Λάτρης του γυναικείου φύλου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Όταν γεννήθηκε ο Μανώλης έφερε μεγάλη χαρά στην οικογένειά του. Οι γονείς του προσπαθούσαν για χρόνια να κάνουν ένα δεύτερο παιδί, χωρίς επιτυχία όμως. Έτσι όταν η μητέρα του ανακοίνωσε στον σύζυγό της και στην κόρη της ότι είναι έγκυος, ήταν σαν ένα ανέλπιστο χριστουγεννιάτικο δώρο στην καρδιά του καλοκαιριού. Η Μαρία ήταν ήδη δεκαπέντε χρόνων, και καταλάβαινε απόλυτα ότι το μωρό που ερχόταν θα ήταν μια ανάσα ανανέωσης μες στο σπίτι. Ανυπομονούσε να γνωρίσει το αδελφάκι της, να γεμίσει το δωμάτιο με παιδικά παιχνίδια, με πολύχρωμα ρουχαλάκια. Εκείνη είχε αφήσει πίσω την παιδική ηλικία, αλλά ήθελε να την ξαναζήσει μέσω του μωρού.
Μάνα και κόρη έπεσαν με τα μούτρα στον μικρό νεοφερμένο. Δεν προλάβαινε να κλάψει και αμέσως τον έπαιρναν αγκαλιά. Ο πατέρας του του αγόρασε ότι καλύτερο κυκλοφορούσε στην αγορά. Δεν θα ήταν υπερβολή, αν λέγαμε ότι ο Μανώλης μεγάλωσε σαν μικρός πρίγκιπας. Σαν καλομαθημένος μικρός πρίγκιπας. Οι δύο γυναίκες έτρεχαν να προλάβουν κάθε του επιθυμία, και το μόνο που ζητούσαν ως αντάλλαγμα ήταν η αγκαλιά του. Και ο μικρός έμαθε πολύ γρήγορα να το εκμεταλλεύεται αυτό. Ποτέ δεν απαίτησε κάτι. Πάντα το ζητούσε ευγενικά, με χαμόγελο, και πάντα μα πάντα υπενθύμιζε πόσο πολύ τις αγαπάει. Κι εκείνες γινόντουσαν χαλί να της πατήσει.
Όσο μεγάλωνε, γινόταν ένας πολύ όμορφος νέος, με ευφράδεια λόγου, και ευγενικούς τρόπους. Η μητέρα του κ η αδελφή του του είχαν μάθει να σέβεται και να αγαπάει το γυναικείο φύλο. Και αυτό γινόταν αντιληπτό από τις κοπέλες που ήταν γύρω του. Όλες τον λάτρευαν, κι εκείνος δεν στεναχωρούσε ποτέ καμία. Για όλες είχε έναν καλό λόγο, και όποια κοπέλα του άρεσε, απλά κατέληγε στο κρεβάτι του, χωρίς ποτέ να δυσκολευτεί ιδιαίτερα. Καμία όμως δεν καθόταν για πολύ καιρό στη ζωή του, γιατί ο Μανώλης αγαπούσε μεν το γυναικείο φύλο, αδυνατούσε δε να αγαπήσει μια γυναίκα μόνο.
Όταν πια έφτασε τα τριάντα, η μητέρα του άρχισε να ανησυχεί με την άστατη ζωή του γιου της. Καλά είναι τα μπαρ και τα ξενύχτια, αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να νοικοκυρευτείς, να κάνεις οικογένεια και παιδιά, του έλεγε. Να προλάβω να δω εγγόνια από σένα, πριν κλείσω τα μάτια μου. Ο Μανώλης έσκυβε, τη φιλούσε και της έλεγε, μην ανησυχείς, μόλις βρω την κατάλληλη θα την παντρευτώ. Καμιά όμως δεν κατάφερνε να τον κάνει να την αγαπήσει. Όσο καλή κι αν ήταν η σύντροφός του, πολύ σύντομα βαριόταν και έψαχνε για καινούριες περιπέτειες. Η αδελφή του, που εν τω μεταξύ είχε παντρευτεί και είχε γίνει μάνα, του τόνιζε πόσο ξεχωριστό συναίσθημα είναι να είσαι γονιός, αλλά κανένα πατρικό καμπανάκι δεν χτυπούσε μέσα του.
Τα χρόνια πέρασαν, η μητέρα του έφυγε, κι εκείνος έμεινε μόνος στο σπίτι, αποδεχόμενος πια ότι δεν θα βρει ποτέ αυτή τη μία γυναίκα που θα τον κάνει να απαρνηθεί όλες τις άλλες. Ω ναι, τις αγαπούσε τις γυναίκες, τις ερωτευόταν παράφορα, με πάθος και ένταση, ζούσε για τις στιγμές που τον κοιτούσαν στα μάτια και έλιωναν. Ήθελε να τις περιποιείται, να τις φροντίζει, και το ίδιο περίμενε και από αυτές. Το μικρό χρονικό διάστημα που ήταν σε κάθε σχέση, ήταν υπέροχα. Και με το πέρασμα των χρόνων είχε βρει και τον ιδανικό τρόπο να χωρίζει χωρίς τσακωμούς και εντάσεις. Τους έλεγε πόσο μοναδικές είναι, κάθε μία ξεχωριστά, τους τόνιζε ότι άξιζαν κάτι καλύτερο, αυτό που εκείνος δεν μπορούσε να τους προφέρει, έκλαιγε μαζί τους, και μόλις έφευγαν ήταν έτοιμος για την επόμενη γυναίκα της ζωής του.
Ο Μανώλης ήταν σίγουρος πια ότι η συζυγική ζωή δεν του ταίριαζε. Αυτός ήθελε την ελευθερία του, την ανεξαρτησία του. Να μπορεί να κάνει ότι εκείνος ήθελε, χωρίς να δίνει αναφορά σε καμία. Άλλωστε μια χαρά ήταν η ζωή του μέχρι σήμερα, γιατί να την αλλάξει;

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook