Περπατώ μόνος μου στους διαδρόμους του νοσοκομείου. Κανείς δε μου δίνει σημασία. Είμαι απλώς ένας γέρος, χωρίς οικογένεια, περιπλανιέμαι, ακούω τις ιστορίες των ανθρώπων, τους βλέπω στις πιο δύσκολες ώρες τους.
Σέρνω τα πόδια μου στα πλακάκια του διαδρόμου. Είναι λευκά, καθαρά και κρύα. Κάποιες φορές, υπάρχουν λιμνούλες από αίμα έξω από ένα δωμάτιο ή έξω από τα επείγοντα, αλλά τις καθαρίζουν σύντομα. Δεν αφήνουν τους ανθρώπους να τις βλέπουν για να μην ανησυχούν. Τίποτα δεν ανησυχεί τον κόσμο περισσότερο από μια κηλίδα από αίμα. Τόσο ξέρουν…
Είναι αργά τη νύχτα και όσο πάει η ατμόσφαιρα ησυχάζει. Οι περισσότεροι κοιμούνται. Μερικές νοσηλεύτριες και δυο γιατροί της βραδινής βάρδιας μιλάνε μεταξύ τους ή και μόνοι τους. Ελέγχουν διαγράμματα και φακέλους ασθενών, ετοιμάζουν τα φάρμακα, γελάνε ίσως μερικές φορές. Γέλιο… είναι ακατάλληλο εδώ μέσα. Αντηχεί στους τοίχους, περνάει μέσα από τις κουρτίνες, μπαίνει μέσα στα δωμάτια απελπισμένων ανθρώπων. Οι άνθρωποι μισούν το γέλιο που ακούγεται μέσα στο νοσοκομείο.
Κρυφοκοιτάζω μέσα από πόρτες που είναι μισάνοιχτες. Σε λίγο κάποιος θα έρθει και θα με ρωτήσει ποιο είναι το δωμάτιό μου, μα δεν ξέρω ακόμα. Δεν έχω διαλέξει ακόμα δωμάτιο.
Αυτό εδώ… Όχι, δεν είναι αυτό το δωμάτιό μου, δεν είναι αυτό που θα διαλέξω. Μια νέα γυναίκα είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Σαράντα πάνω κάτω… Χλωμή σαν φάντασμα, μικρά σωληνάκια βγαίνουν από τα χέρια της, καλώδια τη συνδέουν σε ένα μεγάλο, τρομακτικό μηχάνημα που δείχνει φωτεινές, πράσινες και πορτοκαλί γραμμές. Αυτές είναι οι καλές γραμμές, τις κόκκινες να φοβάσαι.
Ένας άντρας, μάλλον ο άντρας της , κάθεται σε μια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι της. Μοιάζει σαν να κοιμάται κι αυτός, με το μέτωπό του ακουμπισμένο στο στρώμα δίπλα της. Μισό λεπτό… κάτι κρατάει… μα ναι, το χέρι της είναι και το κρατάει σφιχτά. Δε θέλει να την αφήσει ακόμα, τη χρειάζεται. Κι αυτός και τα παιδιά τους, είναι πολύ μικρά ακόμα για να τη χάσουν. “Σε παρακαλώ, θεέ μου, μη μου την πάρεις. Τη χρειάζομαι, την αγαπάω.”
Όχι, σίγουρα δεν είναι αυτό το δωμάτιό μου. Θα πάω να κοιτάξω στο διπλανό.
Τι κάνει αυτό το μωράκι εδώ; Δεν είναι πτέρυγα ενηλίκων εδώ; Είναι τόσο μικρούλικο που δεν ξέρω αν είναι αγόρι ή κορίτσι. Το κεφαλάκι του δεν έχει μαλλιά σε μερικά σημεία, μια μάσκα οξυγόνου κρύβει το προσωπάκι του. Η μαμά δίπλα στην κούνια. Κάθεται σε μια καρέκλα, δάκρυα στα μάτια της, κυλάνε στο πρόσωπό της, ψιθυρίζει λόγια απαλά να μη φοβάται το μωρό της. Ίσως να μπορεί να την ακούσει. Μα και κάποιος άλλος είναι μαζί. Ο μπαμπάς. Αυτός κάθεται στο πάτωμα, η πλάτη του ακουμπάει στην κούνια. Δεν κλαίει, έχει τα μάτια του κλειστά. Στο χέρι του κρατάει μια πιπίλα. Είναι μπλε. Αγοράκι είναι…
Όχι, ούτε αυτό είναι το δωμάτιό μου. Θα ρίξω μια ματιά ακόμα στο επόμενο και μετά θα σταματήσω να ψάχνω. Θα φύγω.
Να ‘το το δωμάτιο που θέλω να δω. Ένας γεράκος σαν εμένα είναι εδώ. Ίσως να ‘ναι αυτό το δωμάτιό μου τελικά. Μοιάζει εκατό χρονών. Δεν έχει ούτε σωληνάκια, ούτε βελόνες, ούτε τίποτα. Περίεργο. Γιατί είναι εδώ;
Έχει τα μάτια του κλειστά, μα φαίνεται σαν να χαμογελάει. Είναι δυνατόν; Ναι, σίγουρα χαμόγελο είναι. Φαίνεται χαρούμενος. Ίσως να έχει πετύχει όλα όσα ήθελε στη ζωή του. Και δεν είναι μόνος του. Ένα σωρό άνθρωποι είναι γύρω του. Νέοι και μεγαλύτεροι. Οι μεγαλύτεροι είναι τα παιδιά του, φαντάζομαι. Και οι πιο νέοι, τα εγγόνια του. Μπορεί να είναι και δισέγγονα. Κρατάνε χέρια μεταξύ τους, σχηματίζουν κύκλο γύρω του και ψιθυρίζουν κάτι που μετά βίας ακούγεται. Μοιάζουν σχεδόν χαρούμενοι, τα πρόσωπά τους είναι χαμογελαστά. Καθώς τους παρακολουθώ, ο ένας μετά τον άλλον περνάνε από το πλάι του, αφήνουν ένα φιλί στο μέτωπό του και του ψιθυρίζουν κάτι. Τον αποχαιρετάνε.
Αυτό είναι το δωμάτιό μου. Καθώς ο τελευταίος της οικογένειας του λέει αντίο, μπαίνω στο δωμάτιο και πηγαίνω δίπλα στο κρεβάτι. Πιανόμαστε από το χέρι και αργά αργά βγαίνουμε από το δωμάτιο μαζί. “Είμαι χαρούμενος”, μου λέει. “Έζησα καλά. Και πέθανα καλά.”