Τον είχε ερωτευτεί όπως, κάθε μαθήτρια τον καθηγητή της.
Με φόρα.

Εκείνη, ήταν 18, έδινε για 2η φορά Πανελλήνιες.
Εκείνος ήταν καθηγητής Αρχαίων στο φροντιστήριο. 27 ετών.
Εκείνος, μεγάλος φύτουλας κι εκείνη ρεμάλι.

Την ερωτεύτηκε όταν του ζήτησε να έρθει στο θρανίο της και του ψιθύρισε στο αυτί “Στην τέταρτη σειρά, έχεις κάνει 2 συντακτικά λάθη” .
Τον ερωτεύτηκε γιατί ήταν χαμένος στο διάστημα και την κοίταζε σαν κουτάβι.

Αν ήταν να χάσει την παρθενιά της, ας την έχανε από ένα ώριμο άντρα, με κύρος.
Στο 4ο τους ραντεβού , την πήγε στην Φιλοσοφική.

“Τι είναι εδώ; Θα μας φάνε οι λύκοι! Δεν βλέπω τίποτα!”
“Μην ανησυχείς, μόλις συνηθίσουν τα μάτια σου στο σκοτάδι, θα καταλάβεις. Κοίταξε το χώρο γύρω σου, πρέπει να τον συνηθίσεις. Εδώ θα περάσετε, δεσποινίς μου!”
“Είναι πολύ σκοτ…” δεν πρόλαβε να αποσώσει και ο Κος καθηγητής είχε πέσει πάνω της.
Με το αριστερό του χέρι έριξε πίσω το κάθισμα και ακούμπησε απαλά τα χείλη του πάνω της.
Σαν να την προσκυνούσε.

Γλίστρησε τη γλώσσα του μέσα στο στόμα της και χάιδεψε τον ουρανίσκο της.
Τα χέρια του είχαν ξεκουμπώσει το πουκάμισό της πια και σήκωσε το κεφάλι του να θαυμάσει το στήθος της.
Χαμογέλασε με ικανοποίηση βλέποντας τις ρώγες της να τον παρακαλάνε.
Τράβηξε το σουτιέν της προς τα κάτω και έσφιξε με τις τεράστιες παλάμες του τα ολοστρόγγυλα ζουμερά φρούτα.
Ήξερε πως έπρεπε να τα γλύψει χωρίς τελειωμό αλλά δεν άντεξε… πρώτα δάγκωσε.

Η ράχη της σχημάτισε τόξο από τον πόνο και την ηδονή και ενστικτωδώς τα πόδια της άνοιξαν.
Της σήκωσε τη φούστα.
“Όχι, κύριε καθηγητά…δεν…”
“Θα σηκώνεις χέρι για να μιλήσεις, δεσποινίς” της είπε και της έπιασε τους καρπούς της με το ένα του χέρι και της σήκωσε τα χέρια πάνω από το κεφάλι.

Τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα από έκπληξη.
Με το άλλο του χέρι, ξεκούμπωσε το παντελόνι του.
Ξανάπεσε πάνω της.
Τη φιλούσε στο λαιμό κι άρχισε να σπρώχνει το πέος του ανάμεσα στα μπούτια της.
Έκαιγε…γλιστρούσε… Μέσα από το μικροσκοπικό δαντελένιο της κιλοτάκι έτρεχαν ποτάμια.
Άφησε τους καρπούς της αλλά εκείνη δεν ήθελε να πει τίποτε άλλο… Του έπιασε το κεφάλι και το έβαλε πάλι ανάμεσα στα στήθη της.

Έγλυψε, έγλυψε, έγλυψε τόσο πολύ που εκείνη σήκωσε τη λεκάνη, τύλιξε τα πόδια της στη μέση του και ξέσπασε σε απανωτούς οργασμούς.

Της δάγκωσε τα χείλη και έριξε τον βαθύ του βογγητό οργασμού μέσα στο στόμα της.

“Με συγχωρείς” είπε “μα θα χρειαστούμε μου φαίνεται, πολλά ραντεβού για να πάψεις να είσαι παρθένα…δεν κατάφερα καν να μπω! Είσαι πολύ σφιχτή!”
Κι εκείνη απάντησε “Ξέρεις…δεν βγάλαμε το κιλοτάκι μου, κύριε Ξεφτέρη..”

Και έμειναν κι οι 2 τους παρθένοι μέχρι που βρήκαν άλλους συντρόφους.

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα