Ξεθωριασμένη φωτογραφία

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Χριστίνα έφτασε στο camp με το λεωφορείο της δουλειάς. Έβγαλε τα ακουστικά από τ’ αυτιά της, χαμήλωσε την μουσική και κοίταξε από το παράθυρο. Άλλη μία μέρα, σαν όλες τις άλλες.
Κατέβηκε από το όχημα κι αμέσως αντίκρισε δεκάδες ταλαιπωρημένα χαμόγελα να την χαιρετάνε από μακριά. Η ζέστη αφόρητη, ο αέρας αποπνικτικός. Παρ’ όλα αυτά δεν παραπονιόταν. Αυτοί οι άνθρωποι ζουν όλη μέρα εδώ ενώ η ίδια, όταν επιστρέφει, αράζει κάτω από το air-condition της. Φόρεσε το διακριτικό γιλέκο της δουλειάς και μπήκε στο γραφείο της.
Ποιο γραφείο δηλαδή, μία απλή λευκή σκηνή ήταν στην μέση του πουθενά. Τα λιγοστά βιβλία της τοποθετημένα διάσπαρτα πάνω σε ένα σκουριασμένο τραπέζι, τα έγγραφα της πρόχειρα τακτοποιημένα μέσα σε ένα απλό φάκελο. Κάθισε στο ξύλινο κάθισμα, πήρε λίγες βαθιές ανάσες κι ειδοποίησε τον διερμηνέα.
«Αρμίν, είμαι έτοιμη. Στείλε τους μέσα».
Στην είσοδο της σκηνής φάνηκαν δύο γλυκές, παιδικές, φατσούλες. Με δειλά βήματα μπήκαν μέσα ακολουθούμενες από τους γονείς τους. Σκονισμένα ρούχα, σκισμένα παπούτσια, όλος ο πόνος του κόσμου φορτωμένος στις πλάτες τους. Και πίσω τους ο Αρμίν, πρόσφυγας από το Αφγανιστάν, εργαζόμενος στην ομάδα εδώ και ένα χρόνο.
«Κυρία Χριστίνα, έχουμε κι άλλο παιδί. Να το φέρω;»
«Ναι, εννοείται, τι το ρωτάς. Είναι με τους γονείς του;»
Ο Αρμίν δεν απάντησε. Φώναξε κάτι στην γλώσσα του και μετά από λίγο στην παρέα προστέθηκε ένα πεντάχρονο, μικρόσωμο αγοράκι. Το βλέμμα του χαμηλά στα γυμνά πόδια του. Καθόταν όρθιο, αρνούμενο να προχωρήσει παραμέσα.
«Έλα αγόρι μου, πέρασε. Αρμίν πες του να κάτσει δίπλα στα υπόλοιπα παιδιά».
Το αγοράκι προχώρησε και στάθηκε δίπλα στην Χριστίνα. Δεν την κοιτούσε, δεν κοιτούσε κανένα. Ο Αρμίν της έδωσε να καταλάβει ότι γονείς δεν υπήρχαν. Εδώ και πολύ καιρό.
Η ψυχοθεραπεία δεν κράτησε πολύ. Τα προβλήματα γνωστά, οι λύσεις ελάχιστες. Οι οικογένειες έψαχναν τρόπο να ταξιδέψουν βόρεια, προς την Ολλανδία. Η μία μητέρα είχε υποστεί σοκ από τον χαμό του μεγάλου της γιου στη θάλασσα και δεν έβγαζε λέξη. Ο άλλος πατέρας, ανήμπορος να βοηθήσει την οικογένειά του σκεφτόταν να αυτοκτονήσει. Και μέσα σε ένα ορυμαγδό πόνου και απελπισίας, η Χριστίνα προσπαθούσε. Να δώσει ένα νόημα, μία ελπίδα, ένα λόγο για να συνεχίσουν. Μία κλωστή για να πιαστούν, να την κάνει δέκα κόμπους πιο γερή για να τους τραβήξει έξω από το πηγάδι.
Μόνο το μικρό, ορφανό παιδί, δεν μιλούσε. Κρατούσε μία τσαλακωμένη φωτογραφία και σιγομουρμούριζε. Η Χριστίνα, άπλωσε το χέρι της κι εκείνο διστακτικά της έδωσε την φωτογραφία.
Ήταν ξεθωριασμένη κι ασπρόμαυρη. Απεικόνιζε ένα ζευγάρι, μπροστά από ένα όμορφο σπίτι και μία ανθισμένη αυλή. Στην αγκαλιά της, η γυναίκα, κρατούσε ένα μικρό αγοράκι.
«Οι γονείς του;» ρώτησε η Χριστίνα κοιτώντας τον διερμηνέα. Εκείνος έγνεψε θετικά.
«Τον λένε Φαχίντ. Η θεία του μένει στην Γερμανία. Εκεί ήθελαν να φτάσουν. Μόνο αυτός κατάφερε να περάσει απέναντι».
Η Χριστίνα γονάτισε μπροστά του, προσπαθώντας να φανεί ψύχραιμη. Είχε φανεί τόσες φορές, θα τα κατάφερνε και τώρα. Όσο μιλούσε, ο διερμηνέας μετέφραζε.
«Με λένε Χριστίνα. Θα βρίσκομαι εδώ κάθε μέρα. Θα βοηθήσω όσο μπορώ, να έχεις την δύναμη και την ελπίδα να συναντηθείς με την θεία σου. Το μόνο που θέλω από εσένα είναι να έρχεσαι στην σκηνή, να χαμογελάς κι εγώ θα σου δίνω ένα γλυκό».
Ο Φαχίντ την κοίταξε. Άψυχα, ανέκφραστα, στεγνά μάτια. Χωρίς δάκρυα, χωρίς ζωντάνια. Η Χριστίνα σχεδόν λύγισε. Εκείνος ζήτησε πίσω την φωτογραφία του, την έβαλε στην τσέπη του παντελονιού του και βγήκε έξω.

Το βράδυ η Χριστίνα δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Είχε δουλέψει σε πολύ δύσκολες συνθήκες, με πολύ ιδιαίτερες και δύσκολες ομάδες. Είχε δουλέψει στις γυναικείες φυλακές, σε ομάδα για την καταπολέμηση του καρκίνου, με ανθρώπους που δεν μπορούσαν να σταθούν όρθιοι – έρμαια των ψυχολογικών τους διαταραχών. Εδώ όμως βρισκόταν απέναντι σε ένα ανίκητο θεριό. Την απολυτότητα του πολέμου. Κι εκεί, τις περισσότερες φορές, τα λόγια πέφτουν στο κενό.

Τις επόμενες μέρες δεν το έβαλε κάτω. Κάθε μέρα αναζητούσε αυτό το παιδί, να του μιλήσει, να κάτσει δίπλα του, να προσπαθήσει να δώσει λίγο ζωή σε αυτά τα κενά μάτια. Κάποιες φορές ο Φαχίντ ανταποκρινόταν, κάποιες όχι.

Οι εβδομάδες κι οι μήνες πέρασαν κι η οργάνωση αποφάσισε να αλλάξει έργο. Να απασχοληθεί αλλού. Η Χριστίνα, αναγκασμένη να ακολουθήσει, χαιρέτισε με συγκίνηση τους πρόσφυγες που δούλευε τόσο καιρό. Γέλασε στα χαμόγελά τους, έκλαψε με τα δάκρυά τους, αγκάλιασε τα γεμάτα αγάπη στήθη τους. Ο Φαχίντ πουθενά, ο Άρμιν της είχε πει ότι είχε βρει τρόπο να περάσει τα σύνορα μαζί με μία άλλη οικογένεια.

Στο νέο της γραφείο η Χριστίνα κοιτούσε βαριεστημένη το κινητό της. Φωτογραφίες από το camp περνούσαν από μπροστά της, γεμίζοντας το μυαλό της με γλυκόπικρες αναμνήσεις. Σκεφτόταν τι να απέγινε εκείνο το μικρό, αγέλαστο, ρουφηγμένο από την ζωή παιδί. Η πόρτα της χτύπησε κι ο ταχυδρόμος της έφερε την αλληλογραφία.
Αδιάφορα γράμματα, επιστολές και ένας απλός, λευκός φάκελος.
Αποστολέας άγνωστος, ένα αραβικό όνομα στην Γερμανία.
Άνοιξε τον φάκελο και μέσα βρήκε δύο φωτογραφίες.
Μία ξεθωριασμένη, ασπρόμαυρη, που απεικόνιζε ένα ωραίο σπίτι, μία ανθισμένη αυλή και δύο γονείς να κρατάνε τον μικρό Φαχίντ στην αγκαλιά τους.
Η δεύτερη, έδειχνε τον Φαχίντ, να αγκαλιάζει χαρούμενος την θεία του μπροστά από το σπίτι τους στην Γερμανία.
Τα μάτια του ήταν γεμάτα ζωή κι ελπίδα.

Υ.Γ. Το κείμενο αυτό το αφιερώνω σε έναν άνθρωπο που έκανε τα αδύνατα δυνατά για να φτάσει εκεί που έφτασε. Εύχομαι να συνεχίσει το έργο που κάνει, να δίνει ελπίδα και δύναμη εκεί που την χρειάζονται περισσότερο και να μην σταματήσει ποτέ. Για όλους τους Φαχίντ αυτού, του σκληρού, κόσμου.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook