Η Κωστούλα στριφογυρνούσε στο κρεβάτι της. Και σήμερα δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Βασανιζόταν από τύψεις αλλά κι από φόβο. Έτρεμε μην την πάρει χαμπάρι η μάνα της. Πόσο όμως ακόμη θα μπορούσε να το κρύβει; Είχε αρχίσει να φαίνεται. Σύντομα θα έπρεπε να την αντιμετωπίσει. Ριγούσε και μόνο στη σκέψη. Ήταν αυστηρή η μάνα. Ποτέ δεν μπόρεσε να την καταλάβει. Άλλαξε πλευρό και προσπάθησε να κλείσει τα μάτια της. Κόντευε να ξημερώσει. Έπρεπε να κοιμηθεί έστω και λίγο.

Πως μπόρεσε να τον πιστέψει τον άθλιο. Ακόμη αναρωτιόταν. Ήταν όμορφος και γαλαντόμος ο άτιμος. Κι όταν της έλεγε ότι την αγαπάει έλιωναν τα μέσα της. Πρώτη φορά της έλεγε κάποιος ότι την αγαπάει κι ότι την βρίσκει όμορφη. Πρώτη φορά της κράτησε κάποιος το χέρι, της χάιδεψε τα μαλλιά. Της μάνας δεν της περίσσευαν γλυκόλογα. Τα χέρια της τραχιά και δυνατά δεν είχαν φτιαχτεί για να χαϊδεύουν. Το στόμα της μονίμως σφιγμένο, δεν ήταν φτιαγμένο για γλυκόλογα και χαμόγελα. Μόνο για διαταγές και επιπλήξεις. Ούτε και με τα αδέρφια της μπορούσε να έρθει κοντά. Αισθανόταν σαν να ήταν απλά πέντε ξένοι που βρέθηκαν από ανάγκη να συγκατοικούν. Ποτέ δεν θυμάται να έπαιξαν, να γέλασαν ή να τραγούδησαν όλοι μαζί.

Τα περιθώρια στενεύουν. Πρέπει να βρει το κουράγιο να της το πει. Κι αυτός πως μπόρεσε να την κοροϊδέψει έτσι; Άβγαλτη ήταν κι ας θεωρούνταν ολόκληρη γυναίκα. Άβγαλτη και διψασμένη για χάδια κι αγάπη. Για αγκαλιές και γλυκόλογα. Κι έτσι την κατάφερε. Το μετάνιωσε από την πρώτη στιγμή. Ήταν όμως αργά και δεν μπορούσε να αλλάξει κάτι. Αν το μάθαιναν τα αδέρφια της θα την σκότωναν. Κι ας ήταν αυτός που εξαφανίστηκε μόλις του το είπε. Αυτός ήταν άντρας. Δική της ήταν όλη η ευθύνη. Τα σωστά κορίτσια δεν το κάνουν αυτό. Κι ας ήταν άμαθη. Κι ας μην ήξερε πως να προστατέψει τον εαυτό της. Όλοι θα έριχναν σ’αυτήν τις ευθύνες.

Η Παναγιώτα μαγείρευε και σκεφτόταν. Κάτι δεν της άρεσε στη συμπεριφορά της Κωστούλας τελευταία. Όλο σκεφτική κι αφηρημένη ήταν. Μόνο να μην είχε σχέση με ερωτοδουλειές. Θα της το ξερίζωνε το μαλλί. Αυτή περπατούσε με το κεφάλι ψηλά. Πέντε παιδιά μεγάλωσε και καμάρωνε. Κανείς δεν μπορούσε να πει άσχημη κουβέντα. Τα μεγάλωνε με αρχές κι αυστηρότητα. Οι αγκαλιές και τα γλυκόλογα δεν της ταίριαζαν. Αυτή ήθελε να χαμηλώνουν τα παιδιά της το βλέμμα όταν τους μιλούσε. Και μέχρι τώρα τα είχε καταφέρει μια χαρά. Ποτέ δεν τόλμησαν να της αντιμιλήσουν. Κι αν επιχειρούσαν να το κάνουν, η ζωστήρα που κρεμόταν πίσω από την πόρτα τους θύμιζε ποιός ήταν τ’αφεντικό. Το μυαλό της ξαναγύρισε στην Κωστούλα. Έπρεπε να προγραμματίσει το προξενιό. Εικοσιδυό χρονών γυναίκα έφτασε. Στο τέλος θα της έμενε στο ράφι.

Μπήκε στο δωμάτιο να ντυθεί μετά το μπάνιο. Έτρεμε σαν το ψάρι. Για μια στιγμή νόμιζε ότι είδε την μάνα να περνάει πριν προλάβει να κλείσει την πόρτα κι ενώ είχε ξεντυθεί. Τι θα έκανε αν την είδε; Που να πάει να κρυφτεί να ξεπλύνει την ντροπή της; Ο καιρός πλησίαζε κι αυτή δεν είχε βρει το κουράγιο να μιλήσει σε κανέναν. Κοβόταν τα πόδια της και μόνο που το σκεφτόταν. Θα την σκότωναν. Δεν υπήρχε περίπτωση να την γλυτώσει. Κάνε Θεέ μου να μην την είδε η μάνα. Τίποτα δεν θα μπορούσε να την γλυτώσει από την οργή της.

Η Παναγιώτα νόμιζε ότι θα λιποθυμήσει. Με το ζόρι κρατιόταν να φερθεί φυσιολογικά. Λύσσαγε μέσα της. Ακούς εκεί το παλιοθήλυκο. Ποιός ξέρει σε ποιον κουνήθηκε και την κατάφερε έτσι. Η ξετσίπωτη. Πως θα έβγαινε ξανά στην πλατεία; Θα την έδειχναν όλοι με το δάχτυλο και θα γελούσαν. Τι κακό ήταν αυτό που την βρήκε. Καλά είχε καταλαβει ότι κάτι δεν πάει καλά με την Κωστούλα. Που να πάει όμως το μυαλό της στο τι πραγματικά συμβαίνει. Όταν την είδε περνώντας έξω από το μπάνιο κόντεψε να της έρθει συγκοπή. Γι’αυτό όλο στα μουλωχτά ντυνότανε η βρώμα. Αλλά θα την κανόνιζε αυτή. Δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι. Κατέβασε την κατσαρόλα, πήγε στην αποθήκη να ψάξει το μπουκάλι, κι αφού το βρήκε ξεκίνησε να μαγειρεύει.

Η Κωστούλα βγήκε τρέμοντας από το δωμάτιο της. Τι θα έκανε αν την είδε η μάνα; Μάλλον όμως δεν την πήρε χαμπάρι. Αν την έβλεπε ήταν ικανή να την κάνει μαύρη στο ξύλο. Θα τους άκουγε όλο το χωριό. Την έτρεμε την μάνα. Κι αυτή κι όλα της τ’αδέρφια.

Διστακτική μπήκε στην κουζίνα. Δεν τολμούσε να την κοιτάξει στα μάτια. Θα της το έλεγε απόψε. Δεν μπορούσε να το καθυστερήσει άλλο. Κοντοζύγωνε κι η ώρα της. Έπρεπε να το πει. Μάζεψε κουράγιο και της είπε ότι πρέπει να μιλήσουν. Όχι τώρα, απάντησε η Παναγιώτα. Φάε πρώτα μην κρυώσει το φαΐ και μετά θα πούμε ότι πρέπει. Η Κωστούλα ξεφύσηξε ξαλαφρωμένη. Φαινόταν να έχει καλή διάθεση η μάνα. Σίγουρα δεν την είδε στο μπάνιο. Χαμογέλασε και ξεκίνησε να τρώει.

Φεβρουάριος 1997. Κακουργιοδικείο Ζακύνθου. Το μόνο που είπε η Παναγιώτα στην απολογία της ήταν “Η Κωστούλα με ξεφτίλισε. Έπρεπε να ξεπλύνω την ντροπή. Ζητώ η κοινωνία κι ο Θεός να με συγχωρήσουν”. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα χρόνων κι έξι μηνών. Η Κωστούλα (Κωνσταντίνα) ήταν μόνο 22 χρονών. Κι εννιά μηνών έγκυος όταν δολοφονήθηκε με δηλητήριο από την μάνα της. Την μάνα που προτίμησε να σκοτώσει το παιδί της, παρά να την αφήσει να φέρει στον κόσμο ένα παιδί εκτός γάμου. Στην Ελλάδα του 1997.

 

http://www.tanea.gr/news/greece/article/3987992/?iid=2

 

Cover photo: “Medea” by Artist Marie Hines Cowan