TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Κρυστάλλινο ποτήρι

Κρυστάλλινο ποτήρι

«Γιώργο έβαλες συναγερμό, Μην ξεχάσεις, αύριο πρέπει να μιλήσουμε.»
«Τώρα βάζω, θα μείνω για λίγο κάτω», απάντησε αχνά ο Γιώργος πατώντας τα πλήκτρα του συναγερμού ενώ άκουσε το βηματισμό της Κλαίρης στον επάνω όροφο που προφανώς κατευθυνόταν στο δωμάτιο. Ήλεγξε τις πόρτες του κάτω ορόφου. Το απαλό φως του φωτιστικού στο σαλόνι ήταν ακόμα αναμμένο και έτσι σκέφτηκε να τελειώσει το βράδυ αυτό με μία στάλα μαλτ σε ένα από αυτά τα εντυπωσιακά συλλεκτικά κρυστάλλινα ποτήρια, γαμήλιο δώρο κάποιου φίλου.

Πιάνοντας το ποτήρι στα χέρια κάθισε στον αναπαυτικό καναπέ. Περίεργο, σκέφτηκε, μετά από είκοσι χρόνια γάμου και ούτε ένα από τα ποτήρια αυτά δεν έσπασε. Ούτε μία ρωγμή. Λες και ο ατελείωτος αγώνας τους να παραμείνουν άρτια σε μία βιτρίνα στο σαλόνι έπιανε τόπο και μετρούσαν στην πλάτη τους χρόνια πολλά που έμεναν στητά, όρθια και τακτοποιημένα στην τρίχα, πεντακάθαρα. Άψογα.
Όχι όμως και ο γάμος του με την Κλαίρη. Ακούμπησε τις φτέρνες του επάνω στο χαμηλό τραπεζάκι του καθιστικού. Η γυναίκα του σίγουρα θα άπλωνε τις απολαυστικές της κρέμες και μάσκες αυτήν την ώρα, με επιμέλεια και με λεπτομέρεια για να φαίνεται περιποιημένη, δυναμική. Την άκουσε πολλές φορές στο τηλέφωνο, συνομιλώντας με τις φίλες της, να αναλύσει πόσο σημασία είχε για εκείνη μία καθαρή επιδερμίδα, ένα προσεγμένο σφιχτό πρόσωπο με όσο το δυνατόν λιγότερο τα χρόνια επάνω. Σιγά! Δε μας πήραν και τα χρόνια! Στιγμιαία ο Γιώργος αναρωτιόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που του έκανε ένα δώρο η Κλαίρη που να του άρεσε πραγματικά. Αυτή η μηδαμινή σημασία στην λεπτομέρεια που κατά τα άλλα την είχε φυλαγμένη μόνο για τις ρυτίδες της, τους μαύρους κύκλους και το ντεκολτέ. Χαμήλωσε το βλέμμα του ενώ απομάκρυνε τα γυαλιά από τα μάτια του. Αναστέναξε. Μία καλή πένα, μία μεταξωτή επώνυμη γραβάτα, ίσως και ένα ζευγάρι δερμάτινα παπούτσια από ακριβή βιτρίνα του Κολωνακίου. Ναι, η γυναίκα του πρόσεχε την εικόνα του, αυτό ήταν αναμφισβήτητο. Πόσο πολύ πρόσεχε όμως τη διάθεσή του, τις ανάγκες του, τη διάθεσή του που τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει να χαλαρώνει;
Όχι δε ήθελε να αποποιηθεί τις ευθύνες του για τίποτα. Προσπάθησε να θυμηθεί την τελευταία φορά που έκανε έρωτα στη γυναίκα του. Πέρασαν δύο ή τρία χρόνια; Ίσως πιωμένοι μετά από έξοδο με φίλους; Σε καλοκαιρινές διακοπές; Μπορεί να ήταν εκείνο το ανέμελο απόγευμα του Ιουλίου που γιόρταζαν τα χρόνια γνωριμίας τους, καταλήγοντας μετά από μπόρα στις τουαλέτες ενός πολυτελούς καφέ, ξεκαρδισμένοι στα γέλια. Τότε ήταν η τελευταία φορά. Η τελευταία ανέμελη φορά για την ακρίβεια. Τότε ήταν που αντίκρισε ξανά τη σαγηνευτική Κλαίρη που έκανε δική του πριν πολλά πολλά χρόνια ένα ξημέρωμα, σε εκείνη την υπέροχη παραλία κάτω από ένα ξάστερο ουρανό. Θυμάται τα γέλια τους, τα φιλιά τους, τα χάδια στο σώμα της, τα δάχτυλά της στο πρόσωπό του και ένα ελαφρύ αλμυρό αεράκι να χαϊδεύει την επιδερμίδα τους. Πώς να ξεχάσει την πρώτη φορά που ενώθηκαν τα σώματα και οι ψυχές τους; Εκείνο άλλωστε το βράδυ ήξερε πως η Κλαίρη ήταν η γυναίκα της ζωής του. Ήταν ο ευσεβής πόθος του αλλά και ο βράχος του. Μέχρι που ο Γιώργος τα άφησε πίσω του.

Ναι, τα χρόνια πέρασαν και όλες αυτές οι αναμνήσεις που φούντωναν την ψυχή και βούρκωναν τη ματιά φαίνονταν μακρινές. Ο χρόνος τους έφερε ένα πολυτελή γάμο, δύο παιδιά και μία αρκετά ικανοποιητική άνετη ζωή. Μία ζωή που τα είχε όλα, μέχρι που σιγά σιγά, όλα αυτά που την στήριζαν, τα συναισθήματα, έκαναν την ένωση αυτή μία απλή συμβίωση. Τα παιδιά μεγάλωναν, η δουλειά τους απασχολούσε αρκετές ώρες, οι στιγμές τους λιγόστευαν, περιορίζονταν σε έναν ανούσιο βραδινό διάλογο στο τραπέζι, ενώ το ζευγάρι στο κοινό τους κρεβάτι επέλεγε μεταξύ ενός βιβλίου και μίας ταμπλέτας να τελειώσει άλλη μία κουραστική ημέρα.
Ο Γιώργος είχε πάρει τις αποφάσεις του. Έτσι πίστευε. Δεν ήταν σίγουρος αν η Κλαίρη είχε υποψιαστεί κάτι, αν είχε καταλάβει τις προθέσεις του αλλά η συνειδητοποίηση ότι άφησαν πίσω τους όλα εκείνα που τους ένωναν χωρίς την επιθυμία να τα ξαναβρούν, να συνεχίσουν από εκεί που σταμάτησαν ή ακόμα και να κάνουν μία καινούρια αρχή, ήταν μακρινό σενάριο. Ένα σενάριο που τον οδήγησε στην αγκαλιά της Αγγελικής. Όχι τώρα, τουλάχιστον ένα χρόνο πριν. Παράλληλα. Μοιραζόταν μαζί της την καθημερινότητα του, περνούσαν χρόνο όσο η Κλαίρη ήταν απασχολημένη με το γυμναστήριο και τις αισθητικούς. Έβγαινε μαζί της διακριτικά και συστηματικά κάθε Παρασκευή βράδυ, όταν η Κλαίρη αποφάσιζε να συναντήσει τις φίλες της για ποτά. Μία συνήθεια που η Κλαίρη ξεκίνησε καιρό τώρα επιβάλλοντάς το, σαν ένα ακόμα κομμάτι της ρουτίνας τους. Κι εκείνος το αποδέχτηκε σαν ανάγκη της να ξεσκάσει. Και ένιωσε και εκείνος την ανάγκη να ξεσκάσει από ένα γάμο που ξεκινούσε κάθε πρωί με τη λέξη «μη» και τελείωνε τα βράδια με τη λέξη «πρέπει». Δε μισούσε τη γυναίκα του. Ούτε τον εαυτό του. Μισούσε όμως αυτό το τέλμα. Κι έτσι κάπως, η Αγγελική, εξωτερική συνεργάτης του γραφείου, έγινε παρέα σε ένα μεσημεριανό, σε ποτά και στην αγκαλιά του ένα απεγνωσμένο βράδυ. Κι έτσι λοιπόν κάλυψε το κενό του.

Ο Γιώργος κοίταξε το συνδυασμό στις κουρτίνες του καθιστικού. Σκεφτόταν αν η επιλογή χρώματος ανήκε αποκλειστικά στην Κλαίρη. Αν τον είχε καν ρωτήσει τι διακόσμηση και τι έπιπλα να ψωνίσουν. Εντάξει, δυναμικές οι γυναίκες αλλά κι εκείνος με τον καιρό συνέθετε ένα παζλ προσπαθώντας να αντιληφθεί σε ποια χρονική στιγμή δεν είχε τον παραμικρό λόγο μέσα στο σπίτι, στα σχολεία των παιδιών και στην σχέση τους. Λάθος του που δεν της ανέφερε το πώς ένιωθε. Αλλά και η απολυτότητα της Κλαίρης στα πάντα δεν του άφηνε περιθώριο να κάνουν ένα διάλογο εποικοδομητικό. Όχι, δε μάλωσαν ποτέ για σοβαρό λόγο, απλά αγωνιούσε πραγματικά να μάθει αν η η ίδια η γυναίκα του αντιλαμβανόταν την αλλοτρίωση αυτή. Έπρεπε να μιλήσουν. Αν και αποφασισμένος, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί το πρωινό «πρέπει» της γυναίκας του και να πάρει πρωτοβουλία. Με το χρόνο θα καταλάβαινε εκείνη και ίσως να το συγχωρούσε. Αλλά πλέον τίποτα δε θα τον κρατούσε σε αυτό το άψυχο σπίτι. Τα παιδιά θα το μισούσαν στην αρχή αλλά με τον καιρό θα έβλεπαν ότι τα συναισθήματα των γονιών μεταξύ τους δεν έχουν να κάνουν σε καμία περίπτωση με την αγάπη που έτρεφαν και οι δυο για τα παιδιά τους. Ο Γιώργος έβαλε το ποτήρι στο πλυντήριο πιάτων και ανέβηκε να κοιμηθεί.

Τα παιδιά έφυγαν για το σχολείο και ο Γιώργος με την Κλαίρη τελείωναν τον καφέ τους. Ήταν η ώρα να της μιλήσει και το ήξερε.
«Γιώργο θέλω να χωρίσουμε», για άλλη μία φορά η Κλαίρη βρέθηκε να παίρνει την πρωτοβουλία για να μιλήσει. Εκείνος συνέχισε ατάραχος να πίνει τον καφέ του. Δεν το περίμενε παραδόξως.
«Ξέρεις, δεν πάει άλλο, γνώρισα κάποιον, περνάμε τα βράδια της Παρασκευής μαζί. Τον προηγούμενο μήνα που έφυγα στη Φρανκφούρτη, ήταν μαζί μου. Μάλλον πάει σοβαρά το πράγμα. Αλλά και να μην πήγαινε, δε βλέπω το λόγο να συνεχίσουμε να ζούμε μαζί.»
Ο Γιώργος δεν μπορούσε να φιλτράρει αν αυτό που ένιωθε ήταν απανωτές μαχαιριές προδοσίας ή απλά χαριστική βολή ανακούφισης για να συνεχίσει ο καθένας από τους δύο το δικό του δρόμο. Διασταυρώθηκαν πριν εικοσιπέντε χρόνια σε μία κοινή πορεία, με όσα συνεπάγεται αυτή. Μόνο που ο δρόμος χώριζε πάλι στα δύο. Την αγαπούσε την Κλαίρη. Κοίταξε τα μάτια της. Για πρώτη φορά στην αποφασισμένη ματιά της διέκρινε ένα δάκρυ. Ήθελε πολύ να ήταν για εκείνον και όχι για έναν άγνωστο. Θα έδινε τα πάντα να ήξερε ότι της ήταν τόσο δύσκολο όλο αυτό όσο και σε εκείνον. Ο Γιώργος έβαλε το φλιτζάνι του στο πλυντήριο. Ακριβώς δίπλα από το κρυστάλλινο χθεσινοβραδυνο ποτήρι. Θάυμασε αλλη μία φορά πόσο ανθεκτικό ήταν μέσα στο χρόνο. Κοίταξε την Κλαίρη έχοντας τις παλάμες του επάνω στον πάγκο της κουζίνας. Έγειρε το κεφάλι του κοιτάζοντας πόσο όμορφη ήταν ακόμα και μετά από τόσα χρόνια. Περιποιημένη, στην τρίχα. Γύρισε την πλάτη του και κοίταξε από το παράθυρο της κουζίνας. Τα πρώτα μπουμπουκάκια της τριανταφυλλιάς ξεμύτιζαν στον κήπο. Το φως του ήλιου έπεφτε εκτυφλωτικό στον κήπο του σπιτιού τους. Ένα σπίτι περιποιημένο, ακόμα και αυτό στην τρίχα. Κοίταξε επάνω του. Είδε έναν άνθρωπο περιποιημένο, στην τρίχα. Μία εικόνα, ένα όραμα καθωσπρεπισμού. Κι εκείνος τόσο καιρό επιθυμούσε τόσο πολύ να λερωθεί, να λερώσει την σχέση του, τη ζωή του, να κάνει πράγματα που αγαπά. Βαρέθηκε τα πρέπει και τα μη Γύρισε και είδε πάλι τα μάτια της γυναίκας του. Ένιωσε μία έντονη παρόρμηση. Ένιωσε ένα έντονο συναίσθημα που του θύμισε την πρώτη τους συνάντηση.

Έπιασε το χέρι της γυναίκας του και τη σήκωσε από τη θέση της. Με την άκρη του αγκώνα του έριξε με βία όλα τα πιατικά και ποτήρια επάνω από το τραπέζι. Έπιασε την Κλαίρη από τη μέση και την έβαλε να κάτσει στο τραπέζι. Πέταξε τα γυαλιά του και με τις παλάμες έπιασε τα μάγουλά της φέρνοντας τα δυναμικά κοντά στο δικό του πρόσωπο ενώ τα χείλια του βρήκαν αμέσως τα δικά της. Τα δάχτυλά του κατευθύνθηκαν πιο χαμηλά ξεκουμπώνοντας μανιωδώς το μεταξωτό της πουκάμισο. Η Κλαίρη ανταποκρίθηκε και ασυναίσθητα άνοιξε τα πόδια της για να την πλησιάσει ο Γιώργος ακόμα περισσότερο καθώς τα χέρια της πίεζαν τους γλουτούς του πάνω από τα ρούχα.
«Μας θέλω όπως τότε, θυμάσαι;» της ψιθύρισε.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Ελένη Τσεμπεράκη Mottet

Ξενιτεμένες γευσεις! Πειραιωτάκι ετών 43, μένω σε συνοριακή πόλη της Γαλλίας, παντρεμένη, έχω δυο παιδιά, σκύλο και γάτα, φανατική της PSG όμως και της Προοδευτικής, με Ρέμο, Calogero και πολλά γλυκά μέσα στο εργαστήρι μου!
Θα σου τα πω λοιπόν όλα. Πώς περναω εδώ στα ξένα, όλα τα καυτά κουτσομπολιά και νέα της εξοχής και θα σε τρατάρω και γλυκάκι (χμ μάλλον εσύ θα το φτιαξεις το γλυκό). Εισαι ταξιδιάρα ψυχή; Καλώς όρισες στον κόσμο μου όπου τα γαλλικά και το πιάνο απαγορεύονται! Ανέβα, πιάσε θέση. Φύγαμε!
Ελένη Τσεμπεράκη Mottet

Latest posts by Ελένη Τσεμπεράκη Mottet (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *