Κυριακή και Σήμερα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

(Κάπου στη Θράκη, μετά τη Βουλγαρική κατοχή.)

Φέρνω τα δάχτυλά μου στο λαιμό και ψηλαφίζω την παλιά δαντέλα, μια κάτασπρη θηλιά που σφίχτηκε γύρω μου. Το πρόσωπό μου καίει. Αποζητώ δροσιά στο θαμπό τζάμι. Έξω γίνεται χαλασμός Κυρίου. Μου ‘ρχεται να τρέξω, να κυλιστώ στις λάσπες. Να μη μείνει σπιθαμή λευκό πάνω μου, να το ξορκίσω το κακό που έρχεται! Κακό για ‘μένα. Για τους άλλους χαρά.

Οι αδερφές σηκώθηκαν αξημέρωτα να ετοιμάσουν τα προικιά. Τις ακούω που γελάνε, που τραγουδάνε. Που και που τραγουδώ μαζί τους. Μέχρι και τη μάνα μου φάνηκε πως είδα να χαμογελάει, καθώς έστεκε στην πόρτα και μας κοίταζε. Τα μαύρα δεν τα ‘βγαλε από πάνω της, όμως το μαύρο που ‘χε καιρό φωλιάσει μέσα της, σήμερα σα να παραμέρισε.

Κυριακή ήταν όταν μπήκαν οι Βούλγαροι στο χωριό και μάζεψαν όλους τους άντρες στην πλατεία. Σαν τα ζώα που πάνε για σφαγή. Μαζί τους και ο πατέρας και ο αδερφός μου. Δεκάξι χρονών παλικαράκι. Ζητούσαν να μάθουν που κρυβόντουσαν οι αντάρτες. Κανείς δεν έβγαλε άχνα. Κάθε σφαίρα που αντήχησε, κέντησε κι’ ένα σημάδι στην ψυχή μας. Ένα σημάδι που θα βλέπαμε κάθε φορά που θα κλείναμε τα μάτια. Μας ρήμαξαν. Για καιρό ανταμώναμε στους δρόμους χωρίς να κοιταζόμαστε. Κούρνιασε ο φόβος στον κόρφο μας και περπατούσαμε σκυφτοί.

Κυριακή ήταν και όταν με είδε η μάνα του Κωνσταντή στην εκκλησιά και ρώτησε για μένα. Πριν το κακό, είχαμε όνομα στο χωριό. Νύχτα πηγαίναμε, νύχτα γυρνούσαμε απ’ τα καπνά. Κι’ από γιορτές δεν ξέραμε. Στην πλατεία χαλούσαν το χορό κι’ άνοιγαν δρόμο να περάσουμε. Μπροστά ο πατέρας πάνω στο μουλάρι, πίσω εμείς με τα μούτρα κατεβασμένα. “Βρε Γιώργη,”, του λέγανε, “γιορτή σήμερα, άσε τα παιδιά να ξεσκάσουν!”. Εκείνος ξεκαρδιζόταν που τους χαλούσε το γλέντι. “Πρώτα η δουλειά!”, έλεγε, “Θα ‘ρθει καιρός και για τ’ άλλα!”. Ποιος καιρός…

Ο Κωνσταντής είναι από το διπλανό χωριό. Από καλή και άξια οικογένεια. Έχουν και ζώα. Μήτε το κρέας τους λείπει, μήτε το γάλα. “Καλό παιδί ο Κωνσταντής και μεγάλη τύχη!”, έλεγε μέσα στην καλή χαρά η κυρα-Λεμονιά, που ήρθε να μας φέρει τα προξενιά, μα εγώ σκεφτόμουν μόνο να φαρμακωθώ. Γιατί εγώ αγαπώ τον Δημητρό. Τον Δημητρό μου, που ‘χει δυο μάτια καταπράσινα, σαν το χορτάρι μετά τη βροχή!

Καμιά φορά που μας αντάμωνε στο δρόμο, έπιανε την κουβέντα στον πατέρα και μου ‘ριχνε κλεφτές ματιές. Η μεσαία, η Σοφούλα, με σκουντούσε με τον αγκώνα και μου ψιθύριζε: “Όμορφος δεν είναι;”. Κι’ εγώ τάχα τη μάλωνα κι’ έσκυβα να βρω κάτι στην τσέπη μου, να μη φανούνε τα μάγουλά μου που κοκκίνιζαν. Στην αρχή, δεν ήξερα αν μ αγαπούσε κι’ εκείνος ή αν περνούσε την ώρα του. Ώσπου, στο πανηγύρι του χωριού, τάχα μου παραπάτησε κι’ ακούμπησε το χέρι του στο δικό μου. Κι’ όταν αγρίεψα το βλέμμα μου, αυτός με κοίταξε ίσια στα μάτια και μου ‘πε κοφτά: “Εγώ εσένα θα σε πάρω”. Κι’ ύστερα, έτρεξε και χώθηκε μες στο χορό. Αυτό ήταν. Την άλλη μέρα έφυγε με τους αντάρτες. Και σε μια βδομάδα, ήρθαν οι Βούλγαροι γι’ αντίποινα. Από τη μια να κλαίω τους δικούς μου, από την άλλη να μην ξέρω ούτε που βρίσκεται, ούτε αν ζει. Νέα του δεν ξανάρθαν στο χωριό. Που και που ρωτούσα την αδερφή του, την Αννούλα, όμως δεν ήθελα να τη φορτώνω και το δικό μου βάσανο.

Κι’ ο καιρός περνούσε και ‘γω μαράζωνα κι’ όλο έδιωχνα προξενιά. Ο ένας μου ξίνιζε, ο άλλος μου βρώμαγε… Όμως, κοντά σε ‘μένα, μαράζωναν και οι αδερφές μου, που έπρεπε να παίρνουν σειρά. Κι’ αυτό δεν το άντεχα. Ήταν ό,τι μου απόμεινε ν’ αγαπώ. Χώρια απ’ αυτό, είχαμε μείνει μόνα τέσσερα θηλυκά. Είχαμε ανάγκη ένα στήριγμα. Κι’ έτσι, όταν ήρθε η κυρα-Λεμονιά εκείνο το μαύρο απόγευμα, το μόνο φαρμάκι που κατάπια τελικά, ήταν αυτό που κυλούσε μέσα μου από καιρό.

Νιώθω ένα δάκρυ να αυλακώνει το μάγουλό μου. Θαρρώ πως άφησε το ίχνος του. Η μικρή, η Κωνσταντινιά μου, που στέκεται αντίκρυ μου και μου χτενίζει τα μαλλιά, σαστίζει. “Αδερφή, κλαις;”. Σφίγγω τα χείλη σ’ ένα χαμόγελο, που μου πονάει το πρόσωπο. “Από χαρά, αδερφή! Άντε να ‘ρθει κι’ η σειρά σου!”. Ρίχνω το βλέμμα μου έξω από το παράθυρο. Η βροχή έχει σταματήσει. Το φως του ήλιου αγκαλιάζει δειλά το βρεγμένο χορτάρι και το κάνει άλλο τόσο πράσινο. Από το δρόμο ακούγονται όργανα. “Θα ήρθε ο Κωνσταντής, πάμε!”, λέει σχεδόν τσιρίζοντας, με την παιδική της ακόμα αφέλεια. Το ένα μου χέρι, κλεισμένο στο δικό της, που με τραβάει χαρούμενα. Το άλλο χέρι, σκουπίζει τα δάκρυα.

Κυριακή και σήμερα.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

1 σκέψη για το “Κυριακή και Σήμερα”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *