Λευκή μάσκα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Ιανουάριος 2018
Ο Γιώργος σηκώθηκε νωχελικά από το κρεβάτι του. Γύρισε και κοίταξε την γυναίκα του, που κοιμόταν δίπλα του. “Πάλι εφιάλτες έβλεπε όλη νύχτα και δεν με άφησε να ξεκουραστώ. Πως θα πάω για δουλειά σε αυτά τα χάλια” αναρωτήθηκε εκνευρισμένος και πήγε να πλυθεί. Η Βασιλική γύρισε πλευρό με τα μπλεγμένα της μαλλιά να την τυλίγουν σαν σχοινί γύρω από τον λαιμό της. Με δυσκολία ανέπνεε και η καρδιά της άρχισε να χτυπά γρήγορα. Το ίδιο όνειρο ξανά και ξανά. Ένα άδειο παλιό κτίριο με πολλά δωμάτια. Παντού σπασμένα γυαλιά. Μία άγνωστη γυναίκα την ακολουθεί παντού, δεν της μιλά. Έχει ξανθά μακριά μαλλιά και φοράει σκούρα ρούχα. Κάθε φορά που προσπαθεί να δει το πρόσωπο της, είναι σαν να χάνεται, σαν να φορά μια λευκή μάσκα, χωρίς μορφασμούς, χωρίς συναισθήματα. Απλά την παρακολουθεί. Η Βασιλική ξυπνά απότομα για χιλιοστή φορά. Ανοίγει το συρτάρι της και παίρνει τα χάπια που τις συνέστησε ο γιατρός της. Με τρεμάμενα χέρια πίνει μια γουλιά νερό.
– Μαμά να μπω; Ακούστηκε η φωνή της κόρης της από τον διάδρομο.
– Έλα μέσα Κατερίνα μου.
Ένα 15χρονο ψηλόλιγνο κορίτσι με καστανόξανθα μαλλιά μπήκε στο δωμάτιο και έκατσε στο κρεβάτι της μητέρας. Η Βασιλική την κοίταξε με θαυμασμό και περιέργεια. Όσο μεγαλώνεις, τόσο πιο πολύ μοιάζεις στον πατέρα σου ομορφιά μου! Το κορίτσι χαμογέλασε και την αγκάλιασε σφιχτά.
– Σ ‘αγαπώ μαμά, σε όποιον κι αν μοιάζω!
Την ίδια στιγμή μπήκε ο Γιώργος έτοιμος για την δουλειά του.
– Κορίτσια μου, πρέπει να φύγω. Ποια θα χαιρετήσω πρώτη;
– Εμένα μπαμπά μου, είπε η Κατερίνα και έπεσε στην αγκαλιά του πατέρα της. Έκανε ένα νεύμα στην γυναίκα του και έφυγε βιαστικά. Η Βασιλική είχε συνηθίσει πλέον ο άντρας της να την αγνοεί σχεδόν και να κερδίζει όλη την προσοχή του, η κόρη τους. Το έχει το γονίδιο σκέφτηκε.

Οι μέρες περνούσαν και οι εφιάλτες της Βασιλικής όλο και αγρίευαν. Την τελευταία εβδομάδα ειδικά, δεν κοιμόταν καθόλου τα βράδια. Καθόταν ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού και μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, άρχισε να έχει και παραισθήσεις. Η άγνωστη γυναίκα πλέον είναι μέσα στο σπίτι της και την παρακολουθεί από τον σκοτεινό διάδρομο στο βάθος κουνώντας το κεφάλι της απότομα, μια δεξιά και μία αριστερά. Η Βασιλική παγωμένη από τρόμο, δεν αναπνέει καν, απλά κοιτάζει σαστισμένη με τα δάκρυα να κυλούν ζεστά στα μάγουλα της. Συγνώμη ψιθυρίζει, σχεδόν από μέσα της. Με μία αστραπιαία κίνηση, η γυναίκα βρίσκεται ένα εκατοστό μπροστά της και την κοιτάζει κατάματα με την λευκή μάσκα που κρύβει το πρόσωπο της. Μόνο τα παγωμένα της μάτια φαίνονται και της θυμίζουν κάτι που θέλει να ξεχάσει. Κάτι από το παρελθόν.

Μάρτιος 2003
Η Λίζα περιμένει με αγωνία την παιδική της φίλη να της πει τα αποτελέσματα των εξετάσεων της. Φοιτήτριες και οι δύο στην ίδια πόλη, ποιος να το φανταζόταν. Όταν της το ανακοίνωσε η Βασιλική ότι θα την ακολουθήσει στην Κατερίνη και ότι μπορούν να μείνουν μαζί, έκλαψε από χαρά στην αγκαλιά της. Ο πρώτος χρόνος πέρασε με ξενύχτια, τρέλες και περιπέτειες. Την δεύτερη χρονιά η Λίζα γνώρισε τον Γιώργο, τον ερωτεύτηκε από την πρώτη ματιά. Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος, πολύ ώριμος για την ηλικία του. Όμορφος και καλόκαρδος. Το αγόρι που κάθε κορίτσι θα ήθελε να έχει. Την λάτρευε την Λίζα και την πρόσεχε σαν τα μάτια του. Η Βασιλική χάρηκε πολύ που η φίλη της είχε μια τόσο όμορφη σχέση. Συχνά έφευγε από το σπίτι για να έχει τον χρόνο του το ζευγάρι. Η Λίζα ένιωθε άσχημα γι’ αυτό, αλλά η φίλη της, την καθησύχαζε. “Το μόνο που θέλω είναι να είσαι ευτυχισμένη”

Σε λίγους μήνες η Βασιλική είχε κι αυτή την δική της σχέση και η παρέα των τεσσάρων ήταν σχεδόν αχώριστη. Την τελευταία χρονιά των σπουδών τους τα πράγματα είχαν δυσκολέψει αρκετά. Ο χρόνος τους περιορισμένος και ο Γιώργος μιας και τελείωσε τις σπουδές του, έπιασε δουλειά στην Θεσσαλονίκη. Μιλούσαν καθημερινά με την Λίζα και συχνά ταξίδευε για να την δει. Η Βασιλική είχε χωρίσει αρκετό καιρό πριν και οι σχέσεις της ήταν πλέον περιστασιακές. Το τελευταίο διάστημα η Λίζα είχε μια αδιαθεσία και πήγε έκανε εξετάσεις, μετά την έντονη προτροπή της φίλης της. Σήμερα θα πάρει τα αποτελέσματα η Βασιλική και θα της τα ανακοινώσει, μιας και δεν μπορεί να πάει η ίδια. Ακούστηκε η πόρτα και η Βασιλική μπήκε μέσα με έναν φάκελο στα χέρια. Η Λίζα σηκώθηκε απότομα και πήγε να τον αρπάξει από τα χέρια της. “Σιγά βρε τρελή” της λέει η Βασιλική χαμογελώντας. “Μην φοβάσαι δεν θα γίνεις μάνα!” Ξεκαρδίστηκε στα γέλια και η Λίζα ξεφύσηξε ανακουφισμένη. “Μην το κοιτάς καν το χαρτί, μία ίωση έχεις. Πάρε αυτές τις βιταμίνες και θα είσαι οκ.” Η Λίζα έκατσε στον καναπέ με δύναμη, πέταξε τον φάκελο πάνω στο τραπέζι και γύρισε το βλέμμα της στο ταβάνι.
– Για μια στιγμή, χάρηκα ξέρεις. Είπε με χαμηλή φωνή.
– Μην λες βλακείες, της είπε η Βασιλική. Ο Γιώργος δεν νομίζω να χαιρόταν ιδιαίτερα για την εγκυμοσύνη.
– Μην το λες αυτό, εγώ πιστεύω ότι θα χαιρόταν πάρα πολύ, θα γίνει υπέροχος πατέρας κάποτε.
Η Βασιλική την αγκάλιασε σφιχτά. “Μην φοβάσαι, ότι και να γινόταν, είμαι εγώ εδώ, για σένα.”

Απρίλιος 2018
Η δουλειά του Γιώργου δεν πάει καλά τους τελευταίους μήνες στην Θεσσαλονίκη και η Βασιλική δεν δείχνει να συνέρχεται από αυτό που την βασανίζει. Έτσι αποφάσισαν να μετακομίσουν στο πατρικό της, στον Βόλο. Αν κι εκείνη είχε τις επιφυλάξεις της, ο γιατρός της συνέστησε αλλαγή περιβάλλοντος άμεσα. Θα έχει την βοήθεια των γονιών της και αυτό θα είναι σωτήριο στην κατάσταση που βρίσκονται.
Το σπίτι τους για μέρες είναι σαν βομβαρδισμένο. Κούτες και πράγματα στοιβαγμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Ο Γιώργος προσπαθεί με την βοήθεια της κόρης του να βάλει μια σειρά στο υπόγειο, καθώς η γυναίκα του δεν είναι σε θέση να βοηθήσει.
– Μπαμπά βρήκα ένα ξύλινο κουτί, πολύ όμορφό, δες, είπε η Κατερίνα και έδειξε το σκαλιστό κουτί στολισμένο από την φθορά του χρόνου και την σκόνη. Ο Γιώργος το πήρε στα χέρια του και το επεξεργάστηκε. Κάτι του θυμίζει αυτό το κουτί αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί. Έχει μια παλιά κλειδαριά που έχει σκουριάσει. Τι να έχει μέσα αναρωτιέται και πριν καν αποφασίσει αν θα το ανοίξει, η Βασιλική μπαίνει φουριόζα και το βουτά από τα χέρια του απότομα.
“Αυτό είναι δικό μου!!” Είπε και τα μάτια της άστραψαν. Το πήρε στην αγκαλιά της και έφυγε σχεδόν τρέχοντας, αφήνοντας τον άντρα και την κόρη της άναυδους.

Για μέρες η Βασιλική κοιμόταν αγκαλιά με το κουτί και δεν το άφηνε από τα χέρια της στιγμή. Έκλαιγε σπαρακτικά όταν έπεφτε το σκοτάδι και η υπομονή του Γιώργου είχε εξαντληθεί. Η Κατερίνα κάθε βράδυ κοιμόταν με τα ακουστικά στα αυτιά για να μην ακούει την απελπισία της μάνας της.

Ένα πρωινό που η Βασιλική κοιμήθηκε επιτέλους βαριά και η Κατερίνα έλειπε στο σχολείο της, ο Γιώργος βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε. Αργά και σταθερά, τράβηξε το κουτί από τα αδύναμα χέρια της. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια έσπασε την κλειδαριά. Μόλις άνοιξε το κουτί έμεινε αποσβολωμένος. Φωτογραφίες του μαζί με την Λίζα! Τον μεγάλο του έρωτα που τον πλήγωσε τόσο πολύ. Ενώ ήταν έτοιμος να της κάνει πρόταση γάμου, εκείνη ξαφνικά εξαφανίστηκε. Χωρίς καμία εξήγηση, απλά με ένα μήνυμα στο κινητό, “μην με ψάξεις ποτέ”. Γιατί όμως η Βασιλική τα κρατούσε αυτά, μετά από τόσα χρόνια. Ίσως από τύψεις που μετά από την εξαφάνιση της Λίζας ήρθε κοντά με τον Γιώργο και κατέληξαν να παντρευτούν πολύ γρήγορα. Σηκώνοντας την τελευταία φωτογραφία, από κάτω ήταν ένας λευκοκίτρινος από την υγρασία, φάκελος. Τον πήρε στα χέρια του και τον άνοιξε με περιέργεια. Σοκαρισμένος, του έπεσε το κουτί από τα χέρια. Η Βασιλική πετάχτηκε απότομα και πάγωσε όταν είδε τι κρατούσε.
– Γιώργο!
Σηκώθηκε όρθιος και σαστισμένος την κοιτάζει κατάματα.
– Το ήξερες αυτό; Το ήξερες! Την έπιασε από τους ώμους και την ταρακούνησε.
– Ναι ναι το ήξερα, σταμάτα! Με πονάς, σταμάτα!
– Γι’ αυτό έφυγε; Γι’ αυτό εξαφανίστηκε; Για τόσο αλήτη με είχε; Τέτοια ιδέα είχε για μένα; Ο Γιώργος σε έξαλλη κατάσταση δεν μπορεί να ελέγξει τον θυμό του και σπάει ότι βρίσκει μπροστά του.
Η Βασιλική μέσα στον πανικό της βλέπει με την άκρη του ματιού της, την γυναίκα με την μάσκα, σαν να σχηματίστηκε ένα μειδίαμα στα χείλη της, σαν να χαμογέλασε.
– Τι θέλεις επιτέλους,
ούρλιαξε και έφυγε τρέχοντας από το σπίτι, πριν προλάβει να την συγκρατήσει ο Γιώργος.

Για ατελείωτες ώρες η Βασιλική περπατούσε χωρίς να καταλαβαίνει που πάει. Το φεγγάρι απόψε φωτίζει σαν κερί το μονοπάτι της. Ξυπόλυτη, με μπερδεμένα μαλλιά και με σχισμένο νυχτικό, προχωρά σαν υπνωτισμένη. Σταμάτησε μόνο όταν έφτασε στο κτίριο που έβλεπε στα όνειρα της. Εκείνη την οδήγησε εδώ σίγουρα, σκέφτηκε. “Τώρα θα λύσουμε τις διαφορές μας μια για πάντα” είπε σφίγγοντας τα δόντια της και προχώρησε.
Με το που πάτησε το πόδι της στο κρύο τσιμέντο και στάθηκε μπροστά στην εγκαταλειμμένη παλιά οικοδομή, ένιωσε ένα παγωμένο αεράκι να την χαδεύει.
– ΛΙΖΑΑΑΑΑΑΑ… ούρλιαξε με απελπισία και έπεσε στα γόνατα με δύναμη.
Η γυναίκα με την μάσκα εμφανίζεται ακριβώς μπροστά της. Σκύβει και της ψιθυρίζει στο αυτί… “Θα πληρώσεις για αυτό που μου έκανες.”
Η Βασιλική ξαναβρίσκει την δύναμη που είχε χάσει τόσα χρόνια, σαν να την έβλεπε ζωντανή ξανά μπροστά της.
– Αν γύριζα στο παρελθόν θα τα έκανα όλα πάλι από την αρχή Λίζα. Δεν μετανιώνω στιγμή… σου άξιζε! Άρχισε να γελά υστερικά.
Η γυναίκα αγριεύει και με μια αργή κίνηση, αρχίζει να βγάζει την μάσκα της. Η Βασιλική παγώνει στην θέση της.
– Ξέχασες τι μου έκανες αγαπημένη μου φίλη, είπε η γυναίκα με ανατριχιαστική φωνή. Να σου θυμίσω λοιπόν.
Έβγαλε την μάσκα εντελώς. Το πρόσωπο της είναι παραμορφωμένο από χτυπήματα. Η μύτη της σχεδόν δεν υπάρχει, το μισό της πρόσωπο σχεδόν κρέμεται από το κρανίο της, το δόντια της με το ζόρι κρατιούνται στο στόμα της. Αίμα κυλά σαν ποτάμι από το κεφάλι της.
Η Βασιλική έκλεισε τα μάτι της με τρόμο. “ΟΧΙ, ΣΤΑΜΑΤΑ!”
“Μα πρέπει να θυμηθείς φίλη μου” είπε και άνοιξε την μαύρη ζακέτα που φορούσε. Η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη και σιγά σιγά άνοιγε σαν κάποιος να την έκοβε με μαχαίρι.
Η Βασιλική δεν άντεξε και λιποθύμησε.

Συνήλθε μετά από αρκετές ώρες. Κόντευε να ξημερώσει. Σύρθηκε μέχρι το σημείο που κρατούσε την Λίζα δεμένη για μήνες. Όταν βγήκαν οι εξετάσεις και συνειδητοποίησε ότι ο Γιώργος δεν πρόκειται να γίνει δικός της αν μάθει για την εγκυμοσύνη της Λίζας, έβαλε το σχέδιο της σε εφαρμογή. Εκείνη ήξερε ήδη από μικρή ότι δεν μπορεί να κάνει παιδιά. Οπότε θα φρόντιζε να πάρει το παιδί της φίλης της με κάθε κόστος και μετά θα πλησίαζε τον Γιώργο για παρηγοριά. Όλα πήγαν σύμφωνα με το σχέδιο της. Οι γνώσεις που είχε από τις σπουδές της, την βοήθησαν να κρατά την Λίζα σε καταστολή για να μην αντιδρά. Φρόντιζε το μωρό να παίρνει ότι χρειάζεται χωρίς να ξυπνά η μητέρα του. Όταν ήρθε η ώρα να βγάλει το μωρό ήταν αγχωμένη και το έκανε άτσαλα, η Λίζα ξύπνησε από τους πόνους και η κραυγή της ακούστηκε σαν κεραυνός στην ερημιά. Τρομαγμένη η Βασιλική την χτύπησε με μια πέτρα στο κεφάλι χωρίς να καταλαβαίνει τι κάνει. Συνήλθε και σταμάτησε όταν ακούστηκε το κλάμα του παιδιού. Πλησίασε και το πήρε αγκαλιά, ένα πανέμορφο ξανθό κοριτσάκι. Έκρυψε το πτώμα της γυναίκας κάτω από ένα σωρό με πέτρες, πήρε το μωρό και έφυγε.

Ο Γιώργος για πολύ καιρό έψαχνε την Λίζα, ποτέ δεν κατάλαβε γιατί εξαφανίστηκε. Οι γονείς της το ίδιο, δεν υπήρχε ίχνος της πουθενά. Η Βασιλική τους είπε ότι απλά μια μέρα μάζεψε τα ρούχα της και έφυγε χωρίς εξηγήσεις. Δεν ήθελε να την ενοχλούν και έκοψε κάθε επαφή καθώς, όπως είπε, είχε γεννήσει πρόσφατα και ο πατέρας του παιδιού την εγκατέλειψε. Είχε δικά της προβλήματα. Ζήτησε από την Γιώργο να μείνει στο σπίτι του για λίγο μέχρι να συνέλθει, επειδή την έδιωξαν οι γονείς της. Εκεί έκανε τις κινήσεις της και σε λιγότερο από ένα χρόνο κατάφερε να πραγματοποιήσει το σχέδιο της κατά γράμμα. Ο Γιώργος μεγάλωσε το μωρό σαν δικό του παιδί, δεν ήξερε. Δεν υπολόγισε όμως τους εφιάλτες και την γυναίκα με την μάσκα.

“Αν μάθουν τι έκανα…” λέει και δάκρυα δεν τρέχουν από τα μάτια της, στέρεψαν. Σε μια στιγμή απόλυτης διαύγειας, έψαξε ανάμεσα στα χαλάσματα για το τετράδιο που κρατούσε σημειώσεις της εγκυμοσύνης. Το βρήκε σκονισμένο και φθαρμένο αλλά μόλις το άνοιξε, ήταν σαν να ξαναζούσε εκείνες τις στιγμές. Με ένα κάρβουνο που βρήκε ανάμεσα στις πέτρες, έγραψε με τρεμάμενα χέρια στο τέλος του τετραδίου.

“Σκότωσα την Λίζα και της πήρα το παιδί από τα σπλάχνα της. Το δικό σου παιδί. Αυτό να θυμάσαι, έσωσα το παιδί σου και το μεγάλωσα όσο καλύτερα μπορούσα. Δεν το σκότωσα κι ας της έμοιαζε κάθε μέρα και πιο πολύ.”

Κράτησε σφιχτά το τεράδιο στα χέρια της και χωρίς δεύτερη σκέψη πήδηξε στο κενό από το πρώτο παράθυρο που βρήκε μπροστά της.

 

H φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο είναι ιδιοκτησία της Αναστασίας Τσιτσικλή

https://www.facebook.com/AnastasiaTsiPhotography/

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *