Κυρία Νίκη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μεγάλη Πέμπτη

Καθισμένη στην ξύλινη βαριά καρέκλα, μπροστά στο αχνιστό πιάτο φασολάδα, δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται πόσο σουρεαλιστικό έμοιαζε όλο το σκηνικό. Με το κατακόκκινο χέρι της έπιασε το κουτάλι και καθώς το πλησίαζε στο στόμα της, η μυρωδιά του ξιδιού που εκείνο ενέδυε την έκανε να ανακατευτεί. Τα αυγά έβαφε την ώρα που έγινε το αναπάντεχο τηλεφώνημα που την είχε οδηγήσει στην τραγελαφική αυτή αναπαράσταση.

Η κυρία Νίκη από τότε το είχε καταλάβει πως ήταν περίεργη υπόθεση και ας ήταν μόλις έξι χρόνων η ίδια. Την αγαπούσε όμως με μια αγάπη σχεδόν επιβεβλημένη, μια αγάπη ίσως δεδομένη προς την πρώτη δασκάλα που σε παίρνει στα χέρια της. Γιαυτό και έμεινε στήλη άλατος νωρίτερα εκείνο το πρωινό όταν της αποκάλυψε τηλεφωνικά ποιος βρισκόταν στην άλλη άκρη της γραμμής.. Φυσικά και τη θυμόταν και φυσικά και θα πήγαινε να την επισκεφτεί. Σε εκείνη άλλωστε χρωστούσε που την είχε μάθει να “γράφει”.

Βέβαια η εικόνα της κυρίας Νίκης όταν άνοιξε την παλιά πόρτα δεν είχε καμία σχέση με την εικόνα που το δικό της μυαλό είχε συγκρατήσει. Το μόνο που έμενε αναλλοίωτο από τον χρόνο ήταν η μαύρη ελιά στο δεξί της μάγουλο. Αυτό ήταν το μόνο που ο αδυσώπητος χρόνος δεν είχε καταφέρει να αγγίξει…. Και εκείνοι όμως που με θόρυβο τώρα ρουφούσαν την καυτή φασολάδα στο ελάχιστο θύμιζαν τους συμμαθητές της.

Προβληματισμένη άφησε το κουτάλι και πάλι στο πιάτο της και προσπάθησε για χιλιοστή φορά να καταλάβει ποιος ήταν ο σκοπός αυτής της παράδοξης μάζωξης. Έντεκα σαραντάρηδες καθισμένοι γύρω από ένα μεγάλο δρύινο τραπέζι έτρωγαν υπό το φως των κεριών μια νερόβραστη φασολάδα σιωπηλά και κανένας τους δεν τολμούσε να ρωτήσει τη γηραιά κυρία που καθόταν στην κεφαλή για ποιο λόγο τους είχε μαζέψει πασχαλιάτικα μετά από τόσα χρόνια. Ένας εκνευρισμένος κοιτούσε το ρολόι του , μια άλλη έπαιζε αφηρημένα με τα μαλλιά της, ένα τρίτος είχε απορροφηθεί από το φαγητό και όλοι οι υπόλοιποι κοιτούσαν ο ένας τον άλλο με απορία.

Μπαίνοντας μέσα στο σπίτι της κυρίας Νίκης κάποιοι είχαν καταφτάσει ήδη. Με δυσκολία θυμήθηκε μερικούς από αυτούς και μετά από τυπικές χαιρετούρες έκατσε στη θέση που η παλιά δασκάλα της, της υπέδειξε και περίμενε. Όταν καλύφθηκαν οι έντεκα από τις δώδεκα άδειες καρέκλες, η κυρία Νίκη έβγαλε τη σουπιέρα με τη φασολάδα και σέρβιρε έναν έναν σε slow motion. Σαν παγανιστική τελετή β διαλογής έμοιαζε το σκηνικό και μερικά χαχανητά ακούστηκαν από την άλλη άκρη του τραπεζιού. Σε όλους τους ήταν φανερό εξαρχής τι προσπαθούσε με πλήρη αποτυχία να αναπαραστήσει η κυρία Νίκη και όλοι τους ανεξαιρέτως αναρωτιόντουσαν αν η καλοσυνάτη εκπαιδευτικός το είχε χάσει στο πέρασμα των χρόνων. Ο λόγος όμως που το έκανε τους ήταν παντελώς άγνωστος και αυτό ίσως τους κρατούσε καρφωμένους στις καρέκλες τους. Η περιέργεια…

– Επειδή έχω κάποιες επαγγελματικές υποχρεώσεις, θα μπορούσατε να μας πείτε τι μας θέλετε? είπε ο Βασίλης που η υπομονή του είχε αρχίσει να εξαντλείται.
– Πάντα βιαστικός ήσουν Βασιλάκη μου, τον μάλωσε εκείνη χαμογελώντας κάνοντας τον να θυμώσει ακόμα περισσότερο. Πλέον τους ήταν φανερό πως αν δεν άδειαζαν τα πιάτα τους δεν θα άνοιγε η γριά το στόμα της και συγχρονισμένοι ξεκίνησαν να τρώνε.

Και ύστερα μετά τη φασολάδα βγήκαν τα κρυστάλλινα ποτήρια με το κρασί. Και εκεί κάποιοι από τους συνδαιτυμόνες δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου να αδειάσουν το ποτήρι τους. Λίγο αλκοόλ θα έκανε την άβολη κατάσταση που είχαν βρεθεί πιο υποφερτή.

– Έχεις καμία ιδέα τι μας θέλει η παλαβή? τη ρώτησε η πάλαι ποτέ διπλανή της στο θρανίο, που μετά από σαράντα χρόνια καθόταν και πάλι δίπλα της, την ώρα που η κυρία Νίκη αφού καθάρισε το τραπέζι χάθηκε μέσα σε ένα άλλο δωμάτιο.
– Την παραμικρή! παραδέχτηκε εκείνη που η περιέργεια της είχε χτυπήσει κόκκινο
– Να δείτε θα πεθαίνει και θα θέλει να μας αφήσει τίποτα φράγκα! αναφώνησε ο Λουκάς από απέναντι και σχεδόν όλοι άρχισαν να γελάνε.
– Δεν ξέρω τι θέλει, αλλά εγώ θα σηκωθώ να φύγω. Κοτζάμ μαντράχαλοι καθόμαστε σούζα μπροστά στη ξεμωραμένη λες και θα μας βάλει τιμωρία, δήλωσε αλαζονικά ο Βασίλης
– Σκάστε την ακούω…. ειδοποίησε η Μαιρούλα από την άλλη άκρη του τραπεζιού .

Το τελειωτικό χτύπημα ήταν όταν η γριά μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας έναν κόκκινο φάκελο, μερικά λευκά χαρτιά και πολλούς μαρκαδόρους. Πλέον ήταν δεδομένο πως η γυναίκα ήταν για εγκλεισμό. Όταν δε μοίρασε σε όλους τους από ένα λευκό χαρτί και σκόρπισε στο κέντρο του τραπεζιού τους μαρκαδόρους ο Βασίλης χωρίς να πει τίποτα φόρεσε το σακάκι του και σηκώθηκε από το τραπέζι.

– Θέλω να μου κάνετε μια ζωγραφιά για το πως φαντάζεστε το μέλλον σας, είπε η γριά αγνοώντας τον Βασίλη που ήδη έψαχνε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του.
– Κυρία Νίκη πρέπει να φύγουμε, είπε απολογητικά η Μαιρούλα σε μια προσπάθεια να σώσει λίγη από την αξιοπρέπεια της γυναίκας.
– Βασίλη κάτσε κάτω και ξεκίνα να ζωγραφίζεις! διέταξε η γριά και ο Βασίλης πλέον ήταν εκτός ελέγχου.
– Δεν πας καλά! Σύνελθε κυρα Νίκη! Δεν είμαστε έξι χρονών και εσύ δεν είσαι πλέον η δασκάλα μας. Έχω έναν καλό φίλο γιατρό να σου δώσω τα στοιχεία του.
– Σκασμός Βασίλη! Πάντα αυθαδίαζες αλλά βλέπω τα χρόνια ενίσχυσαν το ταλέντο σου αυτό. Φυσικά και δεν είσαστε έξι! Και φυσικά δεν είμαι πια η δασκάλα σας, είπε και άνοιξε τον κόκκινο φάκελο που κρατούσε σφιχτά στα χέρια της. Με καλλιτεχνικές κινήσεις έβγαλε μια κιτρινισμένη ζωγραφιά και πλησίασε τον όρθιο Βασίλη. Του την έδωσε και γύρισε στο τραπέζι συνεχίζοντας να μοιράζει στον καθένα τους από μια ζωγραφιά.
– Πριν σαράντα χρόνια …παραμονές πριν κλείσουμε για τις διακοπές του Πάσχα, ζήτησα στον καθένα από εσάς να μου κάνει μια ζωγραφιά για το πως φαντάζεστε το μέλλον σας…είπε ενώ ο Βασίλης παραζαλισμένος καθόταν και πάλι στη θέση του.
– Πριν λίγες μέρες τυχαία συνάντησα ένα γιατρό. Έναν γιατρό που τυπικά και χωρίς πολλές φανφάρες μου ανακοίνωσε πως είναι θέμα χρόνου να αποδημήσω εις τόπο χλοερό. Και παρά το σοκ του νέου μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε η άρνηση του συγκεκριμένου ανθρώπου να παραδεχτεί πως με θυμόταν όσο τον θυμόμουν και εγώ. Ήταν ο Γιώργος ο συμμαθητής σας. Εκείνη την μέρα δεν ξέρω τι με πόνεσε περισσότερο. Το ότι ο χρόνος μου πάνω στη γη είχε φτάσει την λήξη του ή το γεγονός πως ένας μαθητής μου που στα μάτια του έβλεπα πεντακάθαρα πως με θυμόταν, με είχε αρνηθεί τόσο κατάφωρα. Γιατί δεν ήμουνα μόνο εγώ βλέπετε η πρώτη δασκάλα σας…ήσασταν και εσείς οι πρώτοι μου μαθητές. Ήσασταν το πρώτο τμήμα μέσα στο οποίο μπήκα και δίδαξα και πάντα στο μυαλό μου και στη καρδία μου κατέχετε ξεχωριστή θέση. Όση ώρα λοιπόν αναρωτιόμουν τι μπορεί να μεσολάβησε στη ζωή του Γιώργου, για να μετατραπεί από το γλυκό αγόρι που στα διαλείμματα μάζευε παπαρούνες από το προαύλιο για να στολίσω την έδρα μου, σε αυτό το σκληρό πράγμα που είχα συναντήσει, θυμήθηκα τις ζωγραφιές σας που είχα φυλάξει από τότε. Και άξαφνα ήξερα πως αν ήθελα να φύγω ήσυχη από τον κόσμο, θα έπρεπε να βεβαιωθώ πως δεν χάσατε όλοι σας τον δρόμο σας στην πορεία. Γιαυτό σας μάζεψα απόψε. Για να σας θυμίσω τι ονειρευόσασταν στα έξι για το μέλλον. Για να σας δώσω μια δεύτερη ευκαιρία να το κυνηγήσετε! Ποτέ δεν είναι αργά παιδιά μου…ποτέ. Και αν και θλίβομαι ιδιαίτερα που ο Γιώργος δεν μας τίμησε με την παρουσία του, θέλω να ελπίζω πως όλοι οι υπόλοιποι κάτι θα κερδίσετε από όλο αυτό, είπε και συγκινημένη ξαναέκατσε στην καρέκλα της.

“Πόση δύναμη μπορεί να κρύβει μια παιδική ζωγραφιά…” Θλιμμένη κοίταξε τους σοκαρισμένους συμμαθητές της. Πόσο είχαν αλλάξει όλοι τους. Άσπροι κρόταφοι, ρυτίδες και παχάκια κάλυπταν όταν τους είχε πρωτοκοιτάξει το βασικότερο όλων, πως πλέον είχαν χάσει όλοι τους σχεδόν οριστικά τη δίψα για το μέλλον. Παραδομένοι σε υποχρεώσεις, σε ναυαγισμένους έρωτες, σε ρουτίνα, σε γονεϊκές υποχρεώσεις , σε οικονομικά αδιέξοδα, σε απώλειες ψυχικές και σωματικές σταμάτησαν ένας ένας να ατενίζουν το μέλλον…Ναι δεν ήταν πια έξι… ήταν σαράντα έξι… Πρώτος, προς έκπληξη όλων, τον μαρκαδόρο τον έπιασε ο Βασίλης που στο αριστερό του χέρι ακόμα κρατούσε σφιχτά τη ζωγραφιά του. Και σαν ντόμινο ο ένας μετά τον άλλο άρχισαν να ζωγραφίζουν στο κατάλευκο χαρτί που περίμενε μπροστά τους υπομονετικά τόση ώρα.

Εκείνη τη μεγάλη Πέμπτη για λίγο όλοι ξαναέγιναν έξι και η κυρία Νίκη ικανοποιημένη περνούσε πάνω από τα κεφάλια τους και με το ρυτιδιασμένο της χέρι τους χάιδευε στον ώμο όπως έκανε τότε για να τους ενθαρρύνει. Και μόνο όταν χτύπησε άξαφνα το κουδούνι σήκωσαν το κεφάλι τους για να δουν πίσω από την πόρτα τον Γιώργο που μετανιωμένος φιλούσε εγκάρδια την κυρία Νίκη και έμπαινε μέσα στο δωμάτιο.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook