνημα ή την λυπητερή. Έχεις νιάτα και φράγκα. Με 2 εσπρεσάκια ξεροσφύρι θα πας για δουλειά και το πολύ πολύ να ξεραθείς και κάνα 10λεπτο πίσω από την 20αρα όθονη σου, πίσω απ την κλειστή πόρτα του γραφείου σου. Γιατί έχεις ΔΙΚΟ ΣΟΥ γραφείο, αμ τί νόμισες;

Κι έχεις και φράγκα στο Σβαροφσκένιο κλατς σου. Κι αν δεν έχεις, χέστηκες γιατί το φυσάει η μοσχαροκεφαλή που σε συνοδεύει και που πετάει αβέρτα τα 50ευρα, ευελπιστώντας ότι θα του κάτσεις. Αλλά ο Σαλονικιός, φιλλλαράκι, σερβίρει μόνο πατσά, κοτόσουπα και βραστό… την γλαρόσουπα δεν την έχει βάλει στο μενού.

Και δεν ξέρεις τι πα να πει κρίση. Ούτε τον ΓΑΠ στο Καστελόριζο να σου λέει με την ηλίθια μουτσούνα του “Λεφτά υπάρχουν’. Ναν καλά τα μισθά σου από την πολυεθνική και το διαμερισματάκι, γονική παροχή απ τον πατέρα σου, που πληρώνει τα γούστα σου.

Και γλεντοκοπάς και πίνεις και μεθάς. Και γυρνάς σπίτι το ξημέρωμα και βυθίζεσαι σ’ ένα βαρύ κι αβασάνιστο ύπνο.

Και ξυπνάς… 10 και βάλε χρόνια μετά, λες και σ’ έχει χτυπήσει η βαριοπούλα του Καραβάγγου στο στέρνο. Προσπαθείς να αναπνεύσεις και κάνεις σα πανικόβλητος ροφός που χει βραχώσει σε καρτέρι ψαροντουφεκά. Κρύος ιδρώτας έχει λούσει το κορμί και τα σεντόνια σου και οι σφυγμοί σου θα μπορούσαν να ναι beat σε κομμάτι psychedelic trance.

‘Κρίση πανικού” σκέφτεσαι αστραπιαία μες τη θολούρα σου και κάνεις ν’ αρπάξεις το εισπνεόμενο, μόνιμο κάτοικο πια του κομοδίνου σου. Με 3-4 ψεκασμούς, καταφέρνεις να ανοίξεις τους αεραγωγούς σου και με 13 βήματα φαλκονερίσια, να φτάσεις στο ντουλαπάκι με τα φάρμακα. Η ροζ φίλη σου είναι εκεί και συ κλείνει το μάτι..’φάε με’! Το πετάς κατευθείαν οισοφάγο και πίνεις και λίγο νερό απ΄ τη βρύση, βρέχοντας τις μπαμπακερές, ντεκαβλέ πιτζάμες σου. Κατευθύνεσαι στην κουζίνα σε αναζήτηση χαρτοσακούλας για να κάνεις τις εισπνοές σου, μα δεν είσαι στο Μανχάταν, σ’ ένα προάστιο του Πειραιά είσαι καημένη και μέχρι να φουσκώσεις τη σακούλα του Σκλαβενίτη, θα χεις σκάσει σα μπαλόνι.

Η σκέψη να πας νοσοκομείο, περνά φευγαλέα από το μυαλό σου. 5 λεπτά με αυτοκίνητο ή ταξί. Αλλά ντεν έκεις αυτοκίνητο καρντιά μου και το ταξί θέλει τουλάχιστον 5 ευρώ, τα οποία, επίσης, ντεν έκεις. Δεν έχεις τόπο, ούτε ελπίδα, δε θα σε κλάψει καμιά πατρίδα. Μακαρίζεις την τύχη σου για το εξοπλισμένο, σε ηρεμιστικά, φαρμακείο σου κι αράζεις καναπέ μέχρι να στα σκάσει η Ροζαλίντα.

‘Ώχου, που να τρέχεις νυχτιάτικο αφού το ξέρεις το ντριλ’ ξανασκέφτεσαι. Αφού οι κρίσεις πανικού είναι φίλες σου ψωμοαλατισμένες, απόγονοι της γνωστής οικογενείας των άλλων κρίσεων: οικονομικής, ταυτότητας, ηλικίας και ούτω καθεξής. Αφού σε έχουν πάρει όλες φαλάγγι, μάνα μου, καιρό τώρα. Πρώτα ήρθε η οικονομική κι έγινες από Δημαρ-χέσεμεσα, κλητήρας. Μετά ήρθε αυτή της ταυτότητας και τα ‘σπασες όλα για να τα ξαναρίξεις. Παράπλευρη απώλεια κι ο γάμος σου, θύμα της κρίσης συνείδησης αυτός. Μετά ήρθε καπάκι κι η κρίση ηλικίας, όταν καβατζάρησες τα δεύτερα -άντα κι είδες το σύμπαν να παίρνει την κατιούσα. Λίγο γεροντόπαχα, λίγο πρεσβυωπία, λίγο Αλτσχάιμερ, λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και μήπως σας βρίσκεται κάνα καλό αγόρι γιατί έχει ωραίο ταινιάκι στο Star και που να βγαίνουμε Σαββατόβραδο?

Κι ειν΄κι αυτή η ρημάδα η κρίση ειλικρίνειας… ακόμη να το μάθεις το μάθημα σου κουκλίτσα μου; Τι το ανοίγεις κι αρχίζεις τα κατά ριπάς με μυδραλιοβόλο σε ανθρωπάκια που σωριάζονται με σφεντόνα; Βούλωσε το, να πάρει η ευχή να πάρει γιατί στο τέλος δε θα μείνει κολυμπηθρόξυλο! Θα λακίσουν όλοι και θα μείνεις αγκαζέ και πλάι-πλάι με τις κρίσεις σου, ωσότου να ‘ρθει η Ημέρα της Κρίσης (ευλόγησον).

Τι, στ’ αρχίδια σου;;; Έτσι είσαι εσύ και από δω παν και οι άλλοι;;; Α ώστε έτσι! Μάλιστα… είσαι σίγουρα σε κρίση, δεν εξηγείται αλλιώς! Αυτή η κρίση όμως ξεχωρίζει την ήρα απ’ το στάχυ, όπως έλεγε η σχωρεμένη η γιαγιάκα σου. Αυτή η ίδια κρίση που οφείλει να κατσικωθεί στο βασανισμένο σου μυαλό και κορμί, ώστε να γίνει σιγά-σιγά το απαραίτητο ξεσκαρτάρισμα.

Αυτό που οφείλεις, πάνω και πέρα απ΄ όλα, στον ίδιο σου τον εαυτό. Κι όταν θα γίνουν οι κρίσεις (βλέπε Ένοπλες Δυνάμεις), τότε και μόνο τότε θα κάτσουν στο θρόνο αυτοί με πλάκα τα γαλόνια. Και η πλέμπα θα πάει εκεί που δικαιωματικά ανήκει, στον αγύριστο.

Γι’ αυτό αγάπα την κρίση σου κορίτσι μου. Αγκάλιασε την, δως της ένα Ζαναξάκι και λίγο νερό. Γούσταρε την φτώχεια την καταραμένη σου γιατί αυτή είναι που κάνει το κάτι διαφορετικό, το κάτι παραπάνω να αξίζει. Αγάπα τα χρόνια σου και την σοφία που σε έχουν γεμίσει κι ας μη μπορείς να δεις το είδωλο σου στον καθρέφτη, πατσές και αστιγματισμός σημειώσατε Χ.

Κι αν ώρες – ώρες λυγάς από το βάρος, αναθάρρησε. Κρίση είναι, θα περάσει.

 

Ραβανί