Κροατία

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Πρόγραμμα ανταλλαγής μεταπτυχιακών φοιτητών, Ντουμπρόβνικ – Κροατία

Όπου σκας μύτη εσύ το άκυρο Ελληνάκι ξέρωγω, από τα βάθη της εξωτικής Κυψέλης, ιθαγενής πλατείας Κανάρη ,με τσαμπουκά και ύφος και all star και bag pack να κατακτήσεις τη δαλματική γη.

Προσαρμόζεσαι γρήγορα, παίζει αρκετός φοιτητόκοσμος από τα 4 σημεία του πλανήτη, αλλά δεν μασάς, κάνεις παρέα με πολλούς.

3η εβδομάδα παραμονής, κανονίζεται εκδρομούλα
Εννοείται είσαι μέσα
ΒΑΡΑΖΝΤΙΝ…. η παλιά πόλη, από τα πιο όμορφα μέρη να δει κανείς στην χώρα.

Προοπτική για να μείνετε 3ήμερο, έξοδα πληρωμένα – δωράκι από το πανεπιστήμιο με μόνη υποχρέωση να συμμετέχετε στο ετήσιο πολιτιστικό φεστιβάλ της πόλης και να προωθήσετε ως διεθνείς φοιτητές , το κύρος της σχολής μπλα μπλα μπλα.
Extra Bonus η δυνατότητα να παρακολουθήσεις το Spancir Fest απίστευτες συναυλίες από κορυφαίους διεθνείς μουσικούς.

Μια μέρα πριν αναχωρήσετε, σου σφυρίζουν πως πρέπει να πάρεις και καλά ρούχα μαζί, η παρουσίαση του προγράμματος της σχολής στην οποία πρέπει να παρευρεθείτε, το απαιτεί – και οκ, μην πας με σκισμένο τζιν κ βρώμικα all star, δε λέει…

Χώνεις μια μαύρη μακριά φούστα στην τσάντα, ένα λευκό μπλουζάκι τιραντάκι κι ένα μαύρο κοντό ζακετάκι μπολερό και εύχεσαι να μην βρωμάς πολύ έντονα κυψελίλα αναπνέοντας τον ίδιο αέρα με την αριστοκρατία που παίρνει ανάσες βορειοανατολικά της Αδριατικής…

Παπούτσια ;
Βγαίνεις μια βόλτα στα μαγαζιά, σκατά – όλα πανάκριβα και ούτε καν του γούστου σου. Απογοητευμένη μπαίνεις σε ένα πολυκατάστημα και σχεδόν στην τύχη αγοράζεις ένα ζευγάρι πέδιλα με μπαρέτα, και 8ποντο τακούνι. Ξέροντας πως και 8 πόντοι για σένα την άχρηστη είναι πολλοί, εύχεσαι να μην υπάρχουν κάμερες τριγύρω να καταγράψουν τις θεϊκές σου πτώσεις

Φτάνοντας στο Βαραζντιν, κοιτάς σα χαμένο.
Πόλη καρτ-ποστάλ, επιβλητική , μαγική

ΓΟΥ-Α-ΟΥ σκέφτεσαι “σίγουρα δεν περπατάω στη Δροσοπούλου αυτή τη στιγμή”

Η πρώτη μέρα κυλάει με βόλτες, γνωριμίες με φοιτητές από άλλα πανεπιστήμια και πολύ μουσική από την συναυλία. Είσαι το μόνο Ελληνάκι άλλα δεν τρέχει τίποτα, μια χαρά κολλάς με τα άλλα παιδιά ως συνήθως, κυρίως με τα παλαβά τα Ιταλάκια και τα all time classic πανηγύρια της Ευρώπης, τους Ιρλανδούς. Όλα καλά

(μέχρι στιγμής)

Η δεύτερη μέρα είναι η μέρα που πρέπει να φορέσετε τα καλά σας και να προωθήσετε το προ’ι’όν σας, ‘εδώ το καλό πανεπιστήμιο πάρε πάρε έέέέέλα πάρε πάρε’
οκ μικρό τίμημα για το γαμάτο τριήμερο που σας προσφέρεται.

Όλα εξελίσσονται ομαλά, η ενημέρωση των επισκεπτών τελείωσε και εσύ κατάφερες να ανταποκριθείς εξαιρετικά, ούτε μία φορά δεν έπεσες από τα 8ποντα, οπότε κάνεις κρυφό χάι5 στον εαυτό σου.

Ένας από τους καθηγητές του πανεπιστημίου, ο υπεύθυνος του τμήματος σου συγκεκριμένα, προτείνει στην ομάδα σου να πάτε όλοι μαζί για φαγητό και αναλαμβάνει να σας οδηγήσει στο Petkovic, σε ένα κάστρο γοτθικού ρυθμού που λειτουργεί και ως χώρος αναψυχής, 20 λεπτά απόσταση από την πόλη.

Το ταξί σας αφήνει στην πύλη του κάστρου. ΟΚ βαρύ κτίριο. Μουντό. Φτιαγμένο από πέτρα και σίδερο. Αντιπροσωπευτικό του καιρού του, μαντεύεις κάπου στον 17ο αιώνα. Δεν φαίνεται να καλοδέχεται επισκέπτες το κάστρο, δεν μοιάζει φιλικό προς τους τουρίστες. Εκπλήσσεσαι που ο καθηγητής διαβεβαιώνει πως το φαγητό στο εστιατόριο του ισογείου είναι καταπληκτικό, βασικά κυρίως εκπλήσσεσαι που υπάρχει εστιατόριο, πιο πιθανό θα σου φαινόταν αν σου έλεγαν πως εδώ υπάρχει δράκος που τρώει κακά Ελληνάκια.

Με το που πάτησες το πόδι σου μέσα στο κτίριο, το δάγκωσες!
25 βαθμοί έξω, λιγότερο απο 15 ένιωσες καθώς περπατούσες στον προθάλαμο που οδηγεί σε μία από τις αίθουσες του ισογείου. Σαν μοναστήρι ήταν εκεί. Οκ ίσως και σαν φυλακή. Δεν έχεις μπει ποτέ (ακόμα) σε μεσαιωνική φυλακή, αλλά δεν φαντάζεσαι πως ένα ευρύχωρο μπουντρούμι θα διέφερε πολύ από τούτες εδώ τις αίθουσες.

Οι υπόλοιποι της παρέας βέβαια, εκστασιασμένοι! “ω τι υπέροχο κάστρο, πόσο γραφικό, τι σπουδαία πολιτισμική κληρονομιά και εξσκουιζιτ και μαγκνιφισεντ” και τέτοια …

“Ελάτε να δείτε Παρθενώνα ρε ΙΝΔΙΚΑ ΧΟΙΡΙΔΙΑ , και μιλάτε μετά για πολιτισμική κληρονομιά!! ούγκανα της μεσοευρώπης!!!! ” – θες να βροντοφωνάξεις, ξεχειλίζοντας εθνική υπερηφάνεια, έτσι στο άκυρο και χωρίς κανένα λογο, λες και σου υποτίμησε κανεις τον Παρθενώνα σου -αλλά έτσι είναι ο Έλληνας, πάντα όταν πεινάει κάποιος του φταίει, εν προκειμένω ο κόσμος που θαύμαζε (και όχι άδικα) το μεσαιωνικό κροατικό κάστρο!

Δέκα – δώδεκα τραπέζια το πολύ, σε μία κλειστοφοβική αίθουσα στα δεξιά της κεντρικής αίθουσας του ισογείου, κατεβαίνοντας λίγα σκαλιά -ας πούμε ημι-υπόγειο.

Ειλικρινά σε ξεπερνάει πως γι αυτό εδώ το μικρό εστιατόριο, γίνεται πανικός όπως μαθαίνεις και κόσμος προσπαθεί για εβδομάδες να κλείσει τραπέζι ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΟΙ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΚΡΟΑΤΕΣ. Σας βάζουν να καθίσετε πάνω σε κάτι άβολες σιδερένιες στενές καρέκλες , τα κωλομέρια υποφέρουν κ το υπερήφανο ελληνικό ξιγκάκι στα μπουτάκια σου δεν το εκτιμάει καθόλου!!

Δεν ξέρεις την τύφλα σου από κροατικά και σιγά μην μετέφραζαν το μενού στα αγγλικά τα σοβινιστικά καθίκια, οπότε κάνεις την πείνα σου φιλότιμο και πέφτεις στην ανάγκη του Γερμανού συμφοιτητή σου, που κάθεται δίπλα σου και υποστηρίζει πως κάτι ψιλοσκαμπάζει από τη γλώσσα και θέλοντας να σου πουλήσει μούρη μπας και του κάτσεις , αναλαμβάνει να παραγγείλει και για τους δυό σας, απλώνοντας ταυτόχρονα τη χερούκλα του στους ώμους σου , “ώπαααα ώπαααα φιλαράκι θα στο ξεράνω” σκέφτεσαι και του χαμογελάς γλυκά ενώ τινάζεις με θηλυκότητα το κορμί σου για να πέσει το χέρι του, σαν τον τικ του Μητσοτάκη στο πιο θρας μέταλ όμως…

Έρχεται το φαγητό, ο Άλμπερτ έχει παραγγείλει ΖΑΡΚΑΔΙ τελικά, “γιααααααα γιααααααααααα ιστ γκουυυυυντ ντιρρρ για!!!!!!” λέει όλο περηφάνια για το καραμελωμένο πτώμα μπροστά του, του εξηγείς σε άπταιστα αγγλικά “ΦΙΛΕ, ΔΕ ΓΑΜΑΣ ΕΤΣΙ”
Όλοι στο τραπέζι έχουν παραγγείλει κάτι αντίστοιχο, ζαρκάδια, ελάφια, βίσονες, – κανάς μονόκερος λείπει, κανάς βίκινγκ και η θεια σου που ο άντρας της φασώθηκε με την au pair μόνο αυτά τα είδη με κέρατα δεν σερβιρίστηκαν.

Ούτε μια πατατούλα ρε φίλε!!!! Ούτε λίγο ψωμάκι!! Μόνο πτώματα, και οκ δεν σε λες και βίγκαν, έχεις θυσιάσει στον Οντίν άπειρα πιτόγυρα, αυτό όμως ξεπερνάει τα όρια σου, Bambi δεν έφαγες και δεν πρόκειται να φας ποτέ στη ζωή σου, ΤΕΛΟΣ και πολλά είπαμε.

Κλείνεις μάτια και κατεβάζεις καντήλια σιωπηλά. Και κρυώνεις. Και θα μείνεις νηστική. Και ο Άλμπερτ έχει γίνει στενός κορσές.

ΚΑΙ ΚΑΤΟΥΡΙΕΣΑΙ

Πρόμπλεμ είναι αυτό τώρα. Για τους εξής λόγους, πρώτον το φαι μεν δεν τρώγεται, το κρασί δε, πίνεται μια χαρά… Είσαι στο 3ο ποτήρι και όντας θεονήστικη όλη μέρα, ένα ώπα έχεις αρχίσει να το νιώθεις. Δεύτερον, η φήμη σου περί κακού προσανατολισμού ξεπερνάει τα στενά όρια του μικρού μας γαλαξία.

Όμως ΠΡΕΠΕΙ να πας… like, ΠΡΕΠΕΙ ΟΜΩΣ!! Αν σου πατήσει κανείς την κοιλιά , θα αρχίσει να αναβλύζει δαλματικός οίνος απ τα αυτιά σου, εκεί έχει φτάσει η φούσκα σου, το 94% του σώματος σου είναι αυτή τη στιγμή τσίσα.

Σηκώνεσαι με χάρη, παρασύροντας το τραπεζομάντιλο ασφαλώς, στον αέρα πιάνει ο Άλμπερτ το ζαρκάδι του, νταξ τυχερός είσαι σκέφτεσαι, δεν θα πηδήξεις που δεν θα πηδήξεις απόψε, μη μείνεις και νηστικός… “Γουερ γιου γκόινγκ μπειμπί” ρωτάει με οξφορδιανή προφορά νταουντάουν Ντίσελντορφ , “τσιςς” του απαντάς εσύ ΕΛΑ ΡΕ ΚΥΨΕΛΑΡΑΑΑΑΑ, μονολογείς, γελάς και μόνη σου, αποθέωση!

Βγαίνεις από την αίθουσα του φαγητού και περιπλανιέσαι στο χώρο. Σου’χει φύγει η μαγκιά, αλήθεια κατουριέσαι πολύ, ρώτησες που είναι η τουαλέτα αλλά παρά τις οδηγίες εσύ κάνεις κύκλους στο ισόγειο του κάστρου. Αποφασίζεις να απομακρυνθείς λίγο, κάπου εδώ θα είναι , δεν μπορεί. Κάπου στρίβεις, κάτι σκαλάκια ανεβαίνεις, εν τέλει βρίσκεις πόρτα με πινακίδα WC λίγο πριν ραντίσεις με τιμημένα ελληνικά ούρα, το παγκοσμίου φήμης κροατικό γοτθικό μνημείο και σε απελάσουν μετά βα’ι’ων και κλάδων, ούτε βρακί δε θα προλάβαινες ν αλλάξεις πριν σου σφραγίσουν το διαβατήριο, περσόνα νον γκράτα με θρασύτατη ουροδόχο κύστη.

Κατουράς, ξαλαφρώνεις, ρίχνεις λίγο νερό στο πρόσωπο σου, τσεκάρεις λίγο το μαλλί. Όλα οκ.

Κοιτάς με κενό βλέμμα γύρω σου. Τοίχοι, πόρτες, στροφές, σκαλάκια, σκάλες.
Το κενό σύνολο.
Δεν αναγνωρίζεις τίποτα
Πως θα επιστρέψεις;

Παίρνεις βαθιά ανάσα, κλείνεις λίγο τα μάτια και προσπαθείς λίγο να συγκεντρωθείς.
Αρχίζεις να περπατάς στο μισοσκόταδο, ίσως έστριψες εδώ και μετά κατέβηκες αυτά εδώ τα 5 σκαλοπάτια. Και μετά προχώρησες εδώ και ξαναέστριψες εδώ.

Ναι. ΌΧΙ

Έχεις χαθεί απίστευτα.

Πάνω κάτω σκάλες, δεξιά αριστερά διάδρομοι και τοίχοι…
Δεν έχεις πάρει την τσάντα σου μαζί, οπότε δεν έχεις και κινητό να ειδοποιήσεις πως χάθηκες, οκ ας γινόσουν ρεζίλι ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΒΓΕΙΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ δεν είναι καν αστείο πια.

Τα πόδια σου πονάνε, τα τακούνια σε έχουν πεθάνει, ένα κλικ είσαι από το να αρχίσεις να φωνάζεις βοήθεια.

Στρίβεις για ακόμα μία φορά σε έναν σκοτεινό διάδρομο ΘΕΕ ΜΟΥ ΚΑΝΩ ΚΥΚΛΟΥΣ σκέφτεσαι, όταν ξαφνικά βλέπεις μια πόρτα με μία επιγραφή στα κροατικά και από κάτω αγγλικά PERSONNEL ONLY.
Η πόρτα είναι μισάνοιχτη και σαν να ακούς κάτι, δεν έχεις άλλη επιλογή, ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις

Πρόκειται για μια τεράστια αίθουσα. Σκόνη παντού, εργαλεία. Στο κέντρο της αίθουσας ένα κυκλικό μωσα’ι’κό, πέτρες, γρανίτες και υπολογιστές, εκτυπωτές, χαρτιά και… κάποιος!
Ένας άντρας στέκεται σκυμμένος, κρατώντας κάτι σχέδια, μελετώντας τα χαρτιά του στο πάτωμα.

Δεν σε έχει δει. Προχωράς προς το μέρος του “excuse me, sir…… excuse me!!”

Σηκώνει το κεφάλι του.
Το πρώτο που παρατηρείς είναι τα μαλλιά.
Πολλά.
Καστανοκόκκινα!!!
Πολύ μαλλί, σπαστό και WOW πραγματικά κόκκινο!!
Ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου πάνω στο κεφάλι συγκρατούν τις κόκκινες μπούκλες από το να πέσουν στα μάτια, τα οποία είναι το δεύτερο πράγμα που παρατηρείς σχεδόν αμέσως
Βασικά , πιο συγκεκριμένα ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ

ο θάνατος ο ίδιος!

ξεκίνησε από έκπληξη στο άκουσμα της φωνής σου, για να εξελιχθεί μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου σε οργή

Έχεις κάνει καμιά 10ριά βήματα προς την κατεύθυνση του, όταν τον βλέπεις να πετάει τα χαρτιά που κρατάει και να ορμάει προς το μέρος σου συνοφρυωμένος, σφίγγοντας τις γροθιές του ξερνώντας λέξεις στα κροατικά

‘τη γαμήσαμε΄ σκέφτεσαι

και έχεις δίκιο

Ο τύπος σε πιάνει από το μπράτσο και σε τραβάει έξω, σε σέρνει σχεδόν

“hey HEEEEEEEEEEEY WHAT THE FUUUUUUCK ,MISTER!!!!!!!!!!!!!!!!!” φωνάζεις προσπαθώντας να απαγκιστρωθείς

Άδικα παλεύεις, ο άντρας συνεχίζοντας να μιλάει κροατικά , εμφανώς έξαλλος συνεχίζει να σε παρασύρει προς άγνωστη κατεύθυνση.
Κάπου εκεί ο πανικός σου χτυπάει τιλτ και αρχίζεις να αντιστέκεσαι χτυπώντας τον προσπαθώντας να ελευθερώσεις το χέρι σου φωνάζοντας βοήθεια στα αγγλικά.
Δεν καταφέρνεις πολλά, ο τύπος είναι πολύ δυνατός, όμως τουλάχιστον σταματάει να σε σέρνει, όχι όμως και να χαλαρώνει το σφίξιμο στο χέρι σου.
-ΗOW DARED YOU , how dared you walk into my floor in these shoes , in these high pointed heels! Do you not know what you ‘ve done, Have you not read the sign???? σε ρωτάει έξαλλος, απευθυνόμενος πρώτη φορά σε σένα στα αγγλικά

“ποιο sign άνθρωπε μου, δε ξέρω κροατικά, άσε με!!!!!ΑΦΗΣΕ ΜΕ!!!!!!!”απαντάς στα αγγλικά και συ και τραβάς δυνατά το χέρι σου “χάθηκα, εντάξει?? ήμουν στο κωλοεστιατόριο και βγήκα για να πάω τουαλέτα και χάθηκα, τι δεν καταλαβαίνεις, μπήκα στην κωλοαίθουσα σου και πάτησα το κωλοπάτωμα σου για να σου ζητήσω να με βοηθήσεις να βγω από αυτό το κωλοκάστρο ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΩ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ”

κλαις

Τον κοιτάς μέσα από σταγόνες δακρύων οργής περισσότερο και λιγότερο φόβου.
Τον παρατηρείς ρουφώντας τις μύξες σου
Κόκκινες τούφες, καστανοκόκκινα κοντά γένια, ίσια μύτη, πολύ ανοιχτά γαλάζια μάτια και ψηλά ζυγωματικά.
“τι είναι αυτός εδώ ρε” σκέφτεσαι
ιδιαίτερη μούρη

στόμα, χρώμα ματιών, μαλλιά μικρού παιδιού
βλέμμα ύφος ζυγωματικά καταραμένου δαίμονα

σκέφτηκες προς στιγμήν τον φόβο των Τούρκων, αιώνες τώρα για τους Κροάτες πολεμιστές, τους οποίους δεν κατάφεραν ποτέ να νικήσουν σε καμία μάχη και την παροιμία των Γερμανών “”God save us from plague, hunger, wars and croatian warriors”

δεν ξέρεις τι σκεφτόταν εκείνος αλλά εξακολουθούσε να είναι σφιγμένος.

“τα παπούτσια σου, τα τακούνια! καταστρέφουν το πάτωμα, έχει πινακίδες δεν τις είδες, εδώ είναι ιστορικός χώρος και το μωσαϊκό που πάτησες και χάραξες με τα παπούτσια σου, είναι 400 ετών, εδώ είναι εργοτάξιο καταλαβαίνεις τι έκανες!!!” η φωνή του συνεχίζει να είναι γεμάτη θυμό αλλά τουλάχιστον δεν φωνάζει πια. Τα αγγλικά του, με ελαφριά κροατική προφορά “μύριζαν” Λονδίνο.
Ο ίδιος μύριζε Bvlgari Black , από προσανατολισμό πας σκατά αλλά από όσφρηση σκίζεις, συγνώμη κι όλας…..

“απλά ήθελα να κάνω τσίσα” ψελλίζεις καταπίνοντας μύξες

“οκ” σε κοιτάει μέσα από πυκνές βλεφαρίδες, μισοκλείνοντας τα μάτια.
“πάμε” λέει και σου σπρώχνει λίγο τον ώμο κάνοντας νόημα με το κεφάλι του να προχωρήσεις. “this way”
περπατάει δίπλα σου αφήνοντας σου προβάδισμα λίγα εκατοστά, κάθε φορά που είναι να στρίψετε σε ακουμπάει στην πλάτη “this way”

4 this way μετά, αρχίζεις να αναγνωρίζεις τον προθάλαμο του εστιατορίου.
Εντωμεταξύ έχουν αρχίσει να ανησυχούν για σένα, και συναντάς την ομάδα σου εκεί να είναι έτοιμη να ξεκινήσουν να σε ψάχνουν. Μαζί και ο υπεύθυνος του εστιατορίου, ο οποίος έρχεται προς το μέρος σας
“Luka, you found the girl!” αναφωνεί και κάνει τις συστάσεις

και όταν λέμε κάνει τις συστάσεις εννοούμε συστήνει τον αντίχριστο, στον καθηγητή σου, εσένα ούτε που να σε φτύσει ο ταβερνιάρης

-από δω ο Luka Verdan ο πολιτικός μηχανικός μας, μέλος της ομάδας που συνεργάζεται με το υπουργείο πολιτισμού και κάνει αναπαλαίωση στο κάστρο μας

Η Κροατία, μαζί με πολλές άλλες ιστορίες, βρίσκεται πια στο δεύτερο βιβλίο του Φυστικιού ΠουΚυλάει, με τίτλο ΛΑΒ_ΖτΟΡΙ, το οποίο μπορείτε να προμηθευτείτε ηλεκτρονικά εδώ

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook